Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Το ελληνικό χρέος σε αντίστροφη πορεία: Γιατί είναι ευεργετική η πρόωρη αποπληρωμή

Η ανακοίνωση ότι η Ελλάδα σχεδιάζει να αποπληρώσει πρόωρα δημόσιο χρέος ύψους περίπου 12,84 δισ. ευρώ μέσα στο 2026, συνεχίζοντας μια πολιτική που έχει ήδη οδηγήσει από το 2019 σε πρόωρες εξοφλήσεις άνω των 36 δισ. ευρώ, δεν είναι απλά ακόμη μία τεχνική κίνηση διαχείρισης χαρτοφυλακίου. 
Είναι η πιο ξεκάθαρη απόδειξη ότι η χώρα έχει αλλάξει κατηγορία στα μάτια των αγορών, των οίκων αξιολόγησης, των επενδυτών και των Ευρωπαίων εταίρων.
Για μια οικονομία που πριν από μόλις 15 χρόνια βρέθηκε αποκλεισμένη από τις αγορές, το γεγονός έχει προφανή συμβολισμό αλλά και ουσία. 
Η Ελλάδα, μια χώρα που χρειαζόταν συνεχή επιτήρηση, μετατρέπεται σε έναν παίκτη που διαπραγματεύεται τους δικούς του όρους αποπληρωμής των υποχρεώσεων του.

Τι ακριβώς κάνει η Ελλάδα

Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) προχωρά σε εξόφληση τμήματος του λεγόμενου Greek Loan Facility (GLF). Δηλαδή των διμερών δανείων που είχαν δώσει οι χώρες της Ευρωζώνης στην Ελλάδα το 2010, στην αρχή της κρίσης. 
Το πρόγραμμα προβλέπει πλήρη αποπληρωμή του GLF έως το 2031, μια δεκαετία νωρίτερα από την αρχική λήξη το 2041.
Το συνολικό πρόγραμμα των πρόωρων αποπληρωμών για το 2026 υπολογίζεται πλέον σε 12,84 δισ. ευρώ, με συνδυασμό εξόφλησης GLF και EFSF, μείωσης εντόκων γραμματίων και άλλων κινήσεων διαχείρισης του χρέους.

Η αριθμητική λογική πίσω από την κίνηση είναι ξεκάθαρη. Τα δάνεια του GLF φέρουν κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με Euribor τριμήνου συν 0,5%. Ένα επιτόκιο που είχε ξεπεράσει ακόμα και το 3%. Το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του συνόλου του ελληνικού χρέους είναι σήμερα μόλις 1,73%. 
Η διαφορά αυτή δεν είναι αμελητέα: σύμφωνα με στελέχη του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, κάθε δισ. πρόωρης αποπληρωμής αποφέρει περίπου 30 εκατ. ευρώ όφελος ετησίως. Πολλαπλασιαζόμενο επί τα 13 δισ. ευρώ του φετινού προγράμματος, το συνολικό όφελος σε βάθος επταετίας ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ.

Εξοικονόμηση τόκων και ανάκτηση εμπιστοσύνης...

Πέρα από την καθαρή εξοικονόμηση τόκων, υπάρχει ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό όφελος που συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση, με ευθύνη κυρίως της αντιπολίτευσης. 
Και αυτό είναι η ενίσχυση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας. 
Η στρατηγική πρόωρων αποπληρωμών συνολικού ύψους περίπου 36 δισ. ευρώ από το 2019 μέχρι σήμερα, έχει ήδη μετουσιωθεί σε ένα απτό αποτέλεσμα. Στο γεγονός ότι η Ελλάδα δανείζεται σήμερα φθηνότερα από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, ακόμη και από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες. 
Πρόκειται για μια εξέλιξη που θα φάνταζε αδιανόητη πριν από μια δεκαετία, όταν η χώρα βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.
Και όπως είχε αναφερθεί στο χθεσινό άρθρο «Η κρίση στα ομόλογα μας αφορά όλους: Τι φέρνει το τέλος του φθηνού χρήματος», εδώ, το χαμηλότερο κόστος του Δημόσιου Χρέους, ευεργετεί το σύνολο της οικονομίας, των επιχειρήσεων και των πολιτών.

Δηλαδή η βελτίωση αυτή στα επιτόκια των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου δεν αφορά μόνο το Κράτος. 
Χαμηλότερο κόστος δανεισμού για το ελληνικό Δημόσιο σημαίνει χαμηλότερο κόστος χρήματος και για τις ελληνικές τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες
Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η δημοσιονομική πειθαρχία και αποτελεσματικότητα μετατρέπεται σε όφελος της πραγματικής οικονομίας. Σε φθηνότερα επιχειρηματικά δάνεια, σε ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια για επενδύσεις, καθώς και σε ισχυρότερη θέση διαπραγμάτευσης απέναντι στους διεθνείς επενδυτές.

Τέλος, η μείωση της έκθεσης σε κυμαινόμενο επιτόκιο όπως αυτό των δανείων που σήμερα προεξοφλούνται, λειτουργεί σαν μια ασπίδα άμυνας απέναντι στις τρέχουσες, αλλά και μελλοντικές αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων. 
Αναταράξεις που είχε αναλύσει με εξαιρετικό τρόπο η Μαίρη Βενέτη στο άρθρο της «Πότε οι αποδόσεις των ομολόγων από απλός «πονοκέφαλος» θα μετατραπούν σε καταλύτη κρίσης», εδώ,.
Παράλληλα το ενδεχόμενο νέου κύματος ανόδου των επιτοκίων από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν θα βρει πλέον την Ελλάδα εκτεθειμένη σε δάνεια όπως του GLF, των οποίων το κόστος θα μπορούσε να εκτιναχθεί απρόβλεπτα.

Οι οικονομικές ενστάσεις και γιατί δεν αντέχουν σε εξέταση

Η κριτική που ασκείται εστιάζει κυρίως σε δύο σημεία.
To πρώτο είναι ότι το «μαξιλάρι» ρευστότητας που χρησιμοποιείται για τις αποπληρωμές δεν δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά κληροδοτήθηκε εν μέρει από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Και το δεύτερο είναι ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα που τροφοδοτούν τη ακολουθούμενη στρατηγική, προήλθαν κατά μεγάλο μέρος, από την επιβάρυνση των πολιτών μέσω υψηλής φορολογίας και ακρίβειας, χωρίς αντίστοιχη βελτίωση στην καθημερινότητά τους.

Το πρώτο επιχείρημα, ακόμη κι αν είναι εν μέρει βάσιμο, δεν αλλάζει την ουσία.
 
Διότι όποιος κι αν έθεσε τα θεμέλια, η απόφαση να αξιοποιηθεί το μαξιλάρι για μείωση του ακριβού χρέους αντί να παραμένει αδρανές αποτελεί δείγμα ορθολογικής διαχείρισης και όχι πολιτικής επιλογής που χρειάζεται δικαιολόγηση. Κανένας υπεύθυνος διαχειριστής δημόσιου χρέους δεν θα άφηνε δισεκατομμύρια στην άκρη, ενώ ταυτόχρονα θα πλήρωνε τόκους 3% σε άλλο δανεισμό.

Το δεύτερο επιχείρημα, αν και εγείρει ένα υπαρκτό ζήτημα κατανομής του κόστους προσαρμογής, συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα. Τη δημοσιονομική πολιτική δηλαδή τη φορολογία, τις δαπάνες, καθώς και τους στόχους των πλεονασμάτων, με τη διαχείριση χρέους. Ακόμη κι αν κάποιος διαφωνεί με το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης ή θεωρεί υπερβολικά φιλόδοξους τους στόχους πλεονάσματος, το ερώτημα του «τι κάνουμε με το πλεόνασμα εφόσον υπάρχει» είναι κάτι το ξεχωριστό και διαφορετικό.
Και εδώ όμως η απάντηση είναι μονοσήμαντη. Η μείωση του ακριβού χρέους είναι προτιμότερη από τη διατήρησή του, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης απέναντι στην ίδια τη δημοσιονομική στρατηγική που παρήγαγε το πλεόνασμα.

Λύνει όλα τα προβλήματα η πρόωρη αποπληρωμή μέρους του χρέους;

Ασφαλώς και η πρόωρη αποπληρωμή χρέους δεν είναι πανάκεια. Ούτε λύνει από μόνη της τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Όπως είναι το υψηλό ονομαστικό χρέος, η χαμηλή παραγωγικότητα, το δημογραφικό, οι ανεπαρκείς επενδύσεις στην έρευνα και στην καινοτομία καθώς και άλλες δυσεπίλυτες παθογένειες. 
Όμως ως άσκηση διαχείρισης χρέους, αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια ορθολογική κίνηση.

Αφού κατά πρώτον μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης, κατά δεύτερον περιορίζει το ρίσκο της ανόδου των επιτοκίων που βρίσκεται «ante portas», κατά τρίτον ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές και κατά τέταρτον δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης για το σύνολο της οικονομίας. 
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την προέλευση των πόρων είναι θεμιτή και αναγκαία σε μια δημοκρατία, αλλά δεν αναιρεί την οικονομική λογική της ίδιας της κίνησης.

Η φθηνή και λαϊκίστικη επιχειρηματολογία της αντιπολίτευσης

Το επιχείρημα της αντιπολίτευσης «αντί να πληρώνετε τους δανειστές, δώστε λεφτά στους πολίτες» δεν στέκει. Η πιο εύκολη ένσταση που σύμφωνα με τη αντιπολίτευση «αγγίζει τον κόσμο» είναι ότι τα δισεκατομμύρια θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε παροχές ή αυξήσεις δαπανών. Αλλά εδώ υπάρχει μια θεμελιώδης οικονομική διαφορά.
Η πρόωρη αποπληρωμή χρέους δεν αποτελεί «κατανάλωση»
Το κράτος ανταλλάσσει ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο, όπως είναι τα ταμειακά διαθέσιμά του, με τη μείωση μιας υποχρέωσης. Δεν «εξαφανίζονται» ξαφνικά τα 13 δισ. από την οικονομία. Απλά μεταβάλλεται η εικόνα του «δημόσιου ισολογισμού». Το αποτέλεσμα είναι ότι το κράτος θα έχει να πληρώσει στο μέλλον λιγότερους τόκους. Και αυτοί οι πόροι που εξοικονομούνται, μπορούν αργότερα να χρησιμοποιηθούν για φορολογικές μειώσεις, επενδύσεις ή κοινωνική πολιτική.

Η αντιπολίτευση επιμένει να προτείνει την πολιτική του «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα». 
Κάτι που απολύτως συνειδητά αποφεύγει η κυβέρνηση, παρ’ όλο που θα μπορούσε να την υιοθετήσει ειδικά μπροστά τις εκλογές του 2027. Δηλαδή να «μοιράσει τώρα» λεφτά για να κερδίσει τις εκλογές, αντί να αποπληρώνει πρόωρα μελλοντικές υποχρεώσεις.

Εκείνο που είναι πραγματικά εξωφρενικό είναι ότι αυτοί που μιλούσαν για «τοκογλυφικά μνημονιακά επιτόκια», είναι οι ίδιοι που κατηγορούν την κυβέρνηση ότι αποπληρώνει τα «χαμηλότοκα GLF», με σημερινό ακριβότερο δανεισμό.

Η ουσία της υπόθεσης

Η Ελλάδα του 2010 αδυνατούσε να δανειστεί για να πληρώσει το χρέος της που έληγε. 
Η Ελλάδα του 2026 κάνει ακριβώς το αντίθετο. 
Χρησιμοποιεί τη δημοσιονομική της ισχύ για να μειώνει νωρίτερα τις υποχρεώσεις της. 
Το ελληνικό Δημόσιο έχει πλέον τη δυνατότητα να επιλέγει το «πότε και ποιο χρέος θα αποπληρώσει», αντί να περιμένει από τις αγορές να του επιτρέψουν να επιβιώσει.

Και αυτό είναι η πραγματική είδηση. 
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η Ελλάδα δεν συζητά πώς θα βρει τα χρήματα για να πληρώσει το χρέος της. Αντιθέτως συζητά το ποιο χρέος τη συμφέρει να πληρώσει νωρίτερα. 
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο καταστάσεις δεν είναι «πιασάρικη» για τους λαϊκιστές, που θέλουν να «μοιράσουν λεφτά». Είναι όμως ουσιαστική. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια χώρα που βρίσκεται σε κρίση χρηματοδότησης και σε μια χώρα που διαχειρίζεται ενεργητικά τον «ισολογισμό» της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: