Αμφιθέατρα γεμάτα καπνό, φοιτητικά στέκια, ταβέρνες που έκλειναν ξημερώματα. Το πλοίο τότε είχε γείρει προς μία μόνο πλευρά, πάντα αριστερά, και όποιος τολμούσε να σταθεί στην άλλη κουπαστή χαρακτηριζόταν αμέσως «φασίστας», «χουντικός» ή, στην καλύτερη περίπτωση, «αντιδραστικός».
Δεν ήταν όμως συζητήσεις αγράμματων. Ειδικά στην Ανανεωτική Αριστερά, ήταν συζητήσεις ανθρώπων που διάβαζαν.
Δεν ήταν όμως συζητήσεις αγράμματων. Ειδικά στην Ανανεωτική Αριστερά, ήταν συζητήσεις ανθρώπων που διάβαζαν.
Και το συμπέρασμα που επαναλαμβανόταν με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια ήταν ένα: δεν αρκεί η κατάληψη του κράτους, όπως πίστευε ο Λένιν. Το Χειμερινό Ανάκτορο πέφτει σε μια νύχτα, αλλά η αστική ιδεολογία δεν πέφτει μαζί του. Επιβιώνει στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στην οικογένεια, στην εκκλησία, στο δικαστήριο, στον στρατώνα.
Ο Λουί Αλτουσέρ τα ονόμαζε «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους».
Ο Λουί Αλτουσέρ τα ονόμαζε «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους».
Ο Νίκος Πουλαντζάς έγραφε για το κράτος ως συμπύκνωση σχέσεων εξουσίας. Πάνω απ' όλους, όμως, στεκόταν ο παλαιότερος όλων, ο Αντόνιο Γκράμσι, ο φυλακισμένος Ιταλός που κατάλαβε κάτι που οι μπολσεβίκοι δεν πρόλαβαν να καταλάβουν: η εξουσία στη Δύση δεν στηρίζεται στη βία αλλά στη συναίνεση. Στην ιδεολογική Ηγεμονία της αστικής τάξης.
Όποιος ελέγχει τι θεωρείται «κοινός νους» ελέγχει τα πάντα...
Όποιος ελέγχει τι θεωρείται «κοινός νους» ελέγχει τα πάντα...
Από εκεί γεννήθηκε και το σύνθημα-στρατηγική του Ρούντι Ντούτσκε που σημάδεψε τη γενιά του '68: Η μακρά πορεία μέσα από τους θεσμούς.
Μισό αιώνα αργότερα, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η πορεία ολοκληρώθηκε. Και ότι ήταν νικηφόρα.
Η παιδεία, η δικαιοσύνη, ακόμη και ο στρατός και η αστυνομία, οι τελευταίοι θύλακες της «αντίδρασης», μιλούν πια τη γλώσσα που κάποτε μιλούσαν μόνο οι συνελεύσεις.
Ακόμη και στα συντηρητικά πανεπιστήμια της Αμερικής μιλούν τη γλώσσα του Μαρκούζε, του Αντόρνο και του δικαιωματισμού, και υποφέρουν από ένα σύνδρομο μετα-αποικιακής μεταμέλειας με αυτοκτονικές τάσεις.
Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει καταληφθεί από την Άκρα Αριστερά, σπρώχνοντας τους πανικόβλητους Ρεπουμπλικάνους στο άλλο άκρο.
Κανείς δεν χρειάστηκε να καταλάβει τίποτα με όπλα. Αρκούσαν τα προγράμματα σπουδών, οι εγκύκλιοι, τα σεμινάρια ευαισθητοποίησης και η σιωπηλή αυτολογοκρισία όσων ήξεραν ότι μια λάθος λέξη κοστίζει μια καριέρα.
Τα σχολεία παράγουν σήμερα προοδευτικούς χωρίς περιεχόμενο.
Μισό αιώνα αργότερα, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η πορεία ολοκληρώθηκε. Και ότι ήταν νικηφόρα.
Η παιδεία, η δικαιοσύνη, ακόμη και ο στρατός και η αστυνομία, οι τελευταίοι θύλακες της «αντίδρασης», μιλούν πια τη γλώσσα που κάποτε μιλούσαν μόνο οι συνελεύσεις.
Ακόμη και στα συντηρητικά πανεπιστήμια της Αμερικής μιλούν τη γλώσσα του Μαρκούζε, του Αντόρνο και του δικαιωματισμού, και υποφέρουν από ένα σύνδρομο μετα-αποικιακής μεταμέλειας με αυτοκτονικές τάσεις.
Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει καταληφθεί από την Άκρα Αριστερά, σπρώχνοντας τους πανικόβλητους Ρεπουμπλικάνους στο άλλο άκρο.
Κανείς δεν χρειάστηκε να καταλάβει τίποτα με όπλα. Αρκούσαν τα προγράμματα σπουδών, οι εγκύκλιοι, τα σεμινάρια ευαισθητοποίησης και η σιωπηλή αυτολογοκρισία όσων ήξεραν ότι μια λάθος λέξη κοστίζει μια καριέρα.
Τα σχολεία παράγουν σήμερα προοδευτικούς χωρίς περιεχόμενο.
Νέους που ξέρουν απέξω το σωστό λεξιλόγιο αλλά αγνοούν τη Γαλλική Επανάσταση και δεν έχουν διαβάσει Θουκυδίδη. Για την ακρίβεια, δυσκολεύονται να διαβάσουν μια ολόκληρη σελίδα Α4.
Αγνοούν τον Επιτάφιο του Περικλή, αλλά είναι έτοιμοι να καταδικάσουν την ουσία του: την υπερηφάνεια για μια πόλη που ευημερεί, για ένα πολίτευμα όπου αποφασίζουν οι πολλοί και που οι άλλοι το ζηλεύουν. Όλο αυτό το βλέπουν ως έκφραση ρατσισμού και απόρροια κάποιου «λευκού προνομίου».
Από τη μία οι παραμορφωτικοί φακοί της Αριστεράς και από την άλλη η απάθεια και η τεμπελιά όσων βρήκαν έτοιμη την καπιταλιστική ευημερία και τη θεωρούν δεδομένη έχουν δημιουργήσει ένα νέο είδος ανθρώπου. Έναν άνθρωπο που έχει πάρει διαζύγιο από την ιστορία, τη βιολογία και κάθε είδους κοινή λογική που απορρέει από τον πυρήνα του «εγωιστικού γονιδίου», τον πυρήνα της ζωής στο σύμπαν όπου ζούμε.
Η βιολογία των φύλων, που ως χθες ήταν αντικείμενο της επιστήμης, έγινε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Αγνοούν τον Επιτάφιο του Περικλή, αλλά είναι έτοιμοι να καταδικάσουν την ουσία του: την υπερηφάνεια για μια πόλη που ευημερεί, για ένα πολίτευμα όπου αποφασίζουν οι πολλοί και που οι άλλοι το ζηλεύουν. Όλο αυτό το βλέπουν ως έκφραση ρατσισμού και απόρροια κάποιου «λευκού προνομίου».
Από τη μία οι παραμορφωτικοί φακοί της Αριστεράς και από την άλλη η απάθεια και η τεμπελιά όσων βρήκαν έτοιμη την καπιταλιστική ευημερία και τη θεωρούν δεδομένη έχουν δημιουργήσει ένα νέο είδος ανθρώπου. Έναν άνθρωπο που έχει πάρει διαζύγιο από την ιστορία, τη βιολογία και κάθε είδους κοινή λογική που απορρέει από τον πυρήνα του «εγωιστικού γονιδίου», τον πυρήνα της ζωής στο σύμπαν όπου ζούμε.
Η βιολογία των φύλων, που ως χθες ήταν αντικείμενο της επιστήμης, έγινε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Η διατροφή μετατράπηκε σε ηθική δήλωση: όλο και περισσότεροι άνθρωποι εγκαταλείπουν το κρέας και τις ζωικές πρωτεΐνες όχι για λόγους υγείας αλλά από ενοχή απέναντι σε έναν πλανήτη που υποτίθεται ότι τον καταστρέφουμε με την ίδια μας την ύπαρξη.
Η Δύση υποφέρει από αποικιοκρατικές ενοχές, ακόμη και στα κομμάτια της που κάποτε ήταν αποικίες. Οι προσπάθειες ισοπεδωτικής εξίσωσης έχουν γεμίσει τις υψηλότερες θέσεις της ιεραρχίας, στις επιχειρήσεις και στη διοίκηση, με ανεπαρκείς.
Η Δύση υποφέρει από αποικιοκρατικές ενοχές, ακόμη και στα κομμάτια της που κάποτε ήταν αποικίες. Οι προσπάθειες ισοπεδωτικής εξίσωσης έχουν γεμίσει τις υψηλότερες θέσεις της ιεραρχίας, στις επιχειρήσεις και στη διοίκηση, με ανεπαρκείς.
Οι συνέπειες γίνονται όλο και πιο εμφανείς: υπηρεσίες που δεν αποδίδουν, αεροπλάνα που πέφτουν, παρτίδες αυτοκινήτων που ανακαλούνται όλο και συχνότερα. Ο καπιταλισμός, προσβεβλημένος από τον ιό του ESG, εμφανίζει συμπτώματα κόπωσης και εκφυλισμού.
Όταν η αξιολόγηση αντιμετωπίζεται ως καταπίεση, η προσπάθεια ως προνόμιο και η πειθαρχία ως αυταρχισμός, το σχολείο κινδυνεύει να παράγει προοδευτικούς Νενέκους, έτοιμους να θυσιάσουν τα πάντα για ένα δωρεάν συσσίτιο.
Και εδώ φτάνουμε στο κυριότερο. Δεν κάνουν παιδιά.
Μια κοινωνία που δεν αναπαράγεται πεθαίνει. Δεν χρειάζεται εισβολή, πόλεμος ή οικονομική κατάρρευση. Αρκεί να σβήσει αθόρυβα, μία γενιά τη φορά. Στην Ελλάδα καταγράφονται πλέον σχεδόν δύο θάνατοι για κάθε γέννηση. Χωριά κλείνουν σχολεία, πόλεις μετατρέπουν μαιευτήρια σε γηροκομεία, και ο δημόσιος λόγος ασχολείται με τις αντωνυμίες.
Η πραγματικότητα θυμίζει όλο και περισσότερο την ταινία «Τα παιδιά των ανθρώπων» του Αλφόνσο Κουαρόν. Εκεί η ανθρωπότητα ζει σε έναν κόσμο όπου έχουν περάσει δεκαοκτώ χρόνια χωρίς να γεννηθεί ούτε ένα παιδί. Οι παιδικές χαρές είναι ερειπωμένες, τα σχολεία άδεια, και ο θάνατος του νεότερου ανθρώπου στη Γη γίνεται παγκόσμια είδηση. Στην ταινία η υπογονιμότητα είναι αίνιγμα. Στη δική μας πραγματικότητα είναι επιλογή.
Οι πιο άμεσοι πολιτικοί απόγονοι του Γκράμσι, οι Ιταλοί κομμουνιστές του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ (το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δύσης και κάποτε το μεγαλύτερο κόμμα της Ιταλίας), το κατάλαβαν πρώτοι και αυτοδιαλύθηκαν. Ο Πουλαντζάς αυτοκτόνησε και ο Αλτουσέρ βυθίστηκε στην τρέλα και έπνιξε τη γυναίκα του πολύ πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα της παρακμής ευρύτερα στην κοινωνία.
Τον ίδιο δρόμο φαίνεται πως έχουν πάρει και οι δυτικές δημοκρατίες.
Σύντροφοι, δυστυχώς νικήσαμε. Και τώρα πρέπει να εξηγήσουμε τι ακριβώς κερδίσαμε.
Όταν η αξιολόγηση αντιμετωπίζεται ως καταπίεση, η προσπάθεια ως προνόμιο και η πειθαρχία ως αυταρχισμός, το σχολείο κινδυνεύει να παράγει προοδευτικούς Νενέκους, έτοιμους να θυσιάσουν τα πάντα για ένα δωρεάν συσσίτιο.
Και εδώ φτάνουμε στο κυριότερο. Δεν κάνουν παιδιά.
Μια κοινωνία που δεν αναπαράγεται πεθαίνει. Δεν χρειάζεται εισβολή, πόλεμος ή οικονομική κατάρρευση. Αρκεί να σβήσει αθόρυβα, μία γενιά τη φορά. Στην Ελλάδα καταγράφονται πλέον σχεδόν δύο θάνατοι για κάθε γέννηση. Χωριά κλείνουν σχολεία, πόλεις μετατρέπουν μαιευτήρια σε γηροκομεία, και ο δημόσιος λόγος ασχολείται με τις αντωνυμίες.
Η πραγματικότητα θυμίζει όλο και περισσότερο την ταινία «Τα παιδιά των ανθρώπων» του Αλφόνσο Κουαρόν. Εκεί η ανθρωπότητα ζει σε έναν κόσμο όπου έχουν περάσει δεκαοκτώ χρόνια χωρίς να γεννηθεί ούτε ένα παιδί. Οι παιδικές χαρές είναι ερειπωμένες, τα σχολεία άδεια, και ο θάνατος του νεότερου ανθρώπου στη Γη γίνεται παγκόσμια είδηση. Στην ταινία η υπογονιμότητα είναι αίνιγμα. Στη δική μας πραγματικότητα είναι επιλογή.
Οι πιο άμεσοι πολιτικοί απόγονοι του Γκράμσι, οι Ιταλοί κομμουνιστές του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ (το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δύσης και κάποτε το μεγαλύτερο κόμμα της Ιταλίας), το κατάλαβαν πρώτοι και αυτοδιαλύθηκαν. Ο Πουλαντζάς αυτοκτόνησε και ο Αλτουσέρ βυθίστηκε στην τρέλα και έπνιξε τη γυναίκα του πολύ πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα της παρακμής ευρύτερα στην κοινωνία.
Τον ίδιο δρόμο φαίνεται πως έχουν πάρει και οι δυτικές δημοκρατίες.
Σύντροφοι, δυστυχώς νικήσαμε. Και τώρα πρέπει να εξηγήσουμε τι ακριβώς κερδίσαμε.
Κώστας Στούπας
25/09/2026
25/09/2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου