Οι δικές του μετρήσεις έδιναν διαφορά 6 με 8 μονάδες. Εγώ έλεγα «πάνω από 15». Η κάλπη έβγαλε 20.
Το ποτό μού το χρωστάει ακόμα.
Το πιο ενδιαφέρον όμως δεν είναι ότι κέρδισα, είναι γιατί κέρδισα. Και γιατί το ίδιο πράγμα θα ξανασυμβεί.
Ας ξεκινήσουμε από τα ωμά νούμερα.
Ας ξεκινήσουμε από τα ωμά νούμερα.
Σήμερα η ΝΔ μετριέται στο 25 με 26% στην πρόθεση ψήφου και στο 29 με 31% στην εκτίμηση.
Η ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα στο 14 με 16%.
Το ΠΑΣΟΚ στο 11 με 13%.
Ένας στους πέντε δηλώνει αναποφάσιστος ή αποχή. Και το 46% όταν ρωτιέται ποιος ξεχώρισε στη ΔΕΘ απαντά αυθόρμητα «κανένας». Αυτή είναι η φωτογραφία. Το πρόβλημα με τις φωτογραφίες είναι ότι δεν κινούνται.
Όταν χτυπάει το τηλέφωνο και ο δημοσκόπος ρωτάει «τι θα ψηφίζατε αν είχαμε εκλογές την Κυριακή», ο Έλληνας δεν απαντά στην ερώτηση. Απαντά στη δική του οργή. Για την ακρίβεια στο ράφι, για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, για τα Τέμπη, για τις υποκλοπές. Δηλώνει «αναποφάσιστος», δηλώνει «αποχή», δηλώνει «άλλο». Είναι η φθηνότερη διαμαρτυρία που υπάρχει. Δεν κοστίζει τίποτα και σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι τιμώρησες κάποιον...
Στην κάλπη όμως δεν υπάρχει κουτάκι «οργή». Υπάρχει κουτάκι «ποιος θα κυβερνήσει τη Δευτέρα». Και εκεί ο ίδιος άνθρωπος κοιτάζει το ψηφοδέλτιο, βλέπει τον Τσίπρα με νέο λογότυπο, βλέπει ένα ΠΑΣΟΚ που δεν έχει αποφασίσει ακόμα τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, βλέπει έξι μικρά κόμματα που τσακώνονται για το 3%, και ψηφίζει αυτό που ψήφισε και το 2023. Όχι από αγάπη. Από έλλειψη εναλλακτικής. Η ΝΔ δεν κερδίζει τις εκλογές. Τις χάνει η αντιπολίτευση.
Ο θόρυβος δεν ψηφίζει
Υπάρχει και ένας δεύτερος μηχανισμός, πιο ύπουλος. Η δημόσια σφαίρα στην Ελλάδα ανήκει σε δύο κατηγορίες ανθρώπων. Στους ολιγάρχες που έχουν ΜΜΕ και έχουν πάντα κάποιον λόγο να αντιπολιτεύονται όποιον κυβερνά, συνήθως γιατί δεν τους έδωσε αυτό που ζήτησαν. Και στις θορυβώδεις μειοψηφίες, τους επαγγελματίες της αγανάκτησης, που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παράγουν το 90% του θορύβου με το 10% του πληθυσμού.
Αυτός ο θόρυβος έχει μια παράπλευρη συνέπεια. Δημιουργεί κλίμα. Και το κλίμα διαχέεται στα δείγματα των δημοσκοπήσεων, γιατί ο αγανακτισμένος απαντά πρόθυμα στο τηλέφωνο, ενώ ο μέσος εκλογέας, ο άνθρωπος που πληρώνει δόσεις και δεν έχει χρόνο για την τρίτη ανάρτηση της ημέρας, κλείνει το τηλέφωνο ή λέει «δεν ξέρω». Το είδαμε το 2023: η ΝΔ κράτησε πάνω από 90% των ψηφοφόρων της, ο ΣΥΡΙΖΑ μόλις 60%. Οι δημοσκοπήσεις μετρούσαν εκείνους που φώναζαν. Η κάλπη μέτρησε και εκείνους που σιωπούσαν.
Όταν χτυπάει το τηλέφωνο και ο δημοσκόπος ρωτάει «τι θα ψηφίζατε αν είχαμε εκλογές την Κυριακή», ο Έλληνας δεν απαντά στην ερώτηση. Απαντά στη δική του οργή. Για την ακρίβεια στο ράφι, για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, για τα Τέμπη, για τις υποκλοπές. Δηλώνει «αναποφάσιστος», δηλώνει «αποχή», δηλώνει «άλλο». Είναι η φθηνότερη διαμαρτυρία που υπάρχει. Δεν κοστίζει τίποτα και σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι τιμώρησες κάποιον...
Στην κάλπη όμως δεν υπάρχει κουτάκι «οργή». Υπάρχει κουτάκι «ποιος θα κυβερνήσει τη Δευτέρα». Και εκεί ο ίδιος άνθρωπος κοιτάζει το ψηφοδέλτιο, βλέπει τον Τσίπρα με νέο λογότυπο, βλέπει ένα ΠΑΣΟΚ που δεν έχει αποφασίσει ακόμα τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, βλέπει έξι μικρά κόμματα που τσακώνονται για το 3%, και ψηφίζει αυτό που ψήφισε και το 2023. Όχι από αγάπη. Από έλλειψη εναλλακτικής. Η ΝΔ δεν κερδίζει τις εκλογές. Τις χάνει η αντιπολίτευση.
Ο θόρυβος δεν ψηφίζει
Υπάρχει και ένας δεύτερος μηχανισμός, πιο ύπουλος. Η δημόσια σφαίρα στην Ελλάδα ανήκει σε δύο κατηγορίες ανθρώπων. Στους ολιγάρχες που έχουν ΜΜΕ και έχουν πάντα κάποιον λόγο να αντιπολιτεύονται όποιον κυβερνά, συνήθως γιατί δεν τους έδωσε αυτό που ζήτησαν. Και στις θορυβώδεις μειοψηφίες, τους επαγγελματίες της αγανάκτησης, που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παράγουν το 90% του θορύβου με το 10% του πληθυσμού.
Αυτός ο θόρυβος έχει μια παράπλευρη συνέπεια. Δημιουργεί κλίμα. Και το κλίμα διαχέεται στα δείγματα των δημοσκοπήσεων, γιατί ο αγανακτισμένος απαντά πρόθυμα στο τηλέφωνο, ενώ ο μέσος εκλογέας, ο άνθρωπος που πληρώνει δόσεις και δεν έχει χρόνο για την τρίτη ανάρτηση της ημέρας, κλείνει το τηλέφωνο ή λέει «δεν ξέρω». Το είδαμε το 2023: η ΝΔ κράτησε πάνω από 90% των ψηφοφόρων της, ο ΣΥΡΙΖΑ μόλις 60%. Οι δημοσκοπήσεις μετρούσαν εκείνους που φώναζαν. Η κάλπη μέτρησε και εκείνους που σιωπούσαν.
Το ερώτημα που δεν κάνει κανείς
Ο μέσος εκλογέας βαριέται. Βαριέται τις εξεταστικές, βαριέται τα βίντεο, βαριέται τους ίδιους ανθρώπους να λένε τα ίδια πράγματα στα ίδια κανάλια. Βαριέται και τη ΝΔ, ας μην γελιόμαστε. Αλλά βαριέται περισσότερο την ιδέα ότι θα ξαναζήσει το 2015. Και εδώ είναι το κρίσιμο: η ακρίβεια είναι πρόβλημα, αλλά ο ίδιος άνθρωπος ξέρει ότι ο μισθός του είναι 30% πάνω από το 2019, ότι η ανεργία έπεσε στο μισό, ότι η τράπεζα τού δίνει δάνειο. Δεν το λέει στον δημοσκόπο, γιατί δεν θέλει να φανεί ευχαριστημένος. Θα το πει στην κάλπη, γιατί εκεί δεν τον ακούει κανείς.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι «πόσο θα πέσει η ΝΔ». Το ερώτημα είναι «ποιος θα μαζέψει το 20% που σήμερα δηλώνει ότι δεν ξέρει». Και όσο η απάντηση είναι «κανένας», τόσο αυτό το 20% θα καταλήγει, με μισή καρδιά και σφιγμένα δόντια, εκεί που κατέληξε και τον Ιούνιο του 2023.
Η κάλπη φταίει; Όχι, εμείς
Γκαστρωμένη λοιπόν η κάλπη. Και ξέρουμε και ποιος είναι ο πατέρας: μια αντιπολίτευση που προτιμά να διαχειρίζεται την οργή αντί να προτείνει κάτι, ένα μιντιακό σύστημα που πουλάει θόρυβο αντί για πληροφορία, και ένα εκλογικό σώμα που στις δημοσκοπήσεις παίζει τον επαναστάτη και στην κάλπη τον νοικοκύρη.
Κώστας Στούπας
18/09/2026
18/09/2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου