Η Ελλάδα σχεδιάζει μέσα στο 2026 πρόωρες αποπληρωμές περίπου 13 δισ. ευρώ, επιταχύνοντας σημαντικά ένα πρόγραμμα που αρχικά ήταν μικρότερο. Στο ποσό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αποπληρωμές ευρωπαϊκών δανείων και υποχρεώσεων που διαφορετικά θα έληγαν τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με στελέχη του οικονομικού επιτελείου, κάθε 1 δισ. ευρώ πρόωρης αποπληρωμής εκτιμάται ότι εξοικονομεί περίπου 30 εκατ. ευρώ ετησίως με βάση το κόστος νέου δανεισμού. Για τα 13 δισ. ευρώ η ετήσια εξοικονόμηση προσεγγίζει τα 360 εκατ. ευρώ και, σε βάθος επταετίας, μπορεί να υπερβεί τα 2 δισ. ευρώ.
Το ακόμη σημαντικότερο είναι η αλλαγή της συνολικής εικόνας της χώρας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεπε την άνοιξη ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει από 146,1% στο τέλος του 2025 σε 140,7% στο τέλος του 2026 και σε 134,4% το 2027. Οι νεότεροι ελληνικοί υπολογισμοί μετά την επιτάχυνση των αποπληρωμών τοποθετούν πλέον τον δείκτη ακόμη χαμηλότερα, κοντά στο 137% στο τέλος της χρονιάς.
Η χώρα διαθέτει παράλληλα υψηλό ταμειακό απόθεμα, το οποίο στο τέλος του 2025 ανερχόταν σε 39,6 δισ. ευρώ, ενώ η μέση σταθμική διάρκεια του δημόσιου χρέους παραμένει κοντά στα 19 χρόνια. Η Κομισιόν σημειώνει επίσης ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας παραμένουν χαμηλές σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει προσδώσει στην επιτάχυνση της αποπληρωμής σαφή πολιτική διάσταση, υποστηρίζοντας ότι η μείωση του χρέους σημαίνει μεγαλύτερη δημοσιονομική ελευθερία για το κράτος αλλά και μικρότερα βάρη για τους πολίτες. Στόχος είναι τα διμερή δάνεια να έχουν εξοφληθεί έως το 2031, αντί για το 2041 που προέβλεπε ο αρχικός προγραμματισμός.
Μέσα σε αυτό το τοπίο μπαίνει αναπόφευκτα και το ζήτημα των αποδοχών στο Δημόσιο. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκλεισε τη δικαστική οδό για την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει νομική υποχρέωση του Δημοσίου να επαναφέρει τα δώρα. Ενδεχόμενη επαναφορά τους μπορεί πλέον να γίνει μόνο με πολιτική και νομοθετική απόφαση.
Η κυβέρνηση από την πλευρά της δεν εντάσσει την επαναφορά του 13ου μισθού στον σχεδιασμό της ΔΕΘ.
Η συζήτηση μετατοπίζεται έτσι στο πώς θα αυξηθεί το καθαρό εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων μέσα από άλλες μόνιμες παρεμβάσεις, είτε μισθολογικές είτε φορολογικές.
Το ίδιο πλαίσιο αφορά συνολικά εργαζομένους και συνταξιούχους: η στόχευση είναι το όφελος να έχει διάρκεια και όχι να εξαντλείται σε μια εφάπαξ καταβολή.
Η ΔΕΘ ως αφετηρία και όχι ως τερματισμός
Αυτή είναι τελικά και η μεγάλη εικόνα που θέλει να παρουσιάσει το Μέγαρο Μαξίμου στη Θεσσαλονίκη. Η ΔΕΘ δεν σχεδιάζεται μόνο ως το σημείο ανακοίνωσης ορισμένων νέων μέτρων για το 2027, αλλά ως αφετηρία ενός οικονομικού σχεδιασμού που φιλοδοξεί να φθάσει έως το 2030.
Στο επίκεντρο θα βρίσκονται η αποκλιμάκωση της φορολογικής επιβάρυνσης, η ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων, η συνέχιση της αύξησης μισθών και συντάξεων, η περαιτέρω αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και η διατήρηση της ταχείας αποκλιμάκωσης του χρέους.
Η πολιτική εξίσωση είναι σαφής αλλά απαιτητική. Η καλή εικόνα των μακροοικονομικών δεικτών δεν αρκεί από μόνη της για έναν πολίτη που εξακολουθεί να πιέζεται από τις τιμές στο σουπερμάρκετ, το κόστος στέγασης ή την καθημερινή κατανάλωση. Αυτό έχει αναγνωρίσει επανειλημμένα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, επιμένοντας ότι η δημοσιονομική πρόοδος πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το μεγάλο κυβερνητικό στοίχημα της επόμενης περιόδου. Μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, την αποκλιμάκωση του χρέους και τα υψηλά πρωτογενή αποτελέσματα, η συζήτηση μετακινείται από το αν η ελληνική οικονομία μπορεί να παράγει πλεονάσματα στο τι σημαίνουν αυτά τα πλεονάσματα για την καθημερινή ζωή.
Το πέρασμα από τα τεκμήρια στον ακριβέστερο προσδιορισμό των πραγματικών εισοδημάτων, από τις έκτακτες επιδοτήσεις στις μόνιμες φοροελαφρύνσεις και από τη διαχείριση του χρέους στη δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου συνθέτει το οικονομικό αφήγημα με το οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να φτάσει έως το τέλος της δεκαετίας.
Γιατί το επόμενο στοίχημα δεν είναι πλέον μόνο να αποδειχτεί ότι η Ελλάδα μπορεί να έχει πλεονάσματα και να μειώνει το χρέος της. Είναι να αποδειχτεί στην πράξη ότι ένα μέρος αυτής της προόδου μπορεί να μετατρέπεται σε περισσότερα χρήματα στην τσέπη των πολιτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου