Στα επιμέρους στοιχεία της έκθεσης, οι τιμές της βενζίνης σημείωσαν άλμα 9,1% από ένα μήνα πριν, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ήμισυ της συνολικής αύξησης του γενικού ΔΤΚ...
Οι τιμές των τροφίμων παρέμειναν μεν αμετάβλητες σε μηνιαία βάση, αλλά ήταν αυξημένες κατά 2,5% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ το κόστος στέγασης ενισχύθηκε κατά 0,4% στον μήνα.
Οι αυξημένες τιμές της ενέργειας αποτέλεσαν και πάλι βασικό παράγοντα των πληθωριστικών πιέσεων, με τον δείκτη της ενέργειας να εκτινάσσεται κατά 5,2% καθώς συνεχίζονται οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και την ενεργειακή εκεχειρία μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας να είναι προς το παρόν «κενό γράμμα».
Την ίδια στιγμή «οπλίζουν» το χέρι της Fed η οποία αναμένεται να προχωρήσει σε νέες αυξήσεις επιτοκίων τους επόμενους μήνες, ακόμη και αν επιλέξει να διατηρήσει αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική της στην προσεχή συνεδρίασή της, όπως είναι το επικρατέστερο σενάριο επί του παρόντος σύμφωνα με το FedWatch Tool. (σ.σ: οι πιθανότητες να παραμείνουν αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση στις 28 Οκτωβρίου είναι 66% αυτή τη στιγμή).
Επιτόκια και δολάρια φέρνουν τα πάνω κάτω στις αγορές
Τα στοιχεία αυτά ανάγκασαν τους επενδυτές να αναθεωρήσουν τις εκτιμήσεις τους για την πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Η αγορά σύμφωνα με το FedWatch Tool τιμολογεί πλέον με πιθανότητα 62.6% μια νέα αύξηση των επιτοκίων στη συνεδρίαση της 9ης Δεκεμβρίου, εξέλιξη που δεν βοηθά να αποκλιμακωθούν επί της ουσίας οι πιέσεις στα ομόλογα στη δευτερογενή αγορά.
Η προοπτική των υψηλότερων επιτοκίων δεν βοηθά και τον χρυσό και το ασήμι, καθώς δεν αποφέρουν μερίσματα ή τόκους και ως εκ τούτου γίνονται λιγότερο ελκυστικά σε έναν κύκλο αύξησης των επιτοκίων. Αντίθετα οδηγεί σε νέα άνοδο το δολάριο, το οποίο την Τετάρτη κινήθηκε κοντά σε υψηλά 18 μηνών.
Ανοίγοντας το πλάνο, η ενίσχυση του δολαρίου δημιουργεί νέα δεδομένα όχι μόνο για τα εμπορεύματα αλλά και για μετοχές και ομόλογα, καθώς σε συνδυασμό με την άνοδο των αμερικανικών αποδόσεων αυξάνει την ελκυστικότητα των τοποθετήσεων σε τίτλους σταθερού εισοδήματος των ΗΠΑ, καθώς οι επενδυτές μπορούν να εξασφαλίσουν πλέον ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις.
Παράλληλα, η ενίσχυση του δολαρίου μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Για τις αναδυόμενες οικονομίες, αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης χρέους που είναι εκφρασμένο σε δολάρια, ενώ για τις αμερικανικές πολυεθνικές επιχειρήσεις μπορεί να περιορίσει την αξία των εσόδων που πραγματοποιούν στο εξωτερικό όταν αυτά μετατρέπονται στο αμερικανικό νόμισμα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επίδραση στα εμπορεύματα, καθώς ο χρυσός, το ασήμι και το πετρέλαιο αποτιμώνται διεθνώς σε δολάρια. Ένα ισχυρότερο αμερικανικό νόμισμα μπορεί να ασκήσει πιέσεις στις τιμές τους, μέσα από την οπτική γωνία ότι το ακριβό δολάριο τα καθιστά ακριβότερα για τους αγοραστές που χρησιμοποιούν άλλα νομίσματα, αν και η γεωπολιτική αβεβαιότητα και οι περιορισμοί στην προσφορά μπορούν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά.
Προς το παρόν τα πολύτιμα μέταλλα έχουν δεχθεί έντονες πιέσεις, με τον χρυσό να διαπραγματεύεται πέριξ των 4100-4200 δολάριων/ουγγιά και το ασήμι να έχει σημειώσει πολύ βαθύτερη πτώση τις τελευταίες ημέρες πέριξ των 55-57 δολαρίων/ουγγιά.
H πτώση του ασημιού είναι συγκριτικά μεγαλύτερη από εκείνη του χρυσού, καθώς το ασήμι έχει υψηλότερο beta και παραδοσιακά αντιδρά με μεγαλύτερη ένταση στις διορθώσεις.,. Επιπλέον ας μην ξεχνάμε ότι αποτελεί βασική πρώτη ύλη για τη βιομηχανία. Ως εκ τούτου, οι ανησυχίες ότι τα υψηλά επιτόκια θα επιβραδύνουν την παγκόσμια οικονομία μειώνουν την προσδοκώμενη βιομηχανική ζήτηση και για το ασήμι.
Οι Κεντρικές Τράπεζες παραμένουν αγοραστές
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του World Gold Council, οι Κεντρικές Τράπεζες παγκοσμίως συνεχίζουν να αγοράζουν συστηματικά χρυσό, λειτουργώντας ως ένα ισχυρό «μαξιλάρι», παρά τις τρέχουσες πιέσεις από τις αποδόσεις των ομολόγων, τις προσδοκίες για τα επιτόκια και το ισχυρό δολάριο.
Βλέπετε, η στρατηγική τους βασίζεται σε μακροπρόθεσμα κίνητρα και δεν επηρεάζεται από τις καθημερινές διακυμάνσεις των αγορών.
Μόνο τον Αύγουστο του 2026, οι Κεντρικές Τράπεζες προχώρησαν σε καθαρές αγορές 39 τόνων χρυσού. Συνολικά, οι αγορές χρυσού από τις Κεντρικές Τράπεζες το δεύτερο τρίμηνο του 2026 κατέγραψαν εντυπωσιακή ανάκαμψη με αγορές 289 τόνων, σημειώνοντας αύξηση 62% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η Κίνα ηγείται των αγορών, προσθέτοντας 23 τόνους χρυσού μόνο τον Σεπτέμβριο.
Η Πολωνία αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή στην Ευρώπη φέτος, με στόχο να φτάσει το χρυσό στο 20% των συνολικών της αποθεμάτων, ενώ στις χώρες με έντονη δραστηριότητα στις αγορές χρυσού συγκαταλέγονται και το Ουζμπεκιστάν, το Καζακστάν και η Ινδονησία.
Οι λόγοι πίσω από αυτό το παγκόσμιο ντελίριο αγορών χρυσού των κεντρικών τραπεζιτών είναι κυρίως γεωπολιτικοί και στρατηγικοί.
Καταρχάς, μετά το πάγωμα των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων το 2022, πολλές αναδυόμενες οικονομίες επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν τα αποθέματά τους μακριά από το αμερικανικό δολάριο και τα ομόλογα των ΗΠΑ.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα και ο πληθωρισμός είναι εξίσου σημαντικοί λόγοι καθώς ο χρυσός αποτελεί το απόλυτο καταφύγιο σε περιόδους κρίσεων και μια ιστορική ασπίδα έναντι του επίμονου πληθωρισμού.
Η ασφάλεια και η εξασφάλιση ρευστότητας είναι τέλος τα δύο κίνητρα που εξακολουθούν να τροφοδοτούν και την τάση επαναπατρισμού του χρυσού, με πρόσφατο παράδειγμα την Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας που επαναπάτρισε 86 τόνους χρυσού από τη Νέα Υόρκη, επικαλούμενη λόγους «ετοιμότητας για κρίσεις».
Σύμφωνα με την επίσημη ετήσια έρευνα των Κεντρικών Τραπεζών, το 89% των θεσμικών φορέων αναμένει ότι τα παγκόσμια αποθέματα χρυσού θα συνεχίσουν να αυξάνονται τους επόμενους 12 μήνες.
Συνεπώς, ενώ οι ιδιώτες επενδυτές μπορεί να προχωρούν σε ρευστοποιήσεις λόγω των προσδοκιών ανόδου των επιτοκίων, οι Κεντρικές Τράπεζες παραμένουν σταθεροί και μακροπρόθεσμοι αγοραστές.
Άλλωστε ο χρυσός αποτελεί επίσημο νομισματικό αποθεματικό στοιχείο (Tier 1 Asset) για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Συμπερασματικά, οι Κεντρικές Τράπεζες δεν αγοράζουν χρυσό για να τον πουλήσουν αύριο, αλλά για να προστατευτούν από τη διάβρωση του χρήματος που προκαλεί ο πληθωρισμός και από τον γεωπολιτικό κίνδυνο, καθώς και για να μειώσουν την εξάρτησή τους από το αμερικανικό δολάριο.
Αυτή η συνεχής ζήτηση δημιουργεί ένα ισχυρό «δίχτυ ασφαλείας» για το πολύτιμο μέταλλο μακροπρόθεσμα, ανεξαρτήτως των βραχύβιων διακυμάνσεων στα χρηματιστηριακά ταμπλό, οι οποίες για τους μεγάλους θεσμικούς επενδυτές είναι απλά «θόρυβος».
Γιατί αλήθεια η Κεντρικές Τράπεζες δεν αγοράζουν ασήμι;
Αντίθετα με τον χρυσό, οι Κεντρικές Τράπεζες γενικά δεν αγοράζουν ασήμι για τα αποθεματικά τους και μόνο ελάχιστες χώρες, όπως η Ρωσία και η Ινδία, έχουν ανακοινώσει πρόσφατα περιορισμένα προγράμματα για τη συσσώρευση ασημιού στα κρατικά τους ταμεία.΄
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν αναγνωρίζει το ασήμι ως επίσημο αποθεματικό asset. Αυτό συμβαίνει για δύο βασικούς λόγους:
Ο πρώτος εδράζεται στο θέμα της αποθήκευσης. Όπως σημειώνουν αναλυτές της Goldman Sachs, μια αξία 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων σε χρυσό χωράει σε μια γωνιά ενός θησαυροφυλακίου. Η ίδια αξία σε ασήμι απαιτεί μια τεράστια βιομηχανική αποθήκη.
Ο δεύτερος είναι η βιομηχανική χρήση του ασημιού. Το γεγονός ότι πάνω από το 50% της ζήτησης του ασημιού προέρχεται από τη βιομηχανία το καθιστά ευάλωτο στους οικονομικούς κύκλους και άρα ακατάλληλο ως ένα αποθεματικό asset για μια τράπεζα.
Μαίρη Βενέτη
16/10/2026
Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δε θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου