Τον ονόμασαν «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο», ο οποίος έληξε τέσσερα χρόνια μετά με την αντιφασιστική νίκη. Αυτή η πορεία δεν εξάγνισε μόνον το σοβιετικό καθεστώς από τη βαρβαρότητα των γκούλαγκ και των εκτελέσεων, αλλά απώθησε από την ιστορική μνήμη το σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ. που ουσιαστικά μοίραζε την ανατολική Ευρώπη μεταξύ Σοβιετικής Ενωσης και ναζιστικής Γερμανίας.Ήταν ένα σύμφωνο ειρήνης ανάμεσα στα δύο κράτη, στο οποίο, με βάση με όλα τα τεκμήρια, πίστεψε ο Στάλιν, αλλά ο Χίτλερ το χρησιμοποίησε ως τακτικό όπλο για τους δικούς του στόχους.
Η σοβιετική ιστοριογραφία, στο πλαίσιο της στράτευσής της για την υπεράσπιση του επίσημου αφηγήματος για το συγκεκριμένο σύμφωνο, αντιστρέφει τον τρόπο που το προσέγγισαν οι δύο δικτάτορες. Ομως τα γεγονότα τους διαψεύδουν.
Όπως σημειώνει ο Φερνάντο Κλαουντίν,* μία εβδομάδα πριν από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στη Σοβιετική Ενωση, το πρακτορείο ΤΑΣ, στις 14 Ιουνίου 1941, ανακοίνωνε ότι οι Σοβιετικοί είναι έτοιμοι να διαπραγματευθούν νέα, στενότερη συνεργασία με τους Γερμανούς, ενώ μόλις πριν από δύο μήνες, τον Απρίλιο του 1941, είχαν υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης με την Ιαπωνία, το οποίο τηρήθηκε ευλαβικά και από τις δύο πλευρές μέχρι τις αρχές Αυγούστου 1945...