Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Το crash test με την Τουρκία και το «παιχνίδι» στην Αν. Μεσόγειο

Επιστροφή στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις με φόντο τον γεωστρατηγικής σημασίας Great Sea Interconnector, τα θαλάσσια πάρκα και την επικείμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας». 
Ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, μιλώντας στην Ευαγγελία Μπίφη, αναλύει τον «διπλό παραλογισμό» στον οποίο εδράζεται η απαίτηση της Άγκυρας να προεγκρίνει τις έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου και, στον αντίποδα, την ευρωπαϊκή επενδυτική και πολιτική ασπίδα που προσδίδει πλέον στον GSI η γαλλική συμμετοχή, εξηγώντας πώς η Αθήνα έχει αλλάξει το «παιχνίδι» στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πίσω από την αξίωση της Άγκυρας για προηγούμενη άδεια βρίσκεται η επιδίωξη να νομιμοποιήσει εμπράκτως τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το τουρκολιβυκό μνημόνιο, επιβάλλοντας συνδιαχείριση και την παρουσία της σε κάθε ενεργειακό έργο στην Ανατολική Μεσόγειο. 
Προφανέστατα ουδεμία ελληνική κυβέρνηση θα αναγνώριζε στην Τουρκία τον ρόλο του υποχρεωτικού ελεγκτή των ενεργειακών δρόμων· θα έβαζε τον «πειρατή» στο «πλοίο» και θα «έσκιζε» μόνη της το Δίκαιο της Θάλασσας, υπογραμμίζει ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος. 

Το επόμενο «crash test» στα ελληνοτουρκικά τοποθετείται ακριβώς στην επανέναρξη των ερευνών για τον GSI. Το προηγούμενο της Κάσου δείχνει τι μπορεί να ακολουθήσει, όμως αυτή τη φορά οι συσχετισμοί είναι διαφορετικοί: η απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου από τη γαλλική Meridiam έχει προσδώσει στο έργο ισχυρή ευρωπαϊκή επενδυτική και γεωπολιτική κάλυψη. Εάν η Τουρκία κινητοποιήσει εκ νέου τον στόλο της, ο κ. Δεσποτόπουλος δεν αποκλείει η γαλλική εμπλοκή να αποκτήσει ακόμη και στρατιωτική διάσταση, εκτιμώντας ότι η δοκιμασία δεν θα αφορά μόνο την αποφασιστικότητα της Αθήνας, αλλά και τη βούληση του Παρισιού και της Ευρώπης να υψώσουν ανάστημα απέναντι σε περιφερειακούς ταραξίες. ...

Στη μεγάλη εικόνα, η μεταβολή που διακρίνει είναι βαθύτερη: η Ελλάδα δεν περιορίζεται πλέον να αναμένει τις κινήσεις της Τουρκίας για να αντιδράσει. Ο GSI, τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα και σχήματα συνεργασίας με την Κύπρο και το Ισραήλ έχουν αντιστρέψει τους όρους του «παιχνιδιού» στην Ανατολική Μεσόγειο· η Αθήνα κινείται, η Άγκυρα ακολουθεί και η Ελλάδα, κατά τον κ. Δεσποτόπουλο, «τολμά και πρωταγωνιστεί».

Στην όλη εξίσωση εισέρχεται η πρωτοφανής επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ, με τη σύγκρουση να εκτείνεται πλέον από τη διπλωματική, εμπορική και νομική αντιπαράθεση στο επικίνδυνο πεδίο της Συρίας. Ο κ. Δεσποτόπουλος εξηγεί πώς η Άγκυρα «διαβάζει» υπό αυτό το πρίσμα τον άξονα Αθήνας- Λευκωσίας-Τελ Αβίβ ως απειλή και τον GSI ως γεωπολιτικό τετελεσμένο που την παρακάμπτει, αποδίδοντας συνολικά στην ελληνική πλευρά προθέσεις που δεν έχει. 

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Δεσποτόπουλε, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επιστρέφουν στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» της έντασης, με την Άγκυρα να απαιτεί, κατά τις τελευταίες πληροφορίες, να ενημερωθεί και να δώσει άδεια πριν προχωρήσουν οι εργασίες του Great Sea Interconnector. Πόσο επικίνδυνη μπορεί να καταστεί αυτή η νέα φάση; 

Κατ’ αρχάς, πρέπει να θυμίσουμε ότι όταν μιλάμε για την ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο, στην πραγματικότητα μιλάμε για τη σύνδεση της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και, σε επόμενη φάση, της Κύπρου με το Ισραήλ. Ο Great Sea Interconnector (GSI) είναι ένα έργο συνολικού προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ.

Βρισκόμαστε σήμερα στο στάδιο κατά το οποίο πρέπει να συνεχιστούν οι έρευνες, προκειμένου στη συνέχεια να προχωρήσει η πόντιση του καλωδίου. Πρέπει, δηλαδή, να διερευνηθούν οι γεωλογικές και οι ευρύτερες συνθήκες, ώστε να υλοποιηθεί η ηλεκτρική διασύνδεση.

Η εξαιρετικά σημαντική αλλαγή που έχει επέλθει είναι ότι το πλειοψηφικό πακέτο του έργου ανήκει πλέον στον γαλλικό επενδυτικό όμιλο Meridiam και ο ΑΔΜΗΕ παραμένει φορέας υλοποίησης. Δηλαδή, το έργο έχει αποκτήσει τη λεγόμενη διεθνή επενδυτική κάλυψη. Δεν αφορά απλώς την Ελλάδα και την Κύπρο και, στη συνέχεια, το Ισραήλ· αφορά πλέον και τη Γαλλία.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, επίσης, ότι υφίσταται ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Το έργο έχει ενταχθεί στον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» (Connecting Europe Facility, CEF) και έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση ύψους περίπου 657 εκατ. ευρώ, ενώ υπάρχει και η προοπτική δανειοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Η Ευρώπη, επομένως, έχει ούτως ή άλλως «αγκαλιάσει» το έργο.

Έχουμε ξεφύγει από τη στενή λογική ότι συνδέονται η Ελλάδα και η Κύπρος, περνώντας στη λογική ότι η Κύπρος εξέρχεται από την ηλεκτρική απομόνωση, συνδέεται με την Ευρώπη και, στη συνέχεια, μέσω Κύπρου, συνδέεται και το Ισραήλ με την Ευρώπη. Το έργο έχει μεγάλη γεωπολιτική διάσταση, καθώς φέρνει πιο κοντά Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ - και συνολικά την Ευρώπη με την Κύπρο και το Ισραήλ.

Απέναντι σε αυτό το έργο, η Άγκυρα τηρεί μία απολύτως παράλογη στάση. Υποστηρίζει ότι, για να προχωρήσει οποιαδήποτε ενέργεια, θα πρέπει να έχει προηγηθεί άδεια και η έγκρισή της και ότι οι εργασίες πρέπει να γίνουν σε συντονισμό μαζί της. Μιλά, μάλιστα, και για συνδιαχείριση, προβάλλοντας ως παράδειγμα ορισμένα έργα υποθαλάσσιων οπτικών ινών στην Ανατολική Μεσόγειο και λέγοντας ουσιαστικά: «Ελάτε να το κάνουμε μαζί».

Και γιατί λέει «να το κάνουμε μαζί»; Διότι διατείνεται ότι οι περιοχές από τις οποίες πρόκειται να περάσει το καλώδιο, πέραν των ελληνικών χωρικών υδάτων, αποτελούν τουρκική υφαλοκρηπίδα και τουρκική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Τις εντάσσει στην περίφημη «Γαλάζια Πατρίδα» και επικαλείται, παράλληλα, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, επιχειρώντας να του προσδώσει χαρακτήρα διεθνούς συμφωνίας.

Εδώ βλέπουμε ότι η Τουρκία παραλογίζεται σε διπλό επίπεδο. Πρώτον, μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», αρνείται ότι τα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, παρά το γεγονός ότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) αναγνωρίζει ρητά στα νησιά AOZ και υφαλοκρηπίδα. 

Ακόμη όμως και αν κάποιος υιοθετούσε την τουρκική θέση ότι η συγκεκριμένη περιοχή ανήκει στην υποτιθέμενη «Γαλάζια Πατρίδα», η πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων σε διεθνή ύδατα, δηλαδή εκτός των εθνικών χωρικών υδάτων, και ακόμη και σε διακηρυγμένες ΑΟΖ, προστατεύεται ρητά από τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το άρθρο 79 της UNCLOS κατοχυρώνει ότι τα κράτη έχουν ελευθερία πόντισης καλωδίων, χωρίς να απαιτείται άδεια από τα παρακείμενα παράκτια κράτη.

Η Τουρκία παραλογίζεται, επομένως, αφενός σε μία λογική νομιμοποίησης της «Γαλάζιας Πατρίδας» και αφετέρου επιχειρώντας να δηλώσει την παρουσία της σε κάθε ενεργειακό έργο που αναπτύσσεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Και ο λόγος που το κάνει είναι κυρίως για να αποθαρρύνει και τους επενδυτές. Όταν ένας επενδυτής βλέπει ότι υπάρχει αντίδραση από ένα παράκτιο κράτος και ότι ενδέχεται να προκύψει ένταση, είναι πιθανό να γίνει περισσότερο επιφυλακτικός. Η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει το καλώδιο ως μία απλή τεχνική υποδομή. Φοβάται ότι η υλοποίησή του θα δημιουργήσει ένα πολιτικό και γεωπολιτικό τετελεσμένο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Για να καταστεί απολύτως σαφές, τι θα σήμαινε στην πράξη για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα εάν η Αθήνα έμπαινε σε… συζήτηση για τον GSI;

Εάν ζητούσαμε άδεια ή αποδεχόμασταν συντονισμό με την Τουρκία, θα ήταν σαν να νομιμοποιούσαμε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, σαν να νομιμοποιούσαμε τη «Γαλάζια Πατρίδα» και σαν να αναγνωρίζαμε στην Άγκυρα τον ρόλο του υποχρεωτικού ελεγκτή των ενεργειακών οδών της Ανατολικής Μεσογείου. Στην ουσία, θα δεχόμασταν να ανέβει στο πλοίο μας ένας πειρατής.

Και, ίσως σημαντικότερο από όλα, θα σκίζαμε οι ίδιοι τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Πρόκειται για μία Σύμβαση την οποία θεωρούμε ότι ισχύει για την Τουρκία, παρότι δεν την έχει υπογράψει, καθώς οι βασικές προβλέψεις της συνιστούν εθιμικό Δίκαιο.

Δεν μπορούμε εμείς να παραγνωρίσουμε το άρθρο 79 της Σύμβασης, το οποίο προστατεύει ρητά την πόντιση υποβρύχιων καλωδίων σε διεθνή ύδατα. Δεν θα δεχόμασταν, δηλαδή, μόνο τον πειρατή στο πλοίο μας· θα σκίζαμε και μόνοι μας το Δίκαιο της Θάλασσας, από το οποίο απορρέουν τα δικαιώματα των νησιών μας. Θα ήταν μία αυτοκτονική κίνηση και φυσικά δεν πρόκειται να την κάνει καμία ελληνική κυβέρνηση.

Με δεδομένο το προηγούμενο της Κάσου, οδεύουμε με μαθηματική ακρίβεια προς θερμό επεισόδιο; Πόσο υψηλότερο είναι πλέον το διακύβευμα λόγω της γαλλικής και ευρωπαϊκής εμπλοκής;

Θα ακουστεί ίσως βαρύγδουπο, αλλά στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα, η Κύπρος, η Γαλλία και συνολικά η Ευρώπη αναμετρώνται με την Ιστορία. Από τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουν η Γαλλία και η Ευρώπη σε μία ενδεχόμενη τουρκική παρενόχληση θα φανεί πόσο αποφασισμένη είναι πλέον η Ευρώπη να υψώσει ανάστημα απέναντι σε περιφερειακούς ταραξίες και αναθεωρητικούς παίκτες.

Η επανεκκίνηση των ερευνών σε διεθνή ύδατα, σε περιοχή διεκδικούμενη ως τουρκική υφαλοκρηπίδα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε θερμό επεισόδιο. Η Κάσος μας έδειξε ότι η Τουρκία ενδέχεται να κινητοποιήσει εκ νέου τον στόλο της. Το ζήτημα είναι κατά πόσον υπάρχει πλέον η αποφασιστικότητα από την ελληνική πλευρά να αντιδράσει, προκειμένου να διασφαλίσει και να προστατεύσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι κατ’ εμέ μέχρι στιγμής ο χειρισμός ήταν έξυπνος και ότι κακώς ασκείται κριτική στην Ελλάδα επειδή δεν επέμεινε τότε στις έρευνες έξω από την Κάσο. Ήταν έξυπνη κίνηση να προχωρήσουμε σε έναν τακτικό ελιγμό και να εμπλέξουμε στο έργο έναν μεγάλο γαλλικό επενδυτικό όμιλο όπως η Meridiam. Η Meridiam φέρνει ουσιαστικά τη Γαλλία και την Ευρώπη πιο κοντά στον GSI. Ευελπιστούμε, επομένως, ότι οποιαδήποτε τουρκική κίνηση δεν θα προκαλέσει μόνο την αντίδραση της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και της Γαλλίας.

Σε τι επίπεδο; Εκτιμάτε ότι η γαλλική εμπλοκή θα μπορούσε να εκφραστεί ακόμη και σε στρατιωτικό επίπεδο, με την παρουσία πολεμικού πλοίου στην περιοχή;

Σε κάθε επίπεδο. Θα μπορούσε και σε στρατιωτικό. Δεν πρέπει να αποκλείουμε τίποτε στο σημείο στο οποίο έχουμε φθάσει, ιδίως αν λάβουμε υπόψη την ενεργειακή δίψα της Ευρώπης. Θα μπορούσαμε να φθάσουμε ακόμη και εκεί. Να θυμίσω ότι, εν μέσω της κρίσης με το Ιράν, οι πρώτοι που έστειλαν στρατιωτικά μέσα στην Κύπρο ήταν η Ελλάδα και η Γαλλία. 

Δεν μπορούμε επίσης, επίσης, να θεωρούμε ότι η Meridiam αποφάσισε να εισέλθει σε ένα τόσο σημαντικό και γεωπολιτικά φορτισμένο έργο, αποκτώντας μάλιστα το πλειοψηφικό πακέτο, χωρίς προηγουμένως να έχει συμβουλευθεί τη γαλλική κυβέρνηση.

Εισερχόμαστε, σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο καθώς μπαίνει στις ράγες το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης και εν όψει και της κατάθεσης του νόμου για τη «Γαλάζια Πατρίδα». Χρονικά πού τοποθετείται το «crash test» για τον GSI;

Το επόμενο μεγάλο crash test θα έρθει με την επανεκκίνηση των ερευνών, γεωλογικών και κάθε μορφής, όχι όταν αρχίσει η πόντιση του καλωδίου. Δεν πιστεύω ότι η Τουρκία θα αφήσει αναπάντητο αυτό που η ίδια αδίκως -και είναι η ηπιότερη λέξη που μπορώ να χρησιμοποιήσω- χαρακτηρίζει πρόκληση. Ένας χρονικός ορίζοντας για εμάς θα ήταν το τέλος του έτους. 

Η Τουρκία, μετά την επαναλειτουργία της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, πιθανώς θα κινηθεί για να προσδώσει νομοθετική υπόσταση στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», προς τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο, εκτιμώντας ότι εκείνη την περίοδο πλέον ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, θα είναι απορροφημένος από τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα διεξαχθούν το Νοέμβριο.

Το διάστημα από σήμερα έως το τέλος του έτους είναι, κατά τη γνώμη μου, επίφοβο. Εκτός εάν η ελληνική πλευρά θεωρήσει προτιμότερο να επανεκκινήσει το επιχειρησιακό σκέλος του GSI μετά τις αμερικανικές εκλογές - και αυτό αποτελεί μία πιθανότητα. Προς το παρόν έχει ακουστεί ο Οκτώβριος ως πιθανός χρόνος επανέναρξης των ερευνών. 

Πώς διακλαδώνονται με το μέτωπο των ελληνοτουρκικών οι σχέσεις Άγκυρας-Τελ Αβίβ που κινούνται στα άκρα;

Οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ βρίσκονται σήμερα στο χειρότερο επίπεδο από ποτέ. Από ιδρύσεως του Κράτους του Ισραήλ, το 1948, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των δύο χωρών να ήταν τόσο επιβαρυμένες.

Από το 2023 και μετά έχουμε μία μόνιμη και κλιμακούμενη πολιτική αντιπαράθεση και διακοπή διπλωματικών και εμπορικών σχέσεων. Υπάρχει πλέον και νομική αντιπαράθεση, με την Τουρκία να εκδίδει διεθνές ένταλμα σύλληψης κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ενώ το Ισραήλ απαντά κατά καιρούς με πολιτικές κινήσεις, όπως η επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων.

Παράλληλα, έχει ανοίξει ένα νέο μέτωπο στη Συρία, το οποίο έχει φέρει τις δύο χώρες επικίνδυνα κοντά σε ευθεία αντιπαράθεση. Είδαμε το Ισραήλ να πραγματοποιεί προληπτικά αεροπορικά πλήγματα, προκειμένου να αποτρέψει την εγκαθίδρυση τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας σε συγκεκριμένες εγκαταστάσεις.

Και τα «απόνερα» φυσικά φθάνουν και σε εμάς. Η Τουρκία «διαβάζει» τον άξονα Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ως μία απειλή. Παραδόξως, καθώς η Ελλάδα και η Κύπρος -η Κύπρος εν τοις πράγμασι μάλιστα- είναι θύματα του τουρκικού αναθεωρητισμού. Ποτέ η Ελλάδα και η Κύπρος δεν έχουν διατυπώσει αναθεωρητικές βλέψεις εις βάρος της Τουρκίας.

Πόσο πρέπει να ανησυχεί την Αθήνα το φιλοπολεμικό κλίμα που καλλιεργούν τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης και η ρητορική μίσους απέναντι τόσο στο Ισραήλ όσο και στην Ελλάδα; 

Επικρατεί αυτή την περίοδο μία φρενίτιδα στην Τουρκία, όπου προωθείται η αντίληψη ότι η ίδια αποτελεί τον επόμενο στόχο του Ισραήλ.

Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης δημιουργούν ένα γενικό κλίμα το οποίο απευθύνεται και στο εσωτερικό ακροατήριο. Και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όχι μόνο η Ελλάδα, οδεύει το 2027 σε εκλογές. Επιδιώκει όμως επίσης να εκπέμψει ένα μήνυμα τόσο προς το Ισραήλ όσο και προς την Ελλάδα.

Στην Άγκυρα υπάρχει μία ανησυχία ότι, εάν το Ισραήλ τραβήξει το σκοινί -κάτι που κανείς δεν το πιστεύει- και φθάσει σε μία πολεμική αντιπαράθεση με την Τουρκία, τότε ξαφνικά το δυτικό μέτωπο της Τουρκίας, δηλαδή εκείνο με την Ελλάδα και την Κύπρο που το θεωρ3εί το πιο ασφαλές, πιθανώς θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί μία τέτοια συγκυρία για να εμπλακεί σε περιπέτειες. Μας διαβάζει, όμως, εντελώς λανθασμένα. Η Ελλάδα δεν θέλει να μπει σε περιπέτειες με την Τουρκία, διότι δεν διεκδικεί κάτι από την Τουρκία.

Κλείνοντας κ. Δεσποτόπουλε, εάν κοιτάξουμε τη μεγάλη εικόνα, τι αποκαλύπτει για τις κινήσεις της Ελλάδας και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται πλέον η περιφερειακή εξίσωση;

Η μεγάλη εικόνα είναι ότι επιτέλους η Ελλάδα τολμά. Και αυτό το λέω, διότι πλέον δεν συζητάμε πώς θα αντιδράσουμε εμείς σε μία κίνηση της Τουρκίας. Επιτέλους συζητάμε πώς αντιδρά η Τουρκία σε δικές μας κινήσεις. Η θεσμοθέτηση των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων, για παράδειγμα, αποτέλεσε απάντηση στη δική μας ανάλογη πρωτοβουλία, η οποία ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2024 και ολοκληρώθηκε πέρυσι. 

Η Τουρκία παρακολουθεί τα δικά μας ενεργειακά σχέδια.

Κάποτε ήμασταν αγχωμένοι και συζητούσαμε για την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου που θα συνέδεε το Ισραήλ με την Ευρώπη μέσω Τουρκίας. Αυτό έχει εγκαταλειφθεί πλήρως. Σήμερα μιλάμε για τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και για όλα τα σχήματα συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, σε ορισμένες περιπτώσεις με τη συμμετοχή της Αιγύπτου, καθώς και για το Σχήμα «3+1», με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η δραστηριοποίηση της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια είναι αξιοπρόσεκτη και έχει αλλάξει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο παίζεται το παιχνίδι στην περιοχή μας. Εμείς πρωταγωνιστούμε τώρα.

Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: