Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Το εκκρεμές του Αιγαίου: Ήρεμα νερά και μελτέμια

Οι πρόσφατες εντάσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις με αφορμή τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τα θαλάσσια πάρκα, την πόντιση του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου (GSI) και φυσικά η επιστροφή στο γνώριμο μοτίβο των παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου και των παραβάσεων του FIR Αθηνών, δεν ανοίγουν κάποιο νέο κεφάλαιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. 
Όμως ασφαλώς και γυρίζουν τη σελίδα των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, που για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα εξασφάλισε η Διακήρυξη της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 2023.
Αρχικά, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η Διακήρυξη που κατέστη συνώνυμη με τα «ήμερα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, δεν δημιουργεί νομικές υποχρεώσεις ούτε και δικαιολογεί προσδοκίες για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. 
Συνεπώς, οποιαδήποτε αδράνεια ή αναβλητικότητα θα μπορούσε να καταλογιστεί στο ελληνικό ΥΠΕΞ απέναντι σε τουρκικές προκλητικές ενέργειες, δεν εξηγείται ούτε και αιτιολογείται με αφετηρία τη Διακήρυξη, αλλά είναι προϊόν συγκυριακής επιλογής και συνολικής πολιτικής διαχείρισης στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Το κείμενο της Αθήνας είναι μια απλή διακήρυξη με έμφαση στα θέματα της χαμηλής πολιτικής, δηλαδή τη λεγόμενη θετική ατζέντα, και επαναλαμβάνει αυτονόητες αρχές και διαδικασίες για την ειρηνική επίλυση των διαφορών που δεσμεύουν όλα τα κράτη του πλανήτη. Αυτό σημαίνει, πως πέρα από τις διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί με αφορμή τη θετική ατζέντα της Αθήνας, κάθε πλευρά μπορεί να ερμηνεύει και να επικαλείται τη Διακήρυξη με τέτοιον τρόπο, ώστε να εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα και να προωθεί τις δικές της επιλογές. Παράλληλα, φυσικά μπορεί η μία πλευρά να εγκαλεί την άλλη για όσα έχουν δεσμευτεί πολιτικά με τη Διακήρυξη αλλά δεν τηρεί, και επομένως έτσι ενισχύεται η άσκηση πολιτικής και δημόσιας διπλωματίας στη λογική του blame game....

Με άλλα λόγια, η Διακήρυξη είναι ένα πολιτικό κείμενο που όσο βολεύει την Άγκυρα τόσο βολεύει και την Αθήνα, κάθε φορά που προκύπτει ένα ζήτημα που προκαλεί εντάσεις. Είναι μια βαλβίδα εκτόνωσης της πίεσης, όσο η χύτρα των ελληνοτουρκικών διαφορών γεμίζει με συμβάντα που δεν εξελίσσονται σε κρίσεις, όπως οι πρόσφατες του 2020.

Για παράδειγμα, μόλις την Παρασκευή το τουρκικό ΥΠΕΞ επικαλέστηκε τη Διακήρυξη της Αθήνας με αφορμή την Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών α) Περιβάλλοντος και Ενέργειας και β) Ανάπτυξης, για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία και την Εφοδιαστική Αλυσίδα, επειδή αφορά και σε νησιά του Αιγαίου των οποίων το καθεστώς κυριαρχίας αμφισβητείται κατά την πάγια άποψη της Άγκυρας τα τελευταία χρόνια. Και ταυτόχρονα, την ίδια ημέρα αναγνωρίστηκε και αναχαιτίστηκε ένα τουρκικό μη-επανδρωμένο αερόχημα από ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη, κοντά στο αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης.

Ασφαλώς, και τα δύο παραπάνω επεισόδια θα μπορούσαν να είχαν συμβεί και χωρίς τη Διακήρυξη της Αθήνας, και φυσικά δεν συνέβησαν εξαιτίας της. Όμως αρκεί μια αναφορά σε αυτήν για να καταδικαστεί η άλλη πλευρά χωρίς να υπάρξει συνέχεια, και επομένως ένταση.

Ενώ, λοιπόν, τόσο η Άγκυρα όσο και η Αθήνα μπορούν να επικαλούνται με ευκολία τις πολιτικές δεσμεύσεις και το πνεύμα της Διακήρυξης προκειμένου να ψέξουν η μια την άλλη για ό,τι θεωρούν μονομερείς ενέργειες στο Αιγαίο, οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν επιτρέπουν τόση δημιουργική ασάφεια και ευελιξία, και φυσικά δεν υπάρχει χώρος για ακατάσχετη πολιτικολογία. Για παράδειγμα, ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός αποτελεί μια πραγματικότητα που εντάσσεται στην ενωσιακή έννομη τάξη και επομένως αφορά στις σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας.

Βέβαια, για πρώτη φορά αποτυπώθηκαν σε επίσημο χάρτη οι ελληνικές θαλάσσιες ζώνες, σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, που στο σύνολό του σχεδόν έχει και εθιμική ισχύ και άρα δεσμεύει και την Τουρκία. Άρα, πλέον υπάρχουν χάρτες με συγκεκριμένες αξιώσεις και νομικά επιχειρήματα και συνεπώς χειροπιαστή νομική διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, και όχι αοριστολογίες.

Επιπλέον, εντός του πνεύματος της Διακήρυξης της Αθήνας, η Ελλάδα δημιούργησε θαλάσσια πάρκα στα χωρικά ύδατά της, ενώ η Τουρκία όχι, παραβιάζοντας έτσι ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. 
Και τέλος, το καλώδιο για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου δεν προϋποθέτει απολύτως καμία συναίνεση ή άδεια από την τουρκική πλευρά, σύμφωνα με το Άρθρο 79 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, εφόσον δεν διέρχεται από τουρκικά χωρικά ύδατα. 
Με άλλα λόγια, η Τουρκία καταγράφει τις ανεδαφικές αξιώσεις και τους αβάσιμους ισχυρισμούς της ενώ διαμαρτύρεται για μονομερείς ενέργειες από την Αθήνα, οι οποίες όμως και νόμιμες είναι και τοποθετούνται εντός του πλαισίου της Διακήρυξης της Αθήνας.

Φυσικά, η ένδεια των τουρκικών επιχειρημάτων και η αβασιμότητα των αξιώσεων της Άγκυρας είναι αντιστρόφως ανάλογα σε σχέση με την επεκτατική πολιτική της στο πεδίο και την ένταση στη ρητορική που χρησιμοποιεί. Ειδικά σήμερα, στον βαθμό που η υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή προσφέρει ευκαιρίες για την ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας. Επιπλέον, πέρα από τα ελλείμματα αξιοπιστίας που δημιουργεί η αμερικανική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή και αλλού, φαίνεται πως δημιουργεί ευκαιρίες που στηρίζονται περισσότερο στις διαπροσωπικές σχέσεις ηγετών και λιγότερο σε επεξεργασμένες πολιτικές ως αποτέλεσμα κάποιας υψηλής στρατηγικής.

Υπό αυτή την έννοια, μια ελληνοτουρκική κρίση με τον σημερινό Πρόεδρο των ΗΠΑ αυτόκλητο διαιτητή, όπως ο ίδιος συνηθίζει να κάνει, δεν είναι καθόλου θεμιτό ενδεχόμενο. Και αυτό είναι κάτι που η Άγκυρα το γνωρίζει, και θα το εκμεταλλευτεί εφόσον έχει την ευκαιρία. 
Από την άλλη πλευρά, όσο οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ παραμένουν τεταμένες, ειδικά με αφορμή την προσπάθεια της τουρκικής διείσδυσης στη Συρία, το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής κρίσης μοιάζει πιο απομακρυσμένο, αλλά όχι και απαραίτητα απίθανο.

Τέλος, σε ό,τι αφορά στην ελληνική εξωτερική πολιτική, ανεξάρτητα από την επιβίωση του πνεύματος της Διακήρυξης της Αθήνας, υπάρχει πάντα η άμυνα της διεθνούς νομιμότητας. Μάλιστα, χάρη στη συνεπή προσκόλληση της Ελλάδας στους κανόνες και τις αρχές του διεθνούς δικαίου, οφείλουμε να διαπιστώσουμε μια σημαντική σταδιακή μετατόπιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Ενώ τη δεκαετία του 1970 με αφορμή την ελληνική προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης στη Χάγη, η Άγκυρα ισχυριζόταν, πως η φύση των ελληνοτουρκικών διαφορών ήταν εξόχως πολιτική και ανεπίδεκτη νομικής αξιολόγησης, επειδή απέρριπτε τη δικαστική επίλυση, πλέον προσπαθεί συστηματικά να ντύσει νομικά τις αξιώσεις της και να τις εμφανίσει ενώπιον της διεθνούς κοινότητας ως εύλογες και δικαιολογημένες, χωρίς αυτό βέβαια να συνεπάγεται κάποια αλλαγή της θέσης της για την προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη.


Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκείνοι που απαξιώνουν τη σημασία των κανόνων και των αρχών του διεθνούς δικαίου στην κατάστρωση και την εφαρμογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, θα πρέπει να εξηγήσουν ικανοποιητικά και τη μεταστροφή της Τουρκίας στη νομική επιχειρηματολογία. Παρόμοια, αν κάποιος αντιλαμβάνεται την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής αποκλειστικά με όρους στρατιωτικής ισχύος, μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσει. Όχι μόνο γιατί οι κανόνες του διεθνούς δικαίου είναι μια αξιόλογη συνιστώσα της ισχύος που ένα κράτος μπορεί σήμερα να κινητοποιήσει, αλλά και γιατί ο Αμερικανός Πρόεδρος, ακούσια μας προσφέρει αρκετούς λόγους για να συνηγορήσουμε όχι μόνο υπέρ του διεθνούς δικαίου, αλλά για μια πιο σύνθετη και περιεκτική εννοιολόγηση της ίδιας της ισχύος.

Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης
30/08/2026

* Ο Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου και Αναπληρωτής Κοσμήτορας στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: