Το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων της χώρας μας έως τα 12 ν.μ., που προσφέρει το Δίκαιο της Θάλασσας, αποτελεί το πιο σημαντικό «όπλο» για την Ελλάδα απέναντι στον επεκτατικό αναθεωρητισμό της Τουρκίας και είναι αυτό το οποίο θα παίξει κρίσιμο ρόλο σε μια μελλοντική διαπραγμάτευση για τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών.
Η Ελλάδα δεν ασκεί το δικαίωμα αυτό μετά το 1982, όταν συμφωνήθηκε το νέο Δίκαιο της Θάλασσας στο Μοντέγκο Μπέι της Τζαμάικα, ούτε φυσικά μετά την κύρωση της Συνθήκης από την Ελληνική Βουλή 13 χρόνια αργότερα, καθώς μεσολάβησε το ψήφισμα της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 για το casus belli.
Η απειλή πολέμου, πάντως, είχε διατυπωθεί από επίσημα χείλη στην Τουρκία ήδη από το 1974, όπως καταγράφεται σε επίσημα αμερικανικά έγγραφα, καθώς ήδη είχε εμφανιστεί η τάση αυτή της Διεθνούς Κοινότητας για μετατροπή της επέκτασης έως τα 12 ν.μ. σε θεσμικό δίκαιο.
Η μεγάλη συζήτηση που υπήρξε επί χρόνια στην Ελλάδα είναι εάν η μη άσκηση δικαιώματος τελικά αποδυναμώνει το δικαίωμα αυτό, κάτι που έχει βάση αλήθειας, όμως γεγονός είναι ότι νομικά το δικαίωμα δεν παραγράφεται και σε ότι αφορά στην υφαλοκρηπίδα είναι «εξ υπαρχής και αυτοδικαίως»(ipso facto και ab initio).
Η απειλή πολέμου που είχε διατυπωθεί από την Τουρκία είναι ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας και υπάρχει ίσως σοβαρή ευθύνη των ελληνικών κυβερνήσεων μετά το 1980, όταν απέφυγαν, υπό διαφορετικές συνθήκες και ευνοϊκότερους συσχετισμούς στο Αιγαίο, να ασκήσουν το δικαίωμα αυτό και έτσι, από θέση διπλωματικής ισχύος, να επιδιωχθεί η διαπραγμάτευση με την Τουρκία για την υφαλοκρηπίδα.
Αρνητικό ορόσημο ήταν η Συμφωνία της Μαδρίτης το 1997, όπου η Ελλάδα δεσμεύτηκε για αποφυγή «μονομερών ενεργειών», αναγνωρίζοντας «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο...
