Το σαφές μήνυμα που θέλησαν να στείλουν με κάθε τρόπο οι Κυρ. Μητσοτάκης και Τ. Ερντογάν ήταν ότι οι δύο χώρες προσπαθούν και μπορούν, να επιτύχουν μια λειτουργική και αποδοτική σχέση, κυρίως σε θέματα λεγόμενης «χαμηλής πολιτικής», χωρίς ωστόσο να έχουν καταφέρει να οδηγήσουν σε εξομάλυνση των σχέσεων, καθώς οι διαφορές στον πυρήνα των προβλημάτων παραμένουν αγεφύρωτες. Θέλουν, έτσι, να εκπέμψουν ένα θετικό μήνυμα από μια περιοχή η οποία διαχρονικά αποτελεί παραγωγό προβλημάτων και συγκρούσεων, σε μια στιγμή κατά την οποία ο Ν. Τραμπ παρεμβαίνει δυναμικά για να επιλύει προβλήματα που προκύπτουν, με τον δικό του τρόπο και βάσει των δικών του συμφερόντων.
Είναι προφανές ότι όχι μόνο η Ελλάδα, η οποία στηρίζει τις θέσεις της για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στο Δίκαιο της Θάλασσας και στις διεθνείς συνθήκες και τη νομιμότητα, δεν θα επιθυμούσε την εμπλοκή της «προσωπικής διπλωματίας» του Αμερικανού προέδρου στα ζητήματα του Αιγαίου, αλλά ούτε και ο Τ. Ερντογάν, παρά τα θερμά λόγια που ακούει συχνά από τον Αμερικανό πρόεδρο, έχει εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του ώστε, ως Τουρκία, να του αναθέσει εν λευκώ τη διαχείριση, μέσω μεσολάβησης, κρίσιμων για τη χώρα ζητημάτων...










