Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Ενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑ: Τι φέρνουν σε ελληνοτουρκικά, F-35 και Αν. Μεσόγειο

Μια ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον και να δυσκολέψει την εσωτερική ατζέντα του Ντόναλντ Τραμπ, 
χωρίς όμως να περιορίσει στον ίδιο βαθμό την ελευθερία κινήσεών του στην εξωτερική πολιτική. 
Ο διεθνολόγος Θεόδωρος Τσίκας, αναλύει τι θα σήμαινε ένα Κογκρέσο υπό Δημοκρατικό έλεγχο για την Ευρώπη, την Ουκρανία, την Κίνα, την Ταϊβάν και τη Μέση Ανατολή.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτούν, ωστόσο, οι πιθανές επιπτώσεις για την Ελλάδα. 
Ο Θεόδωρος Τσίκας εξετάζει πώς θα μπορούσαν να επηρεαστούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, η υπόθεση των F-35 για την Τουρκία, η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ και η ελληνική ενεργειακή πολιτική, επισημαίνοντας ότι οι ισορροπίες στο αμερικανικό Κογκρέσο μπορούν να μεταβάλουν το πολιτικό κλίμα, χωρίς κατ’ ανάγκη να ανατρέψουν τις βασικές επιλογές του Λευκού Οίκου...

Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο

Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από τα ελληνοτουρκικά. Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές και ο Ντόναλντ Τραμπ βρεθεί απέναντι σε μια Βουλή ή ακόμη και σε μια Γερουσία υπό Δημοκρατικό έλεγχο, πώς θα μπορούσε αυτό να επηρεάσει τις ισορροπίες ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα;

Το κλίμα στο Κογκρέσο θα ήταν λιγότερο ευνοϊκό προς την Τουρκία, να το πω έτσι, διότι θα μπορούσαν να γίνουν παρεμβάσεις, να έρθουν ψηφίσματα τα οποία θα ήταν πιο επικριτικά για την Τουρκία, κυρίως όμως όσον αφορά την εσωτερική της πολιτική, δηλαδή τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των μειονοτικών δικαιωμάτων, των ατομικών ελευθεριών, τους φυλακισμένους πολιτικούς κρατούμενους κ.λπ. Σίγουρα οι Δημοκρατικοί δεν έχουν, κατά μέσο όρο, την ταύτιση που έχουν αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι με την Τουρκία και κυρίως ο πρόεδρος Τραμπ με τον πρόεδρο Ερντογάν. Θα ήθελα, όμως να παρατηρήσω ότι -παρά τις επιμέρους διαφορές τους, Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί εκτιμούν σοβαρά τη γεωγραφική θέση και τον σημαντικό γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας.

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει μεγάλη αυτονομία. Δεν μπορεί εύκολα το Κογκρέσο να τον περιορίσει στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Ίσως, κάποιες Επιτροπές να μην εγκρίνουν κάποιους εξοπλισμούς κ.λπ. Αλλά και πάλι θα υπάρχει πάντοτε η ανάγκη ενός συμβιβασμού ανάμεσα στο Δημοκρατικό Κογκρέσο και τον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο. Επομένως, μπορεί να υπάρξει ίσως μια αλλαγή πνεύματος στο εσωτερικό των νομοθετικών Σωμάτων, αλλά πραγματικός, ουσιαστικός περιορισμός του προέδρου Τραμπ στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής δεν είναι δυνατόν να γίνει.

Και υπάρχει, βεβαίως, το ζήτημα των F-35 για την Τουρκία. Ο Τραμπ έχει δείξει ότι επιθυμεί να αποκαταστήσει την αμυντική σχέση με την Άγκυρα, όμως η πώληση F-35 εξακολουθεί να συναντά θεσμικά και πολιτικά εμπόδια στις ΗΠΑ. Εάν μετά τις midterms τόσο η Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και η Γερουσία περάσουν υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών, πόσο δυσκολότερο θα μπορούσε να γίνει για την Τουρκία να επιστρέψει στο πρόγραμμα και να αποκτήσει τα μαχητικά;

Το πρόβλημα για την Τουρκία είναι η κατοχή των ρωσικών S-400. Αυτό λέει ο συγκεκριμένος νόμος που έχει ψηφιστεί από το Κογκρέσο. Επομένως, ανεξαρτήτως πλειοψηφίας στο Κογκρέσο, εάν η Τουρκία συνεχίσει να κατέχει τους ρωσικούς S-400, αν δηλαδή δεν μπορέσει να τους μεταφέρει εκτός της χώρας, δεν μπορεί να πάρει τα F-35. Αντιθέτως, εάν μπορέσει είτε να τους μεταφέρει, είτε να τους μεταπωλήσει σε άλλη χώρα ή να τους επιστρέψει στη Ρωσία, θα πάρει τα F-35, ανεξαρτήτως πλειοψηφίας στο Κογκρέσο.

Διότι αυτό λέει ο συγκεκριμένος νόμος. Πιθανόν, να μην είναι εύκολο, να αλλάξει ο συγκεκριμένος νόμος και η συγκεκριμένη πρόβλεψη στον αμυντικό προϋπολογισμό από τον πρόεδρο Τραμπ. Αυτό, έτσι κι αλλιώς, ήταν δύσκολο, διότι πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε αυτά τα θέματα, γενικά της εξωτερικής πολιτικής και φυσικά στα θέματα της Ανατολικής Μεσογείου και των εξοπλισμών που μας αφορούν, τα δύο μεγάλα κόμματα δεν είναι ενιαία στο εσωτερικό τους.

Υπάρχουν, δηλαδή, πλευρές που είναι πιο ευνοϊκές και άλλες πλευρές που είναι λιγότερο ευνοϊκές είτε προς την Ελλάδα είτε προς την Τουρκία, στο εσωτερικό και των δύο μεγάλων κομμάτων. Και συνήθως οι ισχυρές Επιτροπές του Κογκρέσου, δηλαδή αυτές των Εξωτερικών Σχέσεων και της Άμυνας, επιβάλλουν συνεννόηση μεταξύ του προέδρου και του αντιπροέδρου της κάθε Επιτροπής. Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της κάθε επιτροπής προέρχονται από τα δύο διαφορετικά κόμματα: ο πρόεδρος από την εκάστοτε πλειοψηφία και ο αντιπρόεδρος από την εκάστοτε μειοψηφία. Επομένως, συνήθως υπάρχει μια συνεννόηση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους, ώστε να μη δημιουργούνται προβλήματα και μεγάλος διχασμός στο εσωτερικό των Επιτροπών αυτών.

Ακόμη ένα κρίσιμο ζήτημα για την Αθήνα αφορά τη στρατηγική σχέση Ελλάδας-Ισραήλ. Σε περίπτωση αλλαγής των συσχετισμών στο Κογκρέσο, θα μπορούσε να επηρεαστεί η αμερικανική στάση απέναντι στον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και γενικότερα στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου;

Το μεγάλο θέμα που έχουμε παρατηρήσει το τελευταίο διάστημα στο εσωτερικό της Αμερικής, τόσο στην αμερικανική κοινωνία όσο και στα μέσα ενημέρωσης και στους opinion makers, αλλά και μέσα στο πολιτικό σύστημα της Αμερικής, είναι ότι συνεχώς μειώνεται η υποστήριξη προς το Ισραήλ.

Αυτό είναι κάτι που έχει να εμφανιστεί εδώ και πολλές δεκαετίες, κυρίως λόγω της υπερβολικής αντίδρασης του Ισραήλ στην ίδια τη Γάζα, επίσης λόγω των συγκρούσεων μεταξύ Εβραίων εποίκων και Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη. Το κλίμα για το Ισραήλ έχει γίνει πάρα πολύ επικριτικό στις ΗΠΑ. Επομένως, αυτό θα είναι που θα βαρύνει περισσότερο, παρά την διαμόρφωση των επιμέρους σχημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επίσης, πρέπει να πούμε ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν στενές σχέσεις μόνο με το Ισραήλ στην περιοχή μας. Έχουν και με διάφορες αραβικές χώρες, όπως είναι η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Και βεβαίως συνυπολογίζουν το γεγονός ότι πλέον οι περισσότερες από τις αραβικές αυτές χώρες βρίσκονται σε μια αντιπαράθεση με το Ισραήλ λόγω των τελευταίων εξελίξεων.

Επομένως, δεν επενδύουν μόνο στα σχήματα με το Ισραήλ. Διότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να παίξουν πολύ σοβαρό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, του Περσικού Κόλπου και της Αραβικής Χερσονήσου και, επομένως, είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν υπόψη και αυτές τις ισορροπίες. Και εκείνους που σήμερα δεν ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με αυτά του Ισραήλ.

Τι θα μπορούσε να σημαίνει μια πολιτική ανατροπή στην Ουάσιγκτον για την ενεργειακή στρατηγική της Ελλάδας; Και το ρωτώ αυτό, κύριε Τσίκα, διότι η Αθήνα επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου, τόσο μέσω του LNG όσο και μέσω ερευνών για υδρογονάνθρακες, ενώ την ίδια στιγμή αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι ενισχύουν την παρουσία τους στην περιοχή.

Οι Δημοκρατικοί είναι σαφώς περισσότερο υπέρ των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και των "πράσινων" μορφών ενέργειας. Δηλαδή δεν είναι τόσο υπέρ της αξιοποίησης υδρογονανθράκων και ορυκτών καυσίμων, όπως είναι, αντιθέτως, ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί.

Ουσιαστικά, ενώ ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί έχουν συνδέσει τα συμφέροντά τους με τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες και τις εταιρείες αξιοποίησης υδρογονανθράκων, οι Δημοκρατικοί συνδέονται περισσότερο με τις επιχειρήσεις νέας τεχνολογίας, με τις επιχειρήσεις που προωθούν καθαρή ενέργεια κ.λπ. Επομένως, είναι πολύ πιθανόν να περιορίσουν ως έναν βαθμό την ελευθερία των εταιρειών υδρογονανθράκων που υπάρχει σήμερα λόγω Τραμπ, ακριβώς διότι οι Δημοκρατικοί είναι πιο ευαίσθητοι στο θέμα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και της κλιματικής κρίσης στον πλανήτη. Κάτι το οποίο ξέρουμε ότι ο πρόεδρος Τραμπ το θεωρεί ως απάτη. Δεν θεωρεί καν ότι υπάρχει κλιματική κρίση και κλιματική αλλαγή και είναι έτοιμος να προωθήσει εξορύξεις ορυκτών καυσίμων ακόμη και σε ευαίσθητες περιβαλλοντικά περιοχές, όπως η Αλάσκα.

Για την Ευρώπη, μια απώλεια του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην πολιτική Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ, στην ευρωπαϊκή άμυνα και στην Ουκρανία ή θα δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα;

Η επικράτηση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο θα ήταν μια ανακούφιση για τους Ευρωπαίους. Οι Δημοκρατικοί είναι πολύ περισσότερο υπέρ των πολυμερών συμμαχιών των ΗΠΑ, σέβονται πολύ περισσότερο τις συμμαχίες στις οποίες συμμετέχουν οι ΗΠΑ, όπως είναι το ΝΑΤΟ, και θέλουν να έχουν πιο ισότιμες σχέσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους, σε αντίθεση με τον Τραμπ, ο οποίος ουσιαστικά περιφρονεί τους Ευρωπαίους εταίρους των ΗΠΑ.

Επιπλέον, η ενίσχυση των Δημοκρατικών θα πιέσει πολύ τον πρόεδρο Τραμπ να υποστηρίξει πολύ πιο ενεργά την Ουκρανία, τόσο οικονομικά, όσο και στρατιωτικά και διπλωματικά.

Είναι βέβαιο ότι θα επικρίνουν πιθανή νομιμοποίηση του Πούτιν σε περαιτέρω διεργασίες στο διεθνές σκηνικό που επιχειρεί ο Τραμπ. Βεβαίως, δεν είναι εύκολο να εμποδίσουν τέτοιες πρωτοβουλίες του Τραμπ, διότι, όπως είπαμε, ο πρόεδρος έχει αρκετά μεγάλη αυτονομία σε αυτές τις κινήσεις στην εξωτερική πολιτική. Είναι, όμως, σαφές ότι η επικράτηση των Δημοκρατικών θα αλλάξει αρκετά το κλίμα υπέρ των Ευρωπαίων, υπέρ της ενίσχυσης των κοινών πρωτοβουλιών και των συμμαχιών τους και υπέρ της υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας.

Στο μέτωπο της Κίνας, θα άλλαζε ουσιαστικά η αμερικανική στρατηγική εάν ο Τραμπ έχανε τον έλεγχο του Κογκρέσου ή η σκληρή στάση απέναντι στο Πεκίνο έχει πλέον αποκτήσει διακομματικό χαρακτήρα;

Η θέση της Κίνας ως βασικού ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής βρίσκει κατά βάση σύμφωνους τους πολιτικούς και των δύο μεγάλων κομμάτων, και των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατικών. Να επισημάνουμε εδώ ότι ουσιαστικά η στροφή των Αμερικανών προς τον Ινδο-Ειρηνικό Ωκεανό, με τελικό στόχο την ανάσχεση της ανερχόμενης Κίνας, έχει αρχίσει επί προέδρου Ομπάμα και συνεχίστηκε επί των περισσότερων Δημοκρατικών προέδρων.

Εδώ πέρα, λοιπόν, έχουμε μια κάποια σύγκλιση των δύο μεγάλων κομμάτων. Κατανοούν ότι η Κίνα είναι βασικός ανταγωνιστής των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο, .Θα αλλάξει ίσως περισσότερο ο τονισμός των θεμάτων στα οποία διαφοροποιούνται από την Κίνα. Για παράδειγμα, οι Δημοκρατικοί θα τονίσουν πάρα πολύ τα θέματα της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της Κίνας, του εντεινόμενου αυταρχισμού στο εσωτερικό της Κίνας.

Επίσης, οι Δημοκρατικοί θα πιέσουν τον πρόεδρο Τραμπ να μην εγκαταλείψει την άμυνα της Ταϊβάν. Διότι έχουμε δει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος κυρίως ενδιαφέρεται, σε σχέση με την Κίνα, για τα οικονομικά και εμπορικά ζητήματα και δεν έχει τόσο μεγάλη ευαισθησία στο ζήτημα της Ταϊβάν. Όμως ξέρουμε ότι υπάρχει νόμος στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής που υποχρεώνει τον εκάστοτε πρόεδρο να λαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα μέτρα για την υπεράσπιση της άμυνας της Ταϊβάν. Και, υπό αυτήν την έννοια, ένα Δημοκρατικά ελεγχόμενο Κογκρέσο θα πιέσει πολύ περισσότερο τον πρόεδρο και το Υπουργείο Εξωτερικών να συνεχίσουν να ενισχύουν και στρατιωτικά την Ταϊβάν.

Η Μέση Ανατολή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο ίδιος ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι προσβλέπει σε συμφωνία με το Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Εάν όμως οι Ρεπουμπλικανοί έχουν προηγουμένως χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου, πώς θα μπορούσε να επηρεαστεί η διαπραγματευτική του θέση απέναντι στην Τεχεράνη;

Νομίζω ότι δεν θα επηρεαστεί ιδιαίτερα. Φυσικά, οι όροι της συμφωνίας, όταν έρθουν στη δημοσιότητα, θα γίνουν αντικείμενο φιλτραρίσματος από τους Δημοκρατικούς. Διότι θα πρέπει ο πρόεδρος Τραμπ να αποδείξει ότι η τακτική την οποία ακολούθησε, δηλαδή το να ελέγξει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν διαμέσου στρατιωτικής σύγκρουσης, ήταν πιο αποτελεσματική από την πολιτική που άσκησε ο πρόεδρος Ομπάμα δέκα χρόνια περίπου νωρίτερα, όταν το 2015 έκανε τη Συμφωνία ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν μέσω διαπραγματεύσεων.

Αυτή η Συμφωνία τότε είχε λειτουργήσει αρκετά καλά. Θα μπορούσε να ήταν και ακόμη καλύτερη, αν το Ιράν είχε και πιο σωστή στάση, κυρίως έναντι των επιθεωρητών της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, αλλά, εν πάση περιπτώσει, ήταν ένας τρόπος με τον οποίο επιβλήθηκε στο Ιράν να ανοίξει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του  στους επιθεωρητές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας και να κρατήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου σε ένα πολύ χαμηλό ποσοστό.

Το εάν θα επιτευχθούν αυτά με την τακτική του Τραμπ, είναι βέβαιο ότι θα γίνει αντικείμενο πολύ ισχυρού πολιτικού debate στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, πόσο μάλλον εάν το Κογκρέσο ελέγχεται από τους Δημοκρατικούς.

Πέρα από το Ιράν, όμως, τι μπορεί να σημαίνει το αποτέλεσμα των midterms για ολόκληρη την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, δηλαδή από το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία μέχρι τους Χούθι και τα Στενά του Ορμούζ;

Όπως είπαμε προηγουμένως, ο εκάστοτε πρόεδρος έχει μεγάλη ελευθερία κινήσεων στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Τώρα, οι Δημοκρατικοί είναι βέβαιο ότι θα προσπαθήσουν να επαναφέρουν συνεργασίες των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής που θα βασίζονται και σε άλλα ζητήματα και όχι μόνο στο θέμα των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών.

Είδαμε, για παράδειγμα, ότι ο πρόεδρος Τραμπ προ μηνών επισκέφθηκε τις χώρες της Αραβικής Χερσονήσου και ουσιαστικά έκανε μεγάλες οικονομικές συμφωνίες με αυτές τις χώρες, ακόμη και με εταιρείες που ανήκουν σε συγγενείς του. Αυτό είναι βέβαιο ότι θα επικριθεί. Στο επίκεντρο των Δημοκρατικών θα τεθούν και πάλι τα θέματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όλες αυτές τις χώρες της περιοχής. Και να πούμε εδώ ότι καμία από τις χώρες αυτές δεν μπορεί να υπερηφανεύεται για το ρεκόρ της στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τόσο στην Αίγυπτο όσο και στη Σαουδική Αραβία και στα μικρότερα εμιράτα του Κόλπου υπάρχουν πολύ σοβαρά τέτοια ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, η θέση των γυναικών κ.λπ. Οι Δημοκρατικοί είναι πολύ πιο ευαίσθητοι και θα αναδείξουν αυτά τα ζητήματα.

Όμως θυμόμαστε ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν, Δημοκρατικός, συνέχισε να ακολουθεί την πολιτική της πρώτης θητείας του Τραμπ, που ήταν η σύναψη των Συμφωνιών του Αβραάμ, δηλαδή η ομαλοποίηση των σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και τα μετριοπαθή αραβικά κράτη. Επομένως, σε μια τέτοια προοπτική οι Δημοκρατικοί δεν θα ήταν αντίθετοι, θα μπορούσαν ίσως και να την ενισχύσουν.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι μετά το θέμα της σύγκρουσης στη Γάζα και της σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο είναι πια δύσκολο ορισμένες αραβικές δυνάμεις, κυρίως η Σαουδική Αραβία, να μπουν άνευ όρων στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Ίσως εδώ το κλειδί γενικά για τα θέματα της Μέσης Ανατολής θα είναι το αποτέλεσμα των εκλογών στο Ισραήλ, που θα γίνουν στις 27 Οκτωβρίου. Εάν συνεχίσει να είναι ο Νετανιάχου στην εξουσία, οι Δημοκρατικοί θα ασκούν πολύ αυστηρή κριτική σε σχέση με την πολιτική που κάνει ο Τραμπ.

Εάν εκλεγούν, όμως, δυνάμεις της αντιπολίτευσης οι οποίες είναι πιο μετριοπαθείς, κυρίως όσον αφορά το Παλαιστινιακό ζήτημα, εκεί μπορεί να ανοίξουν ευρύτερες προοπτικές. Οι Δημοκρατικοί έχουν καλύτερες σχέσεις με την αντιπολίτευση στο Ισραήλ παρά με τον Νετανιάχου. Εάν τώρα μια νέα κυβέρνηση στο Ισραήλ είναι διατεθειμένη να κάνει ορισμένα βήματα προς τη συνεννόηση με άλλες χώρες της περιοχής, ορισμένα βήματα που έχουν σχέση με το Παλαιστινιακό, θα μπορούσε να διευκολυνθεί και η ευρύτερη συνεργασία που προωθούν οι ΗΠΑ μεταξύ Ισραήλ και μετριοπαθών αραβικών χωρών.

Αν δούμε τη μεγάλη εικόνα, τι θα σημαίνει στην πράξη για τον Ντόναλντ Τραμπ μια απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων ή ακόμη και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς;

Το πιο σοβαρό του πρόβλημα θα ήταν να χάσει και τα δύο Σώματα. Εάν χάσει και τα δύο Σώματα, η εσωτερική διακυβέρνηση Τραμπ ουσιαστικά θα έχει τελειώσει. Θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να περάσει οποιοδήποτε νομοθετικό μέτρο που αφορά την εσωτερική πολιτική ζωή.

Βεβαίως, ο πρόεδρος έχει ορισμένα προνόμια να περνάει, με κάποιου είδους εκτελεστικά διατάγματα, ορισμένες αποφάσεις που δεν απαιτούν πάντα την άμεση έγκριση του Κογκρέσου. Όμως δεν μπορεί, ακόμη και ο Τραμπ, να κάνει εξαιρετικά μεγάλη χρήση αυτού του προνομίου, διότι θα έχει αντιπαλότητα στο Κογκρέσο. Οι αντίθετοι με την πολιτική του Τραμπ θα μπορούν πιο εύκολα να προσφεύγουν στο Ανώτατο Δικαστήριο, να ακυρώνουν τα προεδρικά διατάγματα και ούτω καθεξής.

Επιπλέον, υπάρχουν κάποιες σκέψεις σε τμήματα του Δημοκρατικού Κόμματος ότι θα έπρεπε ο Τραμπ να περάσει ακόμη και από Εξεταστική Επιτροπή για ορισμένες πράξεις του ή ακόμη και να προχωρήσουν σε δικαστική παραπομπή του προέδρου. Υπάρχουν επίσης σκέψεις ότι θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία για την καθαίρεση του προέδρου, το λεγόμενο impeachment.

Δεν είναι εύκολο να γίνει αυτό. Ακόμη, όμως, και αν αρχίσει η διαδικασία στο ίδιο το Κογκρέσο, είναι προφανές ότι η εσωτερική διακυβέρνηση στις ΗΠΑ στην πράξη θα παραλύσει. Δεν θα μπορεί να προχωρά και, βεβαίως, θα δημιουργηθεί μια πολύ σοβαρή πόλωση στο εσωτερικό. Θα ενισχυθεί μάλλον η υπάρχουσα πολιτική πόλωση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τις επόμενες προεδρικές εκλογές, οι οποίες θα γίνουν δύο χρόνια αργότερα.


* Ο Θεόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, επικεφαλής  του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ).


Δεν υπάρχουν σχόλια: