Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Η Κίμπερλι του Τραμπ και η αντιπολίτευση του παραλόγου

Ο Τραμπ την επέλεξε, 
η αμερικανική Γερουσία την ενέκρινε και 
ο Λευκός Οίκος ζήτησε την παραίτησή της. 
Γιατί λοιπόν κάποιοι ζητούν να χρεώσουν στον Μητσοτάκη τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον;
Υπάρχει ένα όριο ανάμεσα στην αυστηρή αντιπολίτευση και στην πολιτική παραδοξολογία. 
Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ δείχνει πόσο εύκολα μπορεί αυτό το όριο να χαθεί. 
Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, σε τμήμα του αντικυβερνητικού δημόσιου λόγου καλλιεργούνταν η φαντασίωση ότι η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ και η άφιξη της νέας Αμερικανίδας πρέσβειρας θα άνοιγαν τον δρόμο για την ανατροπή του Κυριάκου Μητσοτάκη. 
Σήμερα, που ο ίδιος ο Λευκός Οίκος απομακρύνει την πρέσβειρα, η ίδια αμερικανική υπόθεση επιστρατεύεται για να πληγεί —πάλι— ο Μητσοτάκης. 
Χθες έφταιγε επειδή δεν τον ανέτρεψε η Κίμπερλι. 
Σήμερα καλείται να απολογηθεί επειδή την απομάκρυνε ο Τραμπ. 
Αν αυτό δεν είναι πολιτικός παραλογισμός, τι είναι; ...


Μια αμερικανική επιλογή, όχι απόφαση της Αθήνας

Τα γεγονότα είναι αμείλικτα και έχουν συγκεκριμένες ημερομηνίες. Στις 10 Δεκεμβρίου 2024 ο εκλεγμένος τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε προσωπικά ότι επέλεγε την Κίμπερλι Γκιλφόιλ για την πρεσβεία στην Αθήνα. Η υποψηφιότητά της διαβιβάστηκε στη Γερουσία τον Μάρτιο του 2025 και επικυρώθηκε μόλις στις 18 Σεπτεμβρίου 2025, ύστερα από πολύμηνη εκκρεμότητα στην αμερικανική διαδικασία. Ούτε η αρχική επιλογή ούτε η καθυστέρηση της αμερικανικής επικύρωσης ήταν αποφάσεις του Μεγάρου Μαξίμου. Ήταν μια πολιτική επιλογή του Τραμπ που πέρασε από τους θεσμούς του αμερικανικού κράτους.

Εδώ χρειάζεται μια διπλωματική διευκρίνιση που συχνά απουσιάζει από την εγχώρια πολεμική. Η Σύμβαση της Βιέννης προβλέπει ότι το κράτος υποδοχής παρέχει τη συγκατάθεσή του —το λεγόμενο agrément— για τη διαπίστευση ξένου πρέσβη. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιλέγει το πρόσωπο ούτε ότι διορίζει τον εκπρόσωπο μιας άλλης κυβέρνησης. Την υποψηφιότητα την υπέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και την επικύρωσε η δική τους Γερουσία. Η Ελλάδα αποδέχθηκε τη διαπίστευση στο πλαίσιο των διπλωματικών σχέσεων. Όποιος θέλει να υποστηρίξει ότι η Αθήνα όφειλε να την είχε απορρίψει, χρειάζεται συγκεκριμένους, τότε διαθέσιμους λόγους — όχι εκ των υστέρων θυμό για μια αμερικανική επιλογή.

Υπάρχει μάλιστα και μια πτυχή που αποκαλύπτει πόσο ξένα προς τις ελληνικές κυβερνητικές επιδιώξεις ήταν τα κριτήρια της αρχικής απόφασης. Η ανακοίνωση του Τραμπ συνέπεσε με τις αποκαλύψεις για τον χωρισμό της Γκιλφόιλ από τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ. Τον Δεκέμβριο του 2024 το περιοδικό People φιλοξένησε πληροφορίες ότι ο γιος του Αμερικανού προέδρου και το νέο του περιβάλλον επιθυμούσαν να απομακρυνθεί η πρώην σύντροφός του από την περιοχή. Στο ίδιο δημοσίευμα, όμως, πηγή κοντά στην οικογένεια αντέκρουε ότι επρόκειτο για εξορία και περιέγραφε την πρεσβεία ως σημαντική επιβράβευση. Επομένως το κίνητρο της προσωπικής απομάκρυνσης είναι δημοσιογραφικός ισχυρισμός, όχι αποδεδειγμένο γεγονός. Ακόμη όμως και ως ενδεχόμενο, παραπέμπει στις σχέσεις της οικογένειας Τραμπ — όχι σε αίτημα ή σχεδιασμό της ελληνικής κυβέρνησης.

Η απομάκρυνση και οι καταγγελίες

Ας έρθουμε στην αντίστροφη διαδρομή. Στις 13 Οκτωβρίου 2026 ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ζήτησε την παραίτηση της Γκιλφόιλ. Η ίδια αποχώρησε, απορρίπτοντας τις εις βάρος της καταγγελίες. Την είχε επιλέξει ο Τραμπ· τη ζήτησε πίσω η δική του διοίκηση. Η Αθήνα δεν τη διόρισε και δεν την απέπεμψε. Είναι τόσο απλό, ώστε θα έπρεπε να αποτελεί την αφετηρία κάθε σοβαρής συζήτησης και όχι κάτι που πρέπει να υπενθυμίζεται σε όσους διεκδικούν να κυβερνήσουν τη χώρα.

Μία από τις βασικές αμερικανικές καταγγελίες αφορά ισχυρισμό ότι τον Ιούλιο του 2025, πριν από την επικύρωση του διορισμού της, η Γκιλφόιλ ζήτησε από τον επιχειρηματία και υποστηρικτή του Τραμπ Έρικ Ντίτερς να καλύψει προσωπική οφειλή πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, σε μια σχέση την οποία εκείνος συνέδεσε με την επιδίωξη πρόσβασης σε αξιωματούχους της αμερικανικής διοίκησης. Η νομική εκπροσώπησή της αμφισβητεί τις καταγγελίες και παρουσιάζει διαφορετική ερμηνεία για οικονομικές εκκρεμότητες μεταξύ τους. Το αν υπήρξαν παραβάσεις ή κατάχρηση επιρροής οφείλουν να το εξετάσουν οι αρμόδιες αμερικανικές αρχές. Πώς ακριβώς θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να έχει την ευθύνη μιας τέτοιας καταγγελλόμενης συναλλαγής, σε αμερικανικό πολιτικό περιβάλλον, πριν η Γκιλφόιλ αναλάβει καθήκοντα στην Αθήνα;

Δεν πρόκειται, βεβαίως, μόνο για γεγονότα προγενέστερα της τοποθέτησής της. Διεθνή δημοσιεύματα αποδίδουν στη Γκιλφόιλ και καταγγελλόμενες συμπεριφορές κατά τη θητεία της στην Ελλάδα: επαφές με επιχειρηματικά συμφέροντα, αμφιλεγόμενους χειρισμούς και φερόμενη αναφορά σε δυνατότητα αμερικανικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή της χώρας. Αυτά είναι σοβαρά ζητήματα, αλλά παραμένουν ισχυρισμοί που δεν μπορούν να παρουσιαστούν συλλήβδην ως αποδεδειγμένα. Η ελληνική κυβέρνηση διέψευσε ότι υπήρξε απειλή. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, στις 9 Οκτωβρίου, υπενθύμισε στη Βουλή την κατηγορηματική τοποθέτηση του παρόντος στο επίμαχο περιστατικό υπουργού Σταύρου Παπασταύρου.

Ο θεμιτός έλεγχος και η αυθαίρετη ενοχοποίηση

Η αντιπολίτευση ασφαλώς δικαιούται να ζητά από την κυβέρνηση εξηγήσεις για οτιδήποτε φέρεται να συνέβη σε ελληνικό έδαφος και άπτεται ελληνικών κρατικών χειρισμών. Αυτό δεν αμφισβητείται. Το ΠΑΣΟΚ, διά του Δημήτρη Μάντζου, έθεσε ερωτήματα για τα δημοσιεύματα και για τις συμφωνίες Ελλάδας–ΗΠΑ· η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ζήτησε να διευκρινιστεί τι φέρεται να ειπώθηκε και πώς αντέδρασε η Αθήνα. Τέτοιος έλεγχος είναι θεμιτός, όταν βασίζεται σε συγκεκριμένα περιστατικά. Αλλά η κρίσιμη φράση της σημερινής παρέμβασης του ΠΑΣΟΚ, ότι η αποπομπή συνεπάγεται εμμέσως αποδοχή των δημοσιευμάτων, είναι λογικό άλμα. Η απόφαση μιας κυβέρνησης να απομακρύνει αξιωματούχο δεν συνιστά δικαστική απόδειξη κάθε καταγγελίας — και πολύ λιγότερο τεκμήριο ενοχής μιας τρίτης κυβέρνησης.

Αυτό είναι το κέντρο του ζητήματος, το οποίο δεν πρέπει να σκεπάζεται από τον θόρυβο: ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν επέλεξε την Γκιλφόιλ, δεν διαχειρίστηκε την αμερικανική διαδικασία επικύρωσής της και δεν αποφάσισε την αποπομπή της. Δεν έχει τεκμηριωθεί προσωπική εμπλοκή του στις καταγγελλόμενες αμερικανικές συναλλαγές. Εάν κάποιο κόμμα γνωρίζει συγκεκριμένη κυβερνητική παράλειψη ή πράξη στην Ελλάδα, ας την κατονομάσει, ας προσκομίσει στοιχεία και ας ζητήσει λογοδοσία. Αλλά δεν είναι πολιτικό επιχείρημα να εκδίδεις καταδικαστική ετυμηγορία επειδή ένα πρόσωπο βρέθηκε στον ίδιο διπλωματικό χώρο με την ελληνική κυβέρνηση. Η πολιτική ευθύνη δεν μεταδίδεται διά της χειραψίας.

Από τα σενάρια ανατροπής στην πολιτική αντίφαση

Και εδώ αναδύεται η μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας. Τον Φεβρουάριο του 2025 είχαν ήδη δημοσιευθεί σχόλια που καυτηρίαζαν τις προσδοκίες ορισμένων αντικυβερνητικών κύκλων ότι ο Τραμπ θα ανέτρεπε τον Μητσοτάκη μέσω της νέας πρέσβειρας. Αργότερα καταγράφηκαν ξανά τα ίδια σενάρια στον δημόσιο λόγο. Δεν θα ήταν θεμιτό να χρεώσουμε αυτή την προσδοκία αδιακρίτως σε όλα τα σημερινά επικριτικά κόμματα ή σε καθένα από τα πρόσωπά τους. Διαπιστώνουμε, όμως, ένα επαναλαμβανόμενο πολιτικό αντανακλαστικό: η αμερικανική εξουσία αντιμετωπίζεται από ορισμένους ως μηχανισμός παραγωγής ευκαιριών για την πτώση μιας ελληνικής κυβέρνησης. Όταν η πρέσβειρα ερχόταν, θα έφερνε —υποτίθεται— την ανατροπή. Όταν φεύγει, κάποιοι αναζητούν πάλι ενοχοποιητικό αφήγημα για το Μέγαρο Μαξίμου.

Πόσο οξύμωρο είναι να ομνύει κανείς στην εθνική κυριαρχία και ταυτόχρονα να φαντάζεται ότι ο πρόεδρος μιας ξένης χώρας μπορεί ή πρέπει να επιλέγει τον πρωθυπουργό της Ελλάδας; Και πόσο πολιτικά πρόχειρο είναι, όταν διαψεύδεται αυτή η φαντασίωση, να καταγγέλλεται ο Έλληνας πρωθυπουργός για το ποια πρέσβειρα επέλεξε ο ξένος πρόεδρος ή για το πότε αποφάσισε να την αποσύρει; Το αποτέλεσμα είναι αντιπολίτευση που λειτουργεί με προκατασκευασμένο συμπέρασμα και μεταβαλλόμενες αφορμές. Πρώτα αποφασίζεται ο ένοχος· ύστερα αναζητείται η είδηση που θα στηρίξει την κατηγορία.

Η αντιπολίτευση και το έλλειμμα αξιοπιστίας

Δεν είναι παράδοξο, επομένως, ότι τέτοιες πρακτικές δυσκολεύονται να οικοδομήσουν εμπιστοσύνη. Οι πολίτες δεν ζητούν μια αντιπολίτευση που συμφωνεί με την κυβέρνηση. Ζητούν μία αντιπολίτευση ικανή να ξεχωρίζει την κυβερνητική ευθύνη από τη διεθνή συγκυρία, το τεκμήριο από τον υπαινιγμό, την εθνική θέση από την κομματική σκοπιμότητα. Όταν καταγγέλλονται όλα, ακόμη και όσα δεν αποφασίστηκαν στην Αθήνα, αποδυναμώνεται τελικά η κριτική ακόμη και εκεί όπου θα ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Η υπερβολή δεν παράγει αξιοπιστία· τη διαβρώνει.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κρίνεται —και πρέπει να κρίνεται αυστηρά από μια υγιή και θεσμική αντιπολίτευση— για τη δική του εξωτερική πολιτική, για τις συγκεκριμένες συμφωνίες, για την προστασία της εθνικής κυριαρχίας και για κάθε πράξη ή παράλειψη του ελληνικού κράτους. Δεν μπορεί, όμως, να απολογείται ως πολιτικός προϊστάμενος Αμερικανών αξιωματούχων. Αν η αντιπολίτευση επιθυμεί πραγματικά να παρουσιαστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνησης, οφείλει να αποδείξει πρώτα ότι γνωρίζει στοιχειωδώς πώς λειτουργούν τα κράτη, οι θεσμοί και η διπλωματία.

Η Γκιλφόιλ ήταν επιλογή του Τραμπ. Η καθυστερημένη επικύρωσή της ήταν υπόθεση της αμερικανικής Γερουσίας. Η παραίτησή της ζητήθηκε από την αμερικανική διοίκηση. Οι καταγγελίες πρέπει να διερευνηθούν χωρίς συγκάλυψη και χωρίς προκαταβολική καταδίκη. Η Ελλάδα οφείλει να διερευνήσει όσα συγκεκριμένα την αφορούν, όχι να αναλάβει ξένες ευθύνες. Κι όσοι πίστεψαν ότι η Κίμπερλι θα έρθει να ρίξει τον Μητσοτάκη, ας διδαχθούν τουλάχιστον από το τέλος αυτής της ιστορίας: στην Ελληνική Δημοκρατία τις κυβερνήσεις δεν τις φέρνουν και δεν τις διώχνουν οι Αμερικανοί πρέσβεις. Τις επιλέγει, τις ελέγχει και τις αλλάζει ο ελληνικός λαός.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ

  1. The Guardian, 10.12.2024 — Η προσωπική ανακοίνωση Τραμπ για την επιλογή της Γκιλφόιλ στην Αθήνα.
  2. Γερουσία ΗΠΑ, 18.09.2025 — Επίσημη καταγραφή της επικύρωσης της υποψηφιότητας PN54-7.
  3. Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας — Ημερομηνία υποβολής της υποψηφιότητας, 24.03.2025, και ημερομηνία επικύρωσης.
  4. Σύμβαση της Βιέννης περί Διπλωματικών Σχέσεων, 1961 — Άρθρα 4, 9 και 43 για τη συγκατάθεση του κράτους υποδοχής και τον τερματισμό της αποστολής.
  5. People, 13.12.2024 — Οι αντίθετες πηγές για ενδεχόμενη σύνδεση του διορισμού με τον χωρισμό της Γκιλφόιλ από τον Ντ. Τραμπ Τζούνιορ.
  6. Associated Press, 13.10.2026 — Η παραίτηση, η στάση του Λευκού Οίκου, οι καταγγελίες και οι διαψεύσεις.
  7. CBS News, 13.10.2026 — Το αίτημα αποχώρησης και ο ισχυρισμός για το ποσό των 100.000 δολαρίων.
  8. The Guardian, 13.10.2026 — Οι καταγγελίες για πράξεις πριν και κατά τη θητεία της στην Ελλάδα.
  9. ΣΚΑΪ, 13.10.2026 — Δημήτρης Μάντζος — Η ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ και τα ερωτήματα προς την κυβέρνηση.
  10. ΣΚΑΪ, 13.10.2026 — Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη — Η ανακοίνωση για τις δηλώσεις που φέρεται να έγιναν στην Ελλάδα.
  11. Liberal / ΑΠΕ-ΜΠΕ, 09.10.2026 — Η απάντηση Γεραπετρίτη στη Βουλή και η προγενέστερη διάψευση Παπασταύρου.
  12. Liberal, 18.02.2025 — Σάκης Μουμτζής — Δημοσιευμένη προγενέστερη κριτική στα σενάρια ανατροπής από τον Τραμπ και τη Γκιλφόιλ.
  13. Protagon, 04.07.2026 — Άγγελος Κωβαίος — Καταγραφή προσδοκιών αντικυβερνητικών κύκλων περί παρέμβασης Τραμπ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: