Είναι μάλλον άκομψο οι κατηγορούμενοι να μαθαίνουν την παραπομπή τους από τις εφημερίδες, πριν τους κοινοποιηθεί, όπως προβλέπεται, το Βούλευμα.
Μέσα στη χθεσινή ημέρα δεν είχε κοινοποιηθεί το Βούλευμα στους ενδιαφερομένους, ούτε μάθαμε κάτι περισσότερο για το περιεχόμενό του, ωστόσο μπορούμε να υποθέσουμε τι αποφασίστηκε, με βάση την πρόταση που είχε υποβάλει ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Στην πρόταση, αναφέρονταν, συνοπτικά τα εξής:
Οι κατηγορούμενοι ενήργησαν «δεσμευόμενοι από τη διάταξη του άρθρου 251 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στην οποία σκιαγραφείται το έργο του ανακριτή… και χωρίς να ζητήσουν τη συναίνεση των αρμοδίων κατ΄ άρθο 251 ΚΠΔ ανακριτικών αρχών». Η υπόθεση αφορά στη μετακίνηση των χωμάτων για την εγκατάσταση των γερανών και στο εκκλησάκι που χτίστηκε αργότερα. Η βλάβη που περιγράφεται αναφέρεται στη δυσχέρανση ταυτοποίησης των νεκρών, στην αποστέρηση των συγγενών από «κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία για την άσκηση των δικαιωμάτων τους». Επίσης, κρίνεται ότι οι αλλοιώσεις του τόπου του δυστυχήματος – εγκλήματος ήταν πρόσφορες να δυσχεράνουν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων από τις ανακριτικές αρχές καθώς και τη ματαίωση της εξασφάλισης των ιχνών του εγκλήματος».
Το άρθρο 251 του Κώδικα Ποινική Δικονομίας αναφέρει επί λέξει: «Ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι… οφείλουν χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαιτίους του, να εξετάζουν μάρτυρες και κατηγορουμένους, να μεταβαίνουν επί τόπου για ενέργεια αυτοψίας… Να καταλαμβάνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο για τη συλλογή και τη διατήρηση των αποδείξεων, καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος».
Να σημειώσουμε επίσης ότι ο νόμος για τη διερεύνηση αεροπορικών και σιδηροδρομικών δυστυχημάτων περιλαμβάνει ειδικό άρθρο για τη διαχείριση του τόπου σε ό,τι αφορά μόνο στα αεροπορικά δυστυχήματα. Τη διαχείριση του τόπου την αναθέτει στην επιτροπή διερεύνησης του Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ. Για τα σιδηροδρομικά δυστυχήματα ανάλογο άρθρο δεν υπάρχει και η διαχείριση βρίσκεται στα χέρια των δικαστικών αρχών.
Παρότι στη δημοσιότητα δίδεται έμφαση στην παραπομπή Τριαντόπουλου, το πραγματικό βάρος της είδησης, θεωρώ ότι, βρίσκεται στην παραπομπή του στρατηγού της Πυροσβεστικής και του Αστυνομικού Διευθυντή Λάρισας. Των ανθρώπων δηλαδή που συντόνισαν την ανάσυρση των τραυματιών και των νεκρών, χωρίς να ρωτήσουν την ανακρίτρια Λάρισας για την απομάκρυνση των χωμάτων. Η οποία ανακρίτρια Λάρισας, ορθά κατά τη γνώμη του γράφοντος, δεν δέσμευσε με οποιονδήποτε τρόπο τον τόπο, ούτε μετέβη επιτόπου. Άφησε τις υπηρεσίες να κάνουν τη δουλειά τους.
Αν επεκτείνουμε την πρόταση σε περίπτωση σοβαρού τροχαίου, δεν θα πρέπει οι διασωστικές δυνάμεις να μετακινήσουν τίποτα από τον τόπο του τροχαίου, ούτε να βγάλουν τα θύματα, πριν πάρουν την άδεια εισαγγελέα ή ανακριτή. Πόσο εφικτό μπορεί να είναι;
Η πρόταση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο, οι υπεύθυνοι των σωμάτων ασφαλείας, παραπεμπόμενοι μαζί με υπουργό, να υπηρέτησαν, την κρίσιμη ώρα, πολιτικές (ποιες;) σκοπιμότητες, μη κάνοντας τη δουλειά τους σωστά. Υπονοεί ότι εκείνη την ώρα συντονίστηκαν πολιτικοί, αυτοδιοικητικοί και υπηρεσιακοί παράγοντες με σκοπό ή έστω έμμεσο αποτέλεσμα να διακινδυνεύσει η ανάκριση. Το πώς εξυπηρετούνται οι πολιτικές σκοπιμότητες με την πιθανότητα βλάβης της ανάκρισης, αλλά και ποια θα ήταν η πιθανή βλάβη, στην πρόταση δεν εξειδικεύεται. Με ένα τρόπο, δεν απορρίπτονται ευθέως οι θεωρίες συνωμοσίας ούτε δηλώνεται ευθέως ότι οι αποδιδόμενες πράξεις και παραλείψεις εμπόδισαν την κατάρριψή τους.
Δυστυχώς, φαίνεται ότι η συνεχής απαγγελία κατηγοριών περί ελέγχου της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση, δημιουργούν, το λιγότερο δισταγμούς στη λήψη ξεκάθαρων θέσεων. Δεν είναι ασύνδετο το γεγονός ότι επί δύο και πλέον χρόνια, ο εφέτης ανακριτής των Τεμπών αφέθηκε βορά στον όχλο και ουδείς θεσμικός παράγοντας από το χώρο της Δικαιοσύνης επιχείρησε να στηρίξει δημόσια το έργο του.
Με την παραπομπή Τριαντόπουλου αποκρούεται η κατηγορία περί χειραγώγησης της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση. Παραμένει όμως εξαιρετικά προβληματική η παραπομπή των αξιωματικών των σωμάτων ασφαλείας, γιατί δημιουργεί σοβαρά αντικίνητρα σε αυτούς να ενεργήσουν στο μέλλον όπως αυτοί εκτιμούν. Και αυτό μπορεί να έχει κόστος.
Ελπίζω ότι το Βούλευμα θα μας λύσει τις απορίες και θα μας εξηγήσει πώς, χωρίς να υπάρχει δικαστική εντολή δέσμευσης του χώρου, οι εμπλεκόμενοι έπρεπε να μην κάνουν τίποτα πριν ρωτήσουν την ανακρίτρια και πώς και με ποιο τρόπο έβλαψαν την ανάκριση. Η απολύτως απτή πραγματικότητα λέει ότι η μόνη κατηγορία που απευθύνθηκε από την «κοινή γνώμη» προς τη Δικαιοσύνη, είναι η μη θεμελίωση του παράνομου φορτίου. Θα ευχόμουν η Δικαιοσύνη να έχει απαντήσει σε αυτό με περισσότερη παρρησία. Και να έχει εξηγήσει πώς ελέγχονται όλοι οι άλλοι, πλην της κατά νόμο αρμόδιας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου