Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Τσαρλς Έλληνας: Οι επιπτώσεις της έγκρισης του τουρκολιβυκού και η εμπλοκή με τους υδρογονάνθρακες

Τις επιπτώσεις της έγκρισης του τουρκολιβυκού μνημονίου στις εγχώριες έρευνες υδρογονανθράκων αναλύει σε συνέντευξή του στο Liberal ο Τσαρλς Έλληνας, καθηγητής Ενεργειακής Πολιτικής και Senior Fellow στο Atlantic Council.
Όπως εξηγεί, η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή δεν νομιμοποιεί τις τουρκικές διεκδικήσεις, ενισχύει όμως πολιτικά την Άγκυρα.
Για τη Chevron και την ExxonMobil δεν προβλέπει ουσιαστική επίδραση στα επενδυτικά τους σχέδια, επισημαίνοντας ότι είχαν ήδη αξιολογήσει τους γεωπολιτικούς κινδύνους. 
Υπογραμμίζει ότι η παρουσία τους ενισχύει την ελληνική θέση, χωρίς να συνιστά διεθνή αναγνώριση θαλάσσιων ορίων.
Ανησυχία εκφράζει για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, τονίζοντας ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η δυνατότητα της Τουρκίας να επιβάλει στην πράξη τις αξιώσεις της. Ζητά έμπρακτη στήριξη από την ΕΕ, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, χαρακτηρίζει τη μεταστροφή της Ανατολικής Λιβύης διπλωματική επιτυχία της Άγκυρας. 
Προτείνει ευρωπαϊκή κινητοποίηση, νέα ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ, συνέχιση των ερευνών και διατήρηση διαύλων με όλες τις λιβυκές πλευρές. Επιμένει ότι η Αθήνα πρέπει να διασφαλίσει την άσκηση των δικαιωμάτων της και στο πεδίο, πέρα από τις διπλωματικές δηλώσεις...

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου 

Τι αλλάζει για την Ελλάδα με την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή;

Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Λιβύης αποτελεί σημαντική πολιτική και γεωπολιτική εξέλιξη. Δεν μεταβάλλει αυτομάτως το διεθνές δίκαιο ούτε νομιμοποιεί τις τουρκικές διεκδικήσεις. Αλλά ενισχύει ουσιαστικά τη δυνατότητα της Άγκυρας να προβάλλει αυτές τις διεκδικήσεις και, κυρίως, να τις μετατρέψει σε εμπόδια για τις ενεργειακές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό. Η Τουρκία επιδιώκει στην πράξη να επιβάλει την αντίληψη ότι η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να ζητούν τη συγκατάθεσή της για έρευνες, υποθαλάσσια καλώδια και άλλες δραστηριότητες στον θαλάσσιο διάδρομο που διεκδικεί μέσω του μνημονίου. 

Αυτή η προσέγγιση δεν συνάδει με τις αρχές του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Τα νησιά, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης και της Κύπρου, έχουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες. Το ακριβές εύρος της επήρειας τους σε μια οριοθέτηση μπορεί να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή δικαστικής κρίσης, αλλά δεν μπορούν απλώς να αγνοηθούν. 

Η Αθήνα οφείλει να αντιδράσει αποφασιστικά, όχι μόνο διπλωματικά αλλά και διασφαλίζοντας ότι τα ενεργειακά έργα θα προχωρήσουν. Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να επιτραπεί στην Τουρκία να μετατρέψει μια άκρως αμφισβητούμενη θαλάσσια οριοθέτηση σε ένα de facto δικαίωμα βέτο. 

Πόσο πιθανό είναι να δούμε τουρκικά ερευνητικά σκάφη νότια της Κρήτης μετά τη λιβυκή απόφαση; Ποια κίνηση θα σηματοδοτούσε ουσιαστική κλιμάκωση στο πεδίο; 

Η πιθανότητα τουρκικών ερευνητικών δραστηριοτήτων στις αμφισβητούμενες περιοχές αυξάνεται μετά την απόφαση της Λιβυκής Βουλής. Δεν θεωρώ όμως αναπόφευκτη μια άμεση, μεγάλης κλίμακας αντιπαράθεση. 

Πιθανότερη είναι μια σταδιακή στρατηγική δημιουργίας τετελεσμένων. Η Άγκυρα μπορεί αρχικά να προχωρήσει σε αναγγελίες ερευνών, έκδοση NAVTEX ή αποστολή ερευνητικού σκάφους σε περιοχές που επικαλύπτονται με ελληνικές παραχωρήσεις. 

Το κρίσιμο σημείο θα είναι η μετάβαση από τη διπλωματική αμφισβήτηση στη φυσική παρεμπόδιση δραστηριοτήτων. 

Ουσιαστική κλιμάκωση θα συνιστούσε η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων που θα επιχειρούσαν να εμποδίσουν ελληνικά ή συμβεβλημένα ερευνητικά σκάφη να εκτελέσουν προγραμματισμένες εργασίες. Ακόμη σοβαρότερη θα ήταν η πραγματοποίηση τουρκικών γεωτρήσεων σε περιοχές ελληνικών διεκδικήσεων. 

Η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για τέτοιες κινήσεις, χωρίς να επιδιώκει στρατιωτική αντιπαράθεση. Η συνέχιση των νόμιμων δραστηριοτήτων της, με κατάλληλη διπλωματική και επιχειρησιακή υποστήριξη, είναι καθοριστική. 

Μπορεί η λιβυκή απόφαση να επηρεάσει τις επενδυτικές αποφάσεις της Chevron και της ExxonMobil στην Ελλάδα; Πόσο αποτρεπτικά λειτουργεί η παρουσία τους και ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος της Ουάσιγκτον; 

Δεν θεωρώ ότι η απόφαση της λιβυκής Βουλής θα επηρεάσει ουσιαστικά τα επενδυτικά σχέδια της Chevron και της ExxonMobil στην Ελλάδα. 

Οι δύο αμερικανικές εταιρείες γνώριζαν πολύ καλά την ύπαρξη του τουρκολιβυκού μνημονίου και τις τουρκικές διεκδικήσεις όταν αποφάσισαν να αναλάβουν παραχωρήσεις νότια και δυτικά της Κρήτης. Είχαν ήδη αξιολογήσει τους γεωπολιτικούς κινδύνους και, παρ' όλα αυτά, αποφάσισαν να προχωρήσουν. 

Η απόφασή τους έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αποτελεί έμπρακτη αποδοχή της άσκησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στις συγκεκριμένες περιοχές. Οι εταιρείες επέλεξαν να συμβληθούν με το ελληνικό κράτος, παρά τις γνωστές τουρκικές αντιρρήσεις. 

Αυτό ενισχύει σημαντικά την ελληνική θέση σε πολιτικό και επενδυτικό επίπεδο. Δεν αποτελεί τυπική διεθνή αναγνώριση θαλάσσιων ορίων, αλλά δείχνει ότι δύο από τις μεγαλύτερες ενεργειακές εταιρείες παγκοσμίως θεωρούν το ελληνικό πλαίσιο επαρκή βάση για να προχωρήσουν. 

Η παρουσία τους λειτουργεί επίσης αποτρεπτικά, καθώς οποιαδήποτε τουρκική παρέμβαση θα επηρέαζε άμεσα σημαντικά αμερικανικά επιχειρηματικά συμφέροντα. 

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι εάν η Chevron και η ExxonMobil θα υποχωρήσουν λόγω της λιβυκής απόφασης, αλλά εάν η Τουρκία θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει στην πράξη δραστηριότητες δύο μεγάλων αμερικανικών εταιρειών. 

Η Ουάσιγκτον πρέπει να καταστήσει σαφές ότι υποστηρίζει την απρόσκοπτη διεξαγωγή νόμιμων ενεργειακών δραστηριοτήτων και αντιτίθεται στην επιβολή τετελεσμένων μέσω απειλών ή στρατιωτικής πίεσης. 

Πώς επηρεάζει η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου την υλοποίηση του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου, του Great Sea Interconnector; Μπορεί η Άγκυρα να παρεμποδίσει το έργο και πώς διασφαλίζεται η συνέχισή του; 

Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή περιπλέκει περαιτέρω την υλοποίηση του Great Sea Interconnector, καθώς η προβλεπόμενη διαδρομή του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου διέρχεται από τον θαλάσσιο διάδρομο που ορίζει το μνημόνιο. 

Η Τουρκία υποστήριζε ήδη, πριν από τη νέα εξέλιξη, ότι οποιαδήποτε έρευνα ή πόντιση καλωδίου σε περιοχές που θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της απαιτεί προηγούμενη τουρκική έγκριση. Η απόφαση της λιβυκής Βουλής δεν αλλάζει αυτή τη θέση ούτε προσδίδει στην Τουρκία πρόσθετα δικαιώματα βάσει του διεθνούς δικαίου. Ενισχύει όμως την πολιτική θέση της Άγκυρας και καθιστά δυσκολότερη τη διαχείριση των αντιδράσεών της. 

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Το είδαμε τον Ιούλιο του 2024 στην Κάσο, όταν η τουρκική παρέμβαση εμπόδισε την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων ερευνών. 

Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιήσει το μνημόνιο για να εμποδίσει στην πράξη την κατασκευή του GSI, ακόμη και εάν δεν διαθέτει νομικό δικαίωμα να το πράξει. 

Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει επομένως να εξασφαλίσουν έμπρακτη υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, ώστε οι έρευνες και η πόντιση να συνεχιστούν χωρίς να απαιτηθεί τουρκική συγκατάθεση. 

Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος να παγιωθεί μια κατάσταση στην οποία η Τουρκία θα αποκτήσει de facto δυνατότητα να εγκρίνει ή να εμποδίζει στρατηγικά ευρωπαϊκά ενεργειακά έργα. 

Αυτός είναι και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το GSI: όχι η νομική ισχύς του τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά η δυνατότητα της Τουρκίας να το επιβάλει στην πράξη. 

Τι σημαίνει η μεταστροφή της Ανατολικής Λιβύης για την ελληνική διπλωματία; Ποια περιθώρια συνεννόησης παραμένουν με την πλευρά Χαφτάρ και πώς πρέπει να κινηθεί η Αθήνα; 

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική διάσταση της εξέλιξης. 

Μέχρι πρόσφατα, η Αθήνα μπορούσε να αξιοποιεί την αντίθεση της Ανατολικής Λιβύης στο μνημόνιο του 2019. Η στάση αυτή δημιουργούσε περιθώρια συνεννόησης με την πλευρά Χαφτάρ και ενίσχυε την ελληνική διπλωματική επιχειρηματολογία. 

Με τη νέα απόφαση, αυτό το πλεονέκτημα περιορίζεται σημαντικά. 

Η Τουρκία έχει καταφέρει να αναπτύξει σχέσεις όχι μόνο με την κυβέρνηση της Τρίπολης αλλά και με την Ανατολική Λιβύη, παρά την προηγούμενη αντιπαράθεσή τους. 

Αυτό αποτελεί διπλωματική επιτυχία της Άγκυρας και δείχνει ότι η Τουρκία ακολουθεί μια μακροπρόθεσμη και συστηματική στρατηγική στη Λιβύη. 

Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τις επαφές της με την πλευρά Χαφτάρ. Αντίθετα, πρέπει να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους με όλες τις σημαντικές πολιτικές δυνάμεις της Λιβύης. 

Η Λιβύη παραμένει πολιτικά διαιρεμένη και η εφαρμογή οποιασδήποτε συμφωνίας εξαρτάται από πολύ περισσότερα από μια κοινοβουλευτική ψηφοφορία. 

Η ελληνική διπλωματία χρειάζεται μια ευρύτερη στρατηγική συνεργασίας με τη Λιβύη, που να περιλαμβάνει οικονομία, ενέργεια, υποδομές και θαλάσσιες μεταφορές, χωρίς να αποδέχεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο. 

Η ελληνική διπλωματία χρειάζεται μια ευρύτερη στρατηγική συνεργασίας με τη Λιβύη, που να περιλαμβάνει την οικονομία, την ενέργεια, τις υποδομές και τις θαλάσσιες μεταφορές, χωρίς να αποδέχεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να εμπλακεί ενεργά και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΕ αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Λιβύης και βασικό προορισμό των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου της, από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η λιβυκή οικονομία και τα κρατικά έσοδα. Παράλληλα, διατηρεί σημαντική συνεργασία με τη Λιβύη σε πολιτικό, οικονομικό επίπεδο και στον τομέα της ασφάλειας. Αυτή η σχέση παρέχει στην ΕΕ ουσιαστικά διπλωματικά και οικονομικά εργαλεία επιρροής, τα οποία πρέπει να αξιοποιηθούν για να ενθαρρυνθεί η Λιβύη να επανεξετάσει τη στάση της. Η Αθήνα πρέπει να επιδιώξει μια συντονισμένη ευρωπαϊκή πρωτοβουλία, καθιστώντας σαφές ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, αλλά αφορά ευρύτερα τα ευρωπαϊκά συμφέροντα και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Ποια πρέπει να είναι η άμεση απάντηση της Αθήνας, ώστε να προστατεύσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και να συνεχιστούν απρόσκοπτα οι έρευνες και τα ενεργειακά έργα; 

Η Ελλάδα πρέπει να αντιδράσει άμεσα και αποφασιστικά, συνδυάζοντας τη διπλωματική κινητοποίηση με τη συνέχιση των ενεργειακών δραστηριοτήτων. 

Πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η ενεργότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΕ έχει ήδη απορρίψει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά τώρα πρέπει να προχωρήσει πέρα από τις δηλώσεις. Ως μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Λιβύης και βασικός προορισμός των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου της, διαθέτει σημαντική οικονομική και πολιτική επιρροή. Η Αθήνα πρέπει να επιδιώξει συντονισμένη ευρωπαϊκή πρωτοβουλία προς τη Λιβύη, αξιοποιώντας αυτή την επιρροή. 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επαναβεβαιώσει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τους. Συνεπώς, η Ελλάδα σαν μέλος κράτος πρέπει να ζητήσει όχι απλώς νέα καταδίκη αλλά συγκεκριμένη ευρωπαϊκή δράση για την απόρριψη του Μνημονίου και την προστασία των ενεργειακών δραστηριοτήτων. 

Εξίσου σημαντική είναι η ενεργός εμπλοκή των ΗΠΑ. Η Ελλάδα πρέπει να ζητήσει από την Ουάσιγκτον να επαναβεβαιώσει δημόσια την αντίθεσή της στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και να καταστήσει σαφές ότι αυτό δεν μπορεί να δημιουργεί νόμιμα δικαιώματα εις βάρος της Ελλάδας. Η παρουσία της Chevron και της ExxonMobil στις ελληνικές παραχωρήσεις προσδίδει πρόσθετη σημασία στην αμερικανική τοποθέτηση. 

Παράλληλα, η Αθήνα πρέπει να απορρίψει εκ νέου και επισήμως το μνημόνιο στα Ηνωμένα Έθνη, με νέα ρηματική διακοίνωση που να αφορά ειδικά την πρόσφατη επικύρωσή του από τη λιβυκή Βουλή. Πρέπει να επαναβεβαιώσει ότι η συμφωνία παραβιάζει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, αγνοεί την επήρεια των ελληνικών νησιών και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος της Ελλάδας. Η ελληνική θέση πρέπει επίσης να κοινοποιηθεί στους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς, ώστε να μην αφήνεται περιθώριο ερμηνείας της ελληνικής στάσης ως σιωπηρής αποδοχής. 

Ταυτόχρονα, πρέπει να προχωρήσουν χωρίς καθυστερήσεις τα ερευνητικά προγράμματα της Chevron και της ExxonMobil. Οι εταιρείες γνώριζαν τις τουρκικές διεκδικήσεις όταν αποφάσισαν να επενδύσουν στις ελληνικές παραχωρήσεις. Η απόφασή τους αποτελεί έμπρακτη αποδοχή της άσκησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στις συγκεκριμένες περιοχές. 

Απαιτείται επίσης συγκεκριμένο σχέδιο για την ολοκλήρωση του Great Sea Interconnector. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να εξασφαλίσουν έμπρακτη υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, ώστε οι έρευνες και η πόντιση του καλωδίου να προχωρήσουν χωρίς να απαιτηθεί τουρκική συγκατάθεση. 

Τέλος, πρέπει να ενισχυθεί ο συντονισμός με την Αίγυπτο και να διατηρηθούν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας με όλες τις πλευρές της Λιβύης. 

Το σημαντικότερο είναι να μη μετατραπεί η τουρκική αμφισβήτηση σε πρακτικό δικαίωμα βέτο επί των ενεργειακών δραστηριοτήτων της Ελλάδας και της Κύπρου. Η απάντηση πρέπει να είναι ταυτόχρονα νομική, διπλωματική και επιχειρησιακή. Η Ελλάδα δεν αρκεί να υπερασπίζεται τα δικαιώματά της με δηλώσεις. Πρέπει να διασφαλίζει ότι μπορεί να τα ασκεί και στην πράξη.  

Επιπλέον, δύο στοιχεία ενισχύουν ιδιαίτερα την παραπάνω ανάλυση. 

Πρώτον, η θέση της ΕΕ είναι ήδη σαφής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επαναβεβαιώσει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τους. Συνεπώς, η Ελλάδα σαν μέλος κράτος πρέπει να ζητήσει όχι απλώς νέα καταδίκη αλλά συγκεκριμένη ευρωπαϊκή δράση για την απόρριψη του Μνημονίου και την προστασία των ενεργειακών δραστηριοτήτων.  

Δεύτερον, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters στις 15 Οκτωβρίου, έχουν ήδη κινηθεί διαδικασίες για την επανέναρξη των θαλάσσιων ερευνών του GSI, ενώ οι ΗΠΑ έχουν εκφράσει ισχυρή υποστήριξη προς το έργο και προθυμία διπλωματικής συνδρομής. Αυτό δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία να μετατραπεί η πολιτική υποστήριξη σε πραγματική πρόοδο.  

Τσαρλς Έλληνας
21/10/2026 

Δεν υπάρχουν σχόλια: