Ο επίκουρος καθηγητής Ψηφιακών Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, Αθανάσιος Μποζίνης, επισημαίνει ότι, κατά την εκτίμησή του, τα συγκεκριμένα περιστατικά δεν συνιστούν κατ’ ανάγκην τρομοκρατική ή υβριδική απειλή, αλλά μια μορφή διαδικτυακού εκφοβισμού, η μαζικότητα του οποίου δημιουργεί εύλογη ανησυχία. Παράλληλα, προειδοποιεί για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δυνατότητα κυβερνοεπιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές, από τις μεταφορές και την ενέργεια μέχρι την εφοδιαστική αλυσίδα.
Με το βλέμμα στραμμένο στο 2027 και στις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ευρώπη, ο δρ. Μποζίνης εκτιμά ότι οι υβριδικές απειλές θα ενταθούν, με αυξανόμενη χρήση deepfakes, παραπληροφόρησης και μεθόδων γνωσιακού πολέμου που μπορούν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς. Τονίζει, μάλιστα, ότι οι «κυβερνοστρατοί» βρίσκονται συχνά πολλά βήματα μπροστά από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ασφαλείας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην Ελλάδα, η οποία, όπως υποστηρίζει, βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με υβριδικές πιέσεις, από το μεταναστευτικό και την ενέργεια μέχρι την τουρκική κυβερνοπροπαγάνδα.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο...
Κύριε Μποζίνη, το κύμα ψευδών απειλών για βόμβες σε δεκάδες ευρωπαϊκές πτήσεις, που προκάλεσε αναγκαστικές προσγειώσεις και κινητοποίηση ακόμη και μαχητικών αεροσκαφών, δημιουργεί ένα πρωτοφανές κλίμα ανασφάλειας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα μορφή υβριδικού πολέμου, όπου μια απλή ψηφιακή απειλή μπορεί να παραλύσει κρίσιμες υποδομές, χωρίς να απαιτείται πραγματικό τρομοκρατικό χτύπημα;
Η δική μου εκτίμηση είναι ότι αυτές οι ενέργειες δεν ήταν ούτε υβριδική ούτε τρομοκρατική απειλή. Υπήρξε ένα είδος cyberbullying, απειλές μέσω του κυβερνοχώρου. Η χρήση απειλών για τοποθέτηση βομβών στις συγκοινωνίες υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Απλώς παλαιότερα η αναγγελία και η προειδοποίηση γίνονταν μέσω τηλεφώνου, ενώ τώρα γίνονται μέσω του διαδικτύου.
Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι η μαζικότητα είναι εκείνη που δημιουργεί ιδιαίτερη ανησυχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και η χρονική συγκυρία, στο πλαίσιο του ρωσοουκρανικού πολέμου αλλά και γενικότερα των δύο περιφερειακών πολέμων, εντείνει την ανησυχία για την ασφάλεια των συγκοινωνιών και των μεταφορών. Δεν αναφερόμαστε μόνο σε αεροπλάνα και πλοία, αλλά και σε τρένα, λεωφορεία, μέσα μαζικής μεταφοράς και οτιδήποτε άλλο μπορεί να παραβιαστεί ψηφιακά. Πρόκειται για αυτό που ονομάζουμε «ψηφιακό παράθυρο» προς μια απειλή.

Τα απειλητικά μηνύματα φέρουν την υπογραφή της ρωσικής εξτρεμιστικής οργάνωσης «Male State», η οποία έχει απαγορευτεί στη Ρωσία, αλλά έχει εκφράσει ανοιχτά τη στήριξή της στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Πώς ερμηνεύετε αυτή την αντίφαση; Θα μπορούσαν τέτοιες οργανώσεις να λειτουργούν ως ανεπίσημοι μηχανισμοί αποσταθεροποίησης, εξυπηρετώντας γεωπολιτικά συμφέροντα της Μόσχας, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα άμεση κρατική καθοδήγηση;
Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά. Το έχουμε δει και σε πολλούς πολέμους: αυτόνομες ομάδες που λειτουργούν χωρίς να γνωρίζουμε ποια είναι η χρηματοδότησή τους, ποια τα κίνητρά τους ή με ποιον τρόπο συνδέονται με άλλους παράγοντες. Υπάρχουν και εξτρεμιστικές ομάδες, οι οποίες πλέον εμφανίζονται και δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο.
Το γεγονός ότι η Μόσχα έχει απαγορεύσει τη συγκεκριμένη εξτρεμιστική οργάνωση δεν σημαίνει ότι οι ενέργειές της δεν θα μπορούσαν να εξυπηρετούν στόχους δημιουργίας ανασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό, όμως, που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι πλέον υπάρχουν οι ψηφιακοί «μοναχικοί λύκοι» (lone wolves), αλλά και ομάδες που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να διευρύνουν την ανασφάλεια και να δημιουργήσουν ένα νέο τοπίο υβριδικών απειλών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Από τη σκοπιά των Ψηφιακών Διεθνών Σχέσεων, πόσο εύκολο είναι σήμερα για μια εξτρεμιστική οργάνωση ή ακόμη και για έναν κρατικό μηχανισμό να ενορχηστρώσει μια διασυνοριακή εκστρατεία εκφοβισμού μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ανώνυμων λογαριασμών και ψηφιακών δικτύων; Και πόσο δύσκολο είναι για τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας να ταυτοποιήσουν τους πραγματικούς δράστες, όταν υπάρχει η δυνατότητα σκόπιμης παραπλάνησης ως προς την ταυτότητά τους;
Έξυπνη ερώτηση, με μεγάλη βέβαια απάντηση. Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος. Πρώτον, το διαδίκτυο είναι παγκόσμιο. Η παγκοσμιοποίησή του δίνει τη δυνατότητα σε εξτρεμιστικές δυνάμεις και σε ψηφιακούς «μοναχικούς λύκους», με τη δική τους ιδεολογία και πρακτική, να επιτίθενται παντού. Άρα οι ευρωπαϊκές χώρες, οι κρατικές και μη κρατικές δομές, βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με έναν καινούργιο παγκόσμιο κίνδυνο.
Δεύτερον, η ευχέρεια χρήσης της τεχνολογίας και η απουσία γραφειοκρατίας σε αυτές τις ομάδες έχουν ως αποτέλεσμα να μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναζητούν το ευαίσθητο σημείο μιας κρατικής ή μη κρατικής δομής ή μιας επιχείρησης, το οποίο μπορεί να γίνει αντικείμενο ψηφιακής επίθεσης. Το μεγάλο πρόβλημα, κύριε Παναγόπουλε, δεν είναι μόνο οι «μοναχικοί λύκοι» που δραστηριοποιούνται στον κυβερνοχώρο, αλλά και οι επιθέσεις σε κυβερνοφυσικές υποδομές.
Παραδείγματος χάρη, είδαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι, πέρα από τα e-mail, υπήρξαν και επιθέσεις σε σουπερμάρκετ. Έχουμε περάσει πλέον στην πιο επικίνδυνη πλευρά της χρήσης του διαδικτύου: στην παραβίαση συστημάτων που ρυθμίζουν τις θερμοκρασίες, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται τρόφιμα. Η κυβερνοφυσική ασφάλεια έρχεται πλέον στο προσκήνιο, πέρα από τα ανώνυμα ή επώνυμα απειλητικά μηνύματα.
Υπήρξε επίσης, την προηγούμενη εβδομάδα, μια επίθεση που αποδόθηκε σε Βορειοκορεάτες, με αναφορές στη CIA και στο FBI, εναντίον αμερικανικής τράπεζας κρυπτονομισμάτων, με ποσό περίπου 6 δισ. δολαρίων. Εκεί η επίθεση παρέμεινε στο ψηφιακό πεδίο. Τον Οκτώβριο, όμως, αναφέρθηκαν κυβερνοεπιθέσεις σε μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ στη Γαλλία, σε τουλάχιστον 200 καταστήματα, με καταστροφή τροφίμων, εν μέσω κοινωνικών αντιδράσεων για τις αυξήσεις των τιμών. Αντιλαμβάνεστε ότι όλα αυτά αυξάνουν την ανησυχία όχι μόνο για τις κυβερνοεπιθέσεις αλλά και για τις πραγματικές συνέπειές τους. Παράλληλα, δημιουργούν ένα εξελισσόμενο πεδίο δράσης για τους παγκόσμιους «κυβερνοστρατούς», είτε είναι επίσημοι είτε ανεπίσημοι.

Ο συγχρονισμός των απειλών και η γεωγραφική διασπορά τους, από τη Βρετανία και τη Γαλλία μέχρι την Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, δημιουργούν ερωτήματα για τον πραγματικό στόχο αυτών των ενεργειών. Πρόκειται απλώς για πρόκληση πανικού ή για μια οργανωμένη προσπάθεια δοκιμασίας των αντανακλαστικών των ευρωπαϊκών κρατών, με παράλληλη οικονομική επιβάρυνση, αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης των πολιτών και συλλογή πληροφοριών για τις αντιδράσεις των μηχανισμών ασφαλείας;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μπροστά της, εντός του 2027, πολύ σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις. Αναφέρομαι στη Γαλλία, στην Ισπανία, στη Γερμανία, στην Ελλάδα και στη Σουηδία. Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι επιθέσεις έχουν δύο βασικούς σκοπούς. Πρώτον, να δημιουργήσουν κλίμα ανασφάλειας και δυσπιστίας στους πολίτες και στις επιχειρήσεις, την αίσθηση ότι δεν μπορούν πλέον να προστατευτούν από τις ίδιες τις κυβερνήσεις τους, οι οποίες δέχονται κυβερνοεπιθέσεις, ακόμη και σε κυβερνοφυσικό επίπεδο, όπως σας ανέφερα.
Δεύτερον, να δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα των πολιτικών συστημάτων και των δημοκρατιών ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Αυτό που θέλω να τονίσω ιδιαίτερα είναι ότι, όσο πλησιάζουμε στις εθνικές εκλογές του 2027 σε διάφορα κράτη, τόσο περισσότερο θα βλέπουμε ευρεία χρήση deepfakes, αλλά και μεθόδων ψυχολογικού, πληροφοριακού, υβριδικού και γνωσιακού πολέμου (cognitive warfare).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη προειδοποιήσει για την κλιμάκωση των ρωσικών υβριδικών επιχειρήσεων, από κυβερνοεπιθέσεις και δολιοφθορές μέχρι εκστρατείες παραπληροφόρησης. Θεωρείτε ότι η Ευρώπη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με έναν διαρκή, ακήρυκτο πόλεμο χαμηλής έντασης; Και πόσο πιθανό είναι να δούμε ανάλογες επιχειρήσεις εναντίον άλλων κρίσιμων υποδομών, όπως τα ενεργειακά δίκτυα, οι τηλεπικοινωνίες και οι μεταφορές;
Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, αρχίζουν να δίνονται οδηγίες για κιτ επιβίωσης 24 ωρών, καθώς θεωρείται ότι μέσα σε αυτό το διάστημα θα μπορεί να υπάρξει αντίδραση από τις κρατικές υπηρεσίες σε περίπτωση που ένας πολίτης βρεθεί αντιμέτωπος με συνθήκες ανασφάλειας λόγω επίθεσης σε κρίσιμη υποδομή. Τέτοιες υποδομές είναι, όπως είπατε, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις, η ύδρευση και ο έλεγχος του νερού, οι συγκοινωνίες, οι τηλεπικοινωνίες, αλλά και ειδικές εγκαταστάσεις που συνδέονται με τρόφιμα, αποθήκες της εφοδιαστικής αλυσίδας και φάρμακα.
Ήδη, λοιπόν, αρχίζουν σταδιακά να λαμβάνονται μέτρα, διότι υπάρχει η εκτίμηση —και είναι και δική μου— ότι θα έχουμε κορύφωση εντός του 2027, λόγω των εθνικών εκλογών, ειδικά σε ό,τι αφορά τα deepfakes και την παραπληροφόρηση σε πολιτικό επίπεδο.
Το γεγονός ότι ορισμένες απειλές αποδείχθηκαν ψευδείς δημιουργεί έναν πρόσθετο κίνδυνο: οι υπηρεσίες ασφαλείας να συνηθίσουν τους αλλεπάλληλους συναγερμούς και να υποτιμήσουν κάποια πραγματική απειλή. Είναι επαρκώς προετοιμασμένη η Ευρώπη και για αυτό το ενδεχόμενο; Χρειάζεται, κατά την άποψή σας, μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική ψηφιακής επιτήρησης, ανταλλαγής πληροφοριών και αντιμετώπισης των υβριδικών απειλών, πέρα από τα υφιστάμενα εθνικά πρωτόκολλα;
Δεν θα μιλούσα απαραίτητα για ψηφιακή επιτήρηση. Είναι αυτό που ονομάζω εδώ και πάρα πολλά χρόνια «ψηφιακή θωράκιση». Και, βεβαίως, όταν μιλάμε για τα 27 κράτη-μέλη, δεν πρέπει να αφήνουμε έξω το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο έχει γίνει πολλές φορές στόχος κυβερνοεπιθέσεων και κυβερνοφυσικών επιθέσεων.
Η εκτίμησή μου είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι κρατικές και μη κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας έχουν μεγάλο δρόμο μπροστά τους μέχρι να μπορέσουν να πουν ότι διαχειρίζονται αποτελεσματικά οποιαδήποτε κυβερνοεπίθεση. Από την άλλη, οι «κυβερνοστρατοί» βρίσκονται συχνά πολλά βήματα μπροστά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεδομένου ότι δεν έχουν ούτε τη γραφειοκρατία ούτε το πολιτικό κόστος. Όταν στοχεύουν, μπορούν να εξαπολύουν τα κυβερνοόπλα τους και, πολύ περισσότερο, να κρύβονται πίσω από την ανωνυμία, δημιουργώντας παραπληροφόρηση.
Και να σας πω και κάτι ακόμη, κύριε Παναγόπουλε: δεν θα ήταν η πρώτη φορά που η Ρωσία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα ή κάποιο άλλο κράτος θα επιχειρούσε να παρέμβει σε εκλογές. Οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναγνωρίσει ότι η Ρωσία επιχείρησε να επηρεάσει την προεδρική εκλογική διαδικασία μέσω παραπληροφόρησης και υποστήριξης προς τον Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Χίλαρι Κλίντον.

Ανάμεσα στις πτήσεις που δέχθηκαν απειλές περιλαμβάνονται και δύο της Aegean, γεγονός που φέρνει το ζήτημα ακόμη πιο κοντά στην Ελλάδα. Με δεδομένη τη γεωστρατηγική θέση της χώρας μας, τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και τον ρόλο της ως ενεργειακού και μεταφορικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο, πόσο εκτεθειμένη θεωρείτε ότι είναι σε τέτοιου είδους υβριδικές επιθέσεις; Και ποια θα πρέπει να είναι η ελληνική απάντηση σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας, τεχνολογικής θωράκισης και διεθνών συνεργασιών;
Πολύ ωραία ερώτηση, καθώς καταλήγουμε και στην Ελλάδα. Στη χώρα μας υπάρχει αυτή τη στιγμή το Παρατηρητήριο Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών. Έχω τη χαρά να συμμετέχω στο Επιστημονικό Συμβούλιο Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας. Όμως, από μόνο του ένα τέτοιο όργανο δεν μπορεί να κάνει τα πάντα, όσο κι αν υπάρχει ενημέρωση προς αρμόδια πρόσωπα σε υψηλό επίπεδο αλλά και προς την κοινωνία, όπως κάνουμε αυτή τη στιγμή μαζί.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει η ίδια ένταση ανησυχίας, καθώς δεν έχουμε υπάρξει στόχος αντίστοιχων περιστατικών στον ίδιο βαθμό με ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι απειλές για τις πτήσεις της Aegean αποδείχθηκαν ψευδείς. Είναι, ωστόσο, κάτι αντίστοιχο με τα παλαιότερα απειλητικά τηλεφωνήματα, τα οποία αυτή τη φορά έγιναν μέσω e-mail.
Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα αποτελεί εδώ και αρκετά χρόνια στόχο υβριδικών απειλών, με αφετηρία, αν θυμάμαι καλά, τα γεγονότα του 2020 στον Έβρο και το μεταναστευτικό. Υπάρχει χρήση υβριδικών «όπλων», όπως η ενέργεια, η μετανάστευση, τα fake news, η κυβερνοπροπαγάνδα γύρω από τη «Γαλάζια Πατρίδα», αλλά και μη νόμιμες συμφωνίες, όπως το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, που επιχειρούν να μεταβάλουν το πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Όλα αυτά αποτελούν, κατά την άποψή μου, υβριδικές κινήσεις με σκοπό να αλλάξουν την πραγματικότητα.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει αμέτοχη στη διαχείριση των υβριδικών απειλών, οι οποίες συνεχώς θα αυξάνονται και ενδέχεται να κορυφωθούν λίγο πριν από τις εθνικές εκλογές, όποτε κι αν πραγματοποιηθούν. Αυτό που απαιτείται είναι η ψηφιακή θωράκιση της Ελλάδας. Η κυβέρνηση, μέσα από την ευρωπαϊκή επικοινωνία και τον συντονισμό, αλλά και σε συνάρτηση με τη στρατηγική συνεργασία με την Κύπρο και το Ισραήλ, πρέπει να είναι σε θέση όχι μόνο να διαχειρίζεται τις υβριδικές απειλές, αλλά κυρίως να τις εντοπίζει εγκαίρως.
Οι υβριδικές απειλές εκδηλώνονται σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων. Δεν γνωρίζουμε πώς θα καταλήξουν οι δύο μεγάλοι περιφερειακοί πόλεμοι, η σύγκρουση που σχετίζεται με το Ιράν και ο ρωσοουκρανικός πόλεμος, ούτε πώς θα εξελιχθεί ο ενεργειακός πόλεμος. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι η Ελλάδα θα παραμένει εκτεθειμένη σε απειλές, ιδίως όταν υπάρχουν εχθρικές ενέργειες από γειτονικές χώρες αλλά και ενδεχόμενες επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.
* O Μποζίνης Η. Αθανάσιος είναι Διεθνολόγος-Οικονομολόγος, Επίκουρος Καθηγητής Ψηφιακών Διεθνών Σχέσεων (Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης - Πληροφοριακού & Υβριδικού Πολέμου) του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας και μέλος της Τεχνικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Στρατηγικών και Αναδυόμενων Τεχνολογιών του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου