Μετά από ένα μπαράζ δημοσιευμάτων και δηλώσεων Τούρκων αξιωματούχων, ο ίδιος ο Τ. Ερντογάν ανέλαβε προσωπικά να θέσει ατύπως ένα νέο casus belli, καλώντας την Ελλάδα να ανακαλέσει τις επιλογές για ενίσχυση της άμυνας των νησιών, υπενθυμίζοντας ότι το Καστελόριζο είναι τόσο κοντά στο Κας, που αν φωνάξει κάποιος από την τουρκική ακτή ακούγεται στο νησί, και παραπέμποντας στα… διδάγματα της Ιστορίας.
Τα ελληνοτουρκικά, μετά από μια περίοδο όξυνσης λόγω των αντιδράσεων της Τουρκίας στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας μέσω πρωτοβουλιών με τα Θαλάσσια Πάρκα, τους Θαλάσσιους Χωροταξικούς Σχεδιασμούς και τα Ειδικά Χωροταξικά Σχέδια, περνούν σε μια διαφορετική φάση, όπου πλέον εμπλέκεται και ο ευρύτερος περιφερειακός ανταγωνισμός ισχύος, με πρωταγωνιστές την Τουρκία και το Ισραήλ.
Η Άγκυρα είναι προφανές ότι θέλει να ενοχοποιήσει κάθε συνεργασία με το «γενοκτόνο» Ισραήλ, που αποτελεί τον πιο σημαντικό περιφερειακό αντίπαλό της, τον μοναδικό που, με την επίθεση στη συριακή αεροπορική βάση, έδειξε ότι δεν θα διστάσει να βάλει φρένο στην τουρκική επιρροή στην περιοχή, ακόμη και με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Κύπρος, σε μικρότερο βαθμό, αποκτούν ένα στρατηγικό πλεονέκτημα με την εξασφάλιση προηγμένων αντιαεροπορικών, αντιπυραυλικών και anti-drone συστημάτων από το Ισραήλ και, μάλιστα, σε ό,τι αφορά στη χώρα μας, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ανάπτυξη σύγχρονου και με ισραηλινό know-how αμυντικού οικοσυστήματος, είναι κάτι που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία.
Δεν είναι μόνο η ενίσχυση της ελληνικής άμυνας που ενοχλεί την Άγκυρα, αλλά το γεγονός ότι, εκτός του μετώπου στη Συρία και στον Λίβανο, εκτιμούν ότι μέσω της συνεργασίας αυτής θα βρεθεί ξαφνικά το Ισραήλ να έχει πρόσβαση και στα δυτικά σύνορά της, μέσω των προηγμένων συστημάτων ραντάρ που προμηθεύεται η Ελλάδα. Και αυτό «δένει» με το γνωστό σύνδρομο περικύκλωσης που κυριαρχεί ως μείζονα απειλή στα δυσμενή σενάρια της τουρκικής ηγεσίας...






























