Οι αναλυτές των κρατικών προϋπολογισμών χαρακτηρίζουν «ασυνήθιστη» και «επικίνδυνη» την επιμονή για μεγάλα ελλείμματα σε περιόδους ανάπτυξης. Και έχουν δίκιο.
Η θεωρία της οικονομικής πολιτικής λέει ότι το έλλειμμα διογκώνεται όταν η οικονομία βουλιάζει. Και αντίστροφα συμπιέζεται όταν ανακάμπτει. Οι ΗΠΑ το 2026 κάνουν το αντίθετο.
Σύμφωνα με το CBO (Congressional Budget Office), δηλαδή το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου των ΗΠΑ, το δημοσιονομικό έτος που έκλεισε στις 30 Σεπτεμβρίου εμφάνισε έλλειμμα 1,99 τρισ. δολαρίων, αυξημένο κατά 12% ή 218 δισ. δολάρια σε σχέση με πέρυσι και πάνω από το 6% του ΑΕΠ. Το ίδιο το CBO προβλέπει για φέτος ανάπτυξη 2,2% και ανεργία 4,6%. Ο συνδυασμός αυτός περιγράφεται ως «unsustainable trend», δηλαδή μια τάση που δεν είναι βιώσιμη...
Ας δούμε την ανατομία αυτού του ελλείμματος. Οι δαπάνες έφτασαν τα 7,4 τρισ. δολάρια (+6%), τα έσοδα τα 5,4 τρισ. δολάρια (+3%). Όπως βλέπουμε, οι δαπάνες τρέχουν με διπλάσια ταχύτητα από τα έσοδα, και αυτή είναι ολόκληρη η ιστορία.
Στην πλευρά των εσόδων, ο φόρος εταιρειών υποχώρησε κατά 16%. Οι δασμοί έπεσαν κατά 11%, επειδή η κυβέρνηση επέστρεψε περίπου 130 δισ. δολάρια για δασμούς που το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε παράνομους και ανέστρεψε. Σε αρκετούς μήνες του έτους τα έσοδα από δασμούς βγήκαν αρνητικά, όπως συμβαίνει όταν η ταμειακή ροή μιας εταιρείας αντιστρέφεται από τις επιστροφές. Μια φορολογική πολιτική που κόβει έσοδα στην ανάπτυξη και ταυτόχρονα επιστρέφει ό,τι εισέπραξε παρανόμως δεν είναι στρατηγική. Είναι αυτοσχεδιασμός με υψηλό κόστος.
Και ενώ όλοι οι λογαριασμοί του προϋπολογισμού είναι συζητήσιμοι, ακόμα και η άμυνα και η υγεία, ένας δεν μπορεί να μεταβληθεί. Και αυτός ο λογαριασμός είναι οι τόκοι που καταβάλλονται για την εξυπηρέτηση του χρέους, οι οποίοι έχουν φτάσει τα 1,14 τρισ. δολάρια.
Το CBO βλέπει τους καθαρούς τόκους να ανεβαίνουν από 3,3% του ΑΕΠ φέτος σε 4,6% το 2036, και το δημόσιο χρέος που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών (debt held by the public) από 101% του ΑΕΠ σε 120%. Θα ξεπεράσει το ιστορικό ρεκόρ του 1946, που ήταν 106%. Τότε όμως οι Αμερικανοί είχαν μόλις κερδίσει έναν παγκόσμιο πόλεμο. Σήμερα δεν έχουν κερδίσει τίποτα, εκτός από την άνεση να δανείζονται με ευκολία. Το χειρότερο όμως έρχεται από το μέτωπο των επιτοκίων, που έχουν πάρει την ανηφόρα.
Στην εκτίμηση του Απριλίου, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, δηλαδή συνολικά το ομοσπονδιακό, πολιτειακό και τοπικό έλλειμμα, θα φτάσει στο 7,5% του ΑΕΠ για το 2026 και το ακαθάριστο χρέος στο 125,8%, ενώ εκτιμά ότι το 2031 θα φτάσει στο 141,5%. Μάλιστα, σε πρόσφατη έκθεσή του συνιστά «frontloaded fiscal adjustment», δηλαδή εμπροσθοβαρή δημοσιονομική αναπροσαρμογή που ξεκινά άμεσα και δεν πρέπει να αφεθεί σε επόμενες κυβερνήσεις.
Η δημοσιονομική πορεία του επόμενου έτους θα κριθεί εν μέρει από τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό εμπόδιο. Καμία παράταξη δεν κερδίζει ψήφους υποσχόμενη μείωση συντάξεων, περικοπή του «Medicaid» ή αύξηση φόρων. Οι τρεις μεγάλοι λογαριασμοί του προϋπολογισμού, «Social Security», «Medicare» και «Medicaid», αυξήθηκαν φέτος κατά 217 δισ. δολάρια. Αυτό δεν είναι σπατάλη. Είναι αποτέλεσμα της δημογραφικής πραγματικότητας, που ούτε ψηφίζεται, ούτε ακυρώνεται.
Εμείς το ξέρουμε καλύτερα από τους περισσότερους. Το ελληνικό χρέος κορυφώθηκε στο 205,6% του ΑΕΠ το 2020, έκλεισε το 2025 στο 146,1% και το πρώτο τρίμηνο του 2026 στο 143,5%, με κυβερνητικό στόχο περίπου 137% στο τέλος του έτους. Δεν ήταν δώρο εξ ουρανού αυτό που πετύχαμε. Ήταν αποτέλεσμα πρωτογενών πλεονασμάτων, δημοσιονομικής πειθαρχίας, πολιτικού κόστους και φυσικά ανάπτυξης.
Η ευθεία σύγκριση των μεγεθών μάς βοηθάει να κατανοήσουμε τι συμβαίνει, αλλά είναι άδικη. Οι ΗΠΑ δανείζονται στο νόμισμα που οι υπόλοιποι θέλουν να κατέχουν, και αυτό τους δίνει το περιθώριο που η Αθήνα δεν είχε ποτέ. Το περιθώριο όμως δεν είναι απεριόριστο. Και η Moody's, αφαιρώντας το 2025 το τελευταίο «AAA», το υπενθύμισε.
Τα ελλείμματα δεν είναι ηθικό ζήτημα. Είναι αριθμητικό. Ένα έλλειμμα 6% του ΑΕΠ, σε μια οικονομία που μεγαλώνει περίπου 2% σε πραγματικούς όρους, σημαίνει ότι το χρέος αυξάνεται ταχύτερα από το εισόδημα με το οποίο πρέπει να εξυπηρετηθεί.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει προσαρμογή, αλλά ποιος θα την επιλέξει: οι κυβερνήσεις με πολιτικό προγραμματισμό ή οι αγορές προκαλώντας πανικό. Αν δεν εξοικονομήσεις όταν η οικονομία σου βρίσκεται σε ανάπτυξη, δεν θα έχεις περιθώρια όταν η οικονομία μπει στον κύκλο της επόμενης ύφεσης.
Και η ιστορία έχει δείξει ότι οι αγορές δεν είναι ευγενικοί δάσκαλοι. Διδάσκουν τους πολιτικούς «the hard way», που λένε οι Αγγλοσάξονες, δηλαδή με τον σκληρό τρόπο.
Σύμφωνα με το CBO (Congressional Budget Office), δηλαδή το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου των ΗΠΑ, το δημοσιονομικό έτος που έκλεισε στις 30 Σεπτεμβρίου εμφάνισε έλλειμμα 1,99 τρισ. δολαρίων, αυξημένο κατά 12% ή 218 δισ. δολάρια σε σχέση με πέρυσι και πάνω από το 6% του ΑΕΠ. Το ίδιο το CBO προβλέπει για φέτος ανάπτυξη 2,2% και ανεργία 4,6%. Ο συνδυασμός αυτός περιγράφεται ως «unsustainable trend», δηλαδή μια τάση που δεν είναι βιώσιμη...
Ας δούμε την ανατομία αυτού του ελλείμματος. Οι δαπάνες έφτασαν τα 7,4 τρισ. δολάρια (+6%), τα έσοδα τα 5,4 τρισ. δολάρια (+3%). Όπως βλέπουμε, οι δαπάνες τρέχουν με διπλάσια ταχύτητα από τα έσοδα, και αυτή είναι ολόκληρη η ιστορία.
Στην πλευρά των εσόδων, ο φόρος εταιρειών υποχώρησε κατά 16%. Οι δασμοί έπεσαν κατά 11%, επειδή η κυβέρνηση επέστρεψε περίπου 130 δισ. δολάρια για δασμούς που το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε παράνομους και ανέστρεψε. Σε αρκετούς μήνες του έτους τα έσοδα από δασμούς βγήκαν αρνητικά, όπως συμβαίνει όταν η ταμειακή ροή μιας εταιρείας αντιστρέφεται από τις επιστροφές. Μια φορολογική πολιτική που κόβει έσοδα στην ανάπτυξη και ταυτόχρονα επιστρέφει ό,τι εισέπραξε παρανόμως δεν είναι στρατηγική. Είναι αυτοσχεδιασμός με υψηλό κόστος.
Και ενώ όλοι οι λογαριασμοί του προϋπολογισμού είναι συζητήσιμοι, ακόμα και η άμυνα και η υγεία, ένας δεν μπορεί να μεταβληθεί. Και αυτός ο λογαριασμός είναι οι τόκοι που καταβάλλονται για την εξυπηρέτηση του χρέους, οι οποίοι έχουν φτάσει τα 1,14 τρισ. δολάρια.
Το CBO βλέπει τους καθαρούς τόκους να ανεβαίνουν από 3,3% του ΑΕΠ φέτος σε 4,6% το 2036, και το δημόσιο χρέος που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών (debt held by the public) από 101% του ΑΕΠ σε 120%. Θα ξεπεράσει το ιστορικό ρεκόρ του 1946, που ήταν 106%. Τότε όμως οι Αμερικανοί είχαν μόλις κερδίσει έναν παγκόσμιο πόλεμο. Σήμερα δεν έχουν κερδίσει τίποτα, εκτός από την άνεση να δανείζονται με ευκολία. Το χειρότερο όμως έρχεται από το μέτωπο των επιτοκίων, που έχουν πάρει την ανηφόρα.
Στην εκτίμηση του Απριλίου, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, δηλαδή συνολικά το ομοσπονδιακό, πολιτειακό και τοπικό έλλειμμα, θα φτάσει στο 7,5% του ΑΕΠ για το 2026 και το ακαθάριστο χρέος στο 125,8%, ενώ εκτιμά ότι το 2031 θα φτάσει στο 141,5%. Μάλιστα, σε πρόσφατη έκθεσή του συνιστά «frontloaded fiscal adjustment», δηλαδή εμπροσθοβαρή δημοσιονομική αναπροσαρμογή που ξεκινά άμεσα και δεν πρέπει να αφεθεί σε επόμενες κυβερνήσεις.
Η δημοσιονομική πορεία του επόμενου έτους θα κριθεί εν μέρει από τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό εμπόδιο. Καμία παράταξη δεν κερδίζει ψήφους υποσχόμενη μείωση συντάξεων, περικοπή του «Medicaid» ή αύξηση φόρων. Οι τρεις μεγάλοι λογαριασμοί του προϋπολογισμού, «Social Security», «Medicare» και «Medicaid», αυξήθηκαν φέτος κατά 217 δισ. δολάρια. Αυτό δεν είναι σπατάλη. Είναι αποτέλεσμα της δημογραφικής πραγματικότητας, που ούτε ψηφίζεται, ούτε ακυρώνεται.
Εμείς το ξέρουμε καλύτερα από τους περισσότερους. Το ελληνικό χρέος κορυφώθηκε στο 205,6% του ΑΕΠ το 2020, έκλεισε το 2025 στο 146,1% και το πρώτο τρίμηνο του 2026 στο 143,5%, με κυβερνητικό στόχο περίπου 137% στο τέλος του έτους. Δεν ήταν δώρο εξ ουρανού αυτό που πετύχαμε. Ήταν αποτέλεσμα πρωτογενών πλεονασμάτων, δημοσιονομικής πειθαρχίας, πολιτικού κόστους και φυσικά ανάπτυξης.
Η ευθεία σύγκριση των μεγεθών μάς βοηθάει να κατανοήσουμε τι συμβαίνει, αλλά είναι άδικη. Οι ΗΠΑ δανείζονται στο νόμισμα που οι υπόλοιποι θέλουν να κατέχουν, και αυτό τους δίνει το περιθώριο που η Αθήνα δεν είχε ποτέ. Το περιθώριο όμως δεν είναι απεριόριστο. Και η Moody's, αφαιρώντας το 2025 το τελευταίο «AAA», το υπενθύμισε.
Τα ελλείμματα δεν είναι ηθικό ζήτημα. Είναι αριθμητικό. Ένα έλλειμμα 6% του ΑΕΠ, σε μια οικονομία που μεγαλώνει περίπου 2% σε πραγματικούς όρους, σημαίνει ότι το χρέος αυξάνεται ταχύτερα από το εισόδημα με το οποίο πρέπει να εξυπηρετηθεί.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει προσαρμογή, αλλά ποιος θα την επιλέξει: οι κυβερνήσεις με πολιτικό προγραμματισμό ή οι αγορές προκαλώντας πανικό. Αν δεν εξοικονομήσεις όταν η οικονομία σου βρίσκεται σε ανάπτυξη, δεν θα έχεις περιθώρια όταν η οικονομία μπει στον κύκλο της επόμενης ύφεσης.
Και η ιστορία έχει δείξει ότι οι αγορές δεν είναι ευγενικοί δάσκαλοι. Διδάσκουν τους πολιτικούς «the hard way», που λένε οι Αγγλοσάξονες, δηλαδή με τον σκληρό τρόπο.
Κωνσταντίνος Χαροκόπος
27/10/2026
27/10/2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου