Δέκα και πλέον χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2015, η έρευνα δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να αξιολογεί την πολιτική πραγματικότητα μέσα από τις εμπειρίες της προηγούμενης δεκαετίας. Η άνοδος και η εδραίωση της Κεντροδεξιάς δεν μπορούν να κατανοηθούν ανεξάρτητα από όσα προηγήθηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Το δημοψήφισμα του 2015 δεν αποτέλεσε μόνο μια κορυφαία πολιτική σύγκρουση. Διαμόρφωσε έναν νέο κοινωνικό και πολιτικό διαχωρισμό ανάμεσα στην επιλογή της σταθερότητας και στον κίνδυνο της αβεβαιότητας.
Η εμπειρία εκείνης της περιόδου ενίσχυσε, σε ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, την ανάγκη για κυβερνησιμότητα, ευρωπαϊκό προσανατολισμό και οικονομική σταθερότητα.
Η έρευνα καταγράφει ότι οι πολίτες συνδέουν την κυριαρχία της Κεντροδεξιάς κυρίως με την αδυναμία της αντιπολίτευσης (52,1%) και την έλλειψη αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης (41,5%), ενώ πολύ λιγότερο με τις ίδιες τις επιτυχίες της.
Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι εξακολουθεί να λειτουργεί ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι στον χώρο που κυβέρνησε την περίοδο 2015-2019.
Με άλλα λόγια, η πολιτική ηγεμονία της Κεντροδεξιάς εξακολουθεί, σε σημαντικό βαθμό, να στηρίζεται στη συλλογική μνήμη εκείνης της περιόδου. Οι συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν μετά το 2015 δεν έχουν ακόμη ανατραπεί πλήρως.
Ωστόσο, η ίδια η έρευνα δείχνει ότι αυτή η ιστορική παρακαταθήκη δεν αρκεί πλέον για να εγγυηθεί τη μελλοντική κυριαρχία. Οι πολίτες μετατοπίζουν πλέον το ενδιαφέρον τους από τη σύγκριση με το παρελθόν στις επιδόσεις του παρόντος.
Η ακρίβεια, τα εισοδήματα, η διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα του κράτους και η ποιότητα της διακυβέρνησης αναδεικνύονται ως οι πραγματικοί παράγοντες που θα καθορίσουν αν η Κεντροδεξιά θα διατηρήσει την πολιτική της υπεροχή.
Έτσι, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η σημερινή κυριαρχία της Κεντροδεξιάς είναι σε μεγάλο βαθμό «παιδί του 2015», αλλά η δυνατότητά της να συνεχίσει να κυριαρχεί θα κριθεί από το 2026 και μετά. ...