Δυο είναι οι σταθερές στην πολιτική διαδρομή του Αλέξη Τσίπρα.
Αυτή δεν είναι η μοναδική περίπτωση που ο πρώην Πρωθυπουργός διακατέχεται από το σύνδρομο της «κοντής μνήμης». Για παράδειγμα, σήμερα εμφανίζεται περίπου ως ο πολιτικός που προστάτευσε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Μόνο που και εδώ η ιστορία έχει κάποιες ενοχλητικές λεπτομέρειες. Η σημαντικότερη είναι ότι ο περίφημος νόμος Κατσέλη, ο ν. 3869/2010, δεν έμεινε ανέγγιχτος επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, περιόρισε αρχικά την προστασία του με τον ν. 4346/2015, θέτοντας ως καταληκτική ημερομηνία την 31η Δεκεμβρίου 2018. Η προθεσμία παρατάθηκε στη συνέχεια για δύο ακόμη μήνες, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2019. Ακολούθως ήρθε ο ν. 4605/2019 μέσω του οποίου «καταργήθηκε» ο νόμος Κατσέλη και στη θέση του θεσπίστηκε ένα διαφορετικό, πολύ πιο περιορισμένο πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας, με ηλεκτρονική πλατφόρμα, αυστηρά κριτήρια επιλεξιμότητας και συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.
Η «δικαιολογία» της διαπραγμάτευσης του 2015
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και όταν ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρεται στην περίφημη διαπραγμάτευση του 2015. Σήμερα επιχειρεί να την παρουσιάσει ως μια γενναία πολιτική αναμέτρηση με τους δανειστές, αποφεύγοντας συστηματικά να αναφερθεί στον πολιτικό και οικονομικό «λογαριασμό» που πλήρωσε η χώρα. Κλειστές τράπεζες, capital controls, ασφυξία στην αγορά και τελικά ένα τρίτο αχρείαστο μνημόνιο, το οποίο η κυβέρνησή του υπέγραψε, αφού προηγουμένως είχε οδηγήσει τη χώρα σε ένα δημοψήφισμα με ένα ερώτημα που λίγες ημέρες αργότερα έδωσε τη θέση του σε μια εντελώς διαφορετική συμφωνία. Το «Όχι» έγινε «Ναι» και η περίφημη περήφανη διαπραγμάτευση κατέληξε σε ένα νέο πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης ύψους έως 86 δισεκατομμυρίων ευρώ, από το οποίο εκταμιεύθηκαν τελικά 61,9 δισεκατομμύρια. Μια μικρή λεπτομέρεια που μάλλον δεν χωράει στο σημερινό αφήγημα της πολιτικής δικαίωσης που αναζητά.
Ανάλογη είναι η επιλεκτικότητα της μνήμης του και για το περίφημο «μαξιλάρι» των 37 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο πρώην πρωθυπουργός το παρουσιάζει ως προσωπικό δημοσιονομικό επίτευγμα, σχεδόν ως απόδειξη μιας οικονομικής διαχείρισης που άφησε τη χώρα σε θέση ισχύος. Ξεχνά, όμως, να εξηγήσει ότι το συγκεκριμένο απόθεμα διαμορφώθηκε μέσα από τις εκταμιεύσεις του τρίτου προγράμματος, τις εξόδους στις αγορές και την υπερφορολόγηση που χαρακτήρισε εκείνη την περίοδο. Αν μη τι άλλο το να εμφανίζεις το τελικό απόθεμα ως παράσημο, χωρίς να αναφέρεσαι στον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε, είναι τουλάχιστον μισή αλήθεια. Και στην πολιτική, οι μισές αλήθειες συχνά αντιστοιχούν σε ολόκληρα ψέματα.
Η δήθεν προστασία της δημόσιας περιουσίας
Επίσης υπάρχει και η μεγάλη αντίφαση της δήθεν προστασίας του δημόσιου πλούτου. Ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να εμφανίζεται ως υπερασπιστής της δημόσιας περιουσίας. Ξεχνά, όμως, ότι επί της δικής του διακυβέρνησης θεσμοθετήθηκε το Υπερταμείο, με διάρκεια ζωής 99 ετών, στο οποίο μεταφέρθηκαν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου. Μάλιστα, η σύσταση και λειτουργία του αποτέλεσε βασική δέσμευση του τρίτου μνημονίου.
Η ιστορία δεν κάνει rebranding
Έτσι, η περίφημη παραδοχή για τις «αυταπάτες» που είχε το 2015 δεν ήταν απλώς μια προσωπική εξομολόγηση, αλλά το επιστέγασμα μιας ολόκληρης περιόδου που η χώρα πλήρωσε ακριβά.
Η μετάβαση από το «σκίσιμο των μνημονίων» στη σκληρή συνθηκολόγηση με την πραγματικότητα θα έπρεπε να είχε λειτουργήσει για τον ίδιο ως ένα μόνιμο μάθημα πολιτικού ρεαλισμού. Αντίθετα, σήμερα αποπειράται μια ολική πολιτική επαναφοράς, με το πρόσχημα της «διεκδίκησης των ονείρων» της κοινωνίας, αλλά και της νομιμότητάς του.
Το πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση είναι η έμμεση απαίτησή του να ξεχάσουμε όσα ο ίδιος δεν θέλει να θυμάται. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα επικοινωνιακά επιτελεία, η ιστορία δεν κάνει rebranding.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου