Η ανακοίνωση ότι η Ελλάδα σχεδιάζει να αποπληρώσει πρόωρα δημόσιο χρέος ύψους περίπου 12,84 δισ. ευρώ μέσα στο 2026, συνεχίζοντας μια πολιτική που έχει ήδη οδηγήσει από το 2019 σε πρόωρες εξοφλήσεις άνω των 36 δισ. ευρώ, δεν είναι απλά ακόμη μία τεχνική κίνηση διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Είναι η πιο ξεκάθαρη απόδειξη ότι η χώρα έχει αλλάξει κατηγορία στα μάτια των αγορών, των οίκων αξιολόγησης, των επενδυτών και των Ευρωπαίων εταίρων.
Για μια οικονομία που πριν από μόλις 15 χρόνια βρέθηκε αποκλεισμένη από τις αγορές, το γεγονός έχει προφανή συμβολισμό αλλά και ουσία.
Η Ελλάδα, μια χώρα που χρειαζόταν συνεχή επιτήρηση, μετατρέπεται σε έναν παίκτη που διαπραγματεύεται τους δικούς του όρους αποπληρωμής των υποχρεώσεων του.
Τι ακριβώς κάνει η Ελλάδα
Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) προχωρά σε εξόφληση τμήματος του λεγόμενου Greek Loan Facility (GLF). Δηλαδή των διμερών δανείων που είχαν δώσει οι χώρες της Ευρωζώνης στην Ελλάδα το 2010, στην αρχή της κρίσης.
Το πρόγραμμα προβλέπει πλήρη αποπληρωμή του GLF έως το 2031, μια δεκαετία νωρίτερα από την αρχική λήξη το 2041.
Το συνολικό πρόγραμμα των πρόωρων αποπληρωμών για το 2026 υπολογίζεται πλέον σε 12,84 δισ. ευρώ, με συνδυασμό εξόφλησης GLF και EFSF, μείωσης εντόκων γραμματίων και άλλων κινήσεων διαχείρισης του χρέους.
Η αριθμητική λογική πίσω από την κίνηση είναι ξεκάθαρη. Τα δάνεια του GLF φέρουν κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με Euribor τριμήνου συν 0,5%. Ένα επιτόκιο που είχε ξεπεράσει ακόμα και το 3%. Το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του συνόλου του ελληνικού χρέους είναι σήμερα μόλις 1,73%.
Η διαφορά αυτή δεν είναι αμελητέα: σύμφωνα με στελέχη του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, κάθε δισ. πρόωρης αποπληρωμής αποφέρει περίπου 30 εκατ. ευρώ όφελος ετησίως. Πολλαπλασιαζόμενο επί τα 13 δισ. ευρώ του φετινού προγράμματος, το συνολικό όφελος σε βάθος επταετίας ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ.
Εξοικονόμηση τόκων και ανάκτηση εμπιστοσύνης...