του Περικλή Λάσκαρι*Κάποτε στα χρόνια της ευφορίας, όταν στο γραφείο μου είχε λόγο ύπαρξης η αίθουσα αναμονής, βρήκα τον Βάσο, να έχει καθίσει τα 87 του κουρασμένα χρόνια στην πολυθρόνα της γωνίας...
Όταν άνοιξα την πόρτα και τον είδα, αυτός τιμώντας τη διαφορά των πενήντα χρόνων που μας χώριζαν, σηκώθηκε...
Στην απορία μου, γιατί ανέβηκε τα τριάντα τόσα απότομα σκαλοπάτια του παλιού κτιρίου που στεγάζει το γραφείο μου, μου απάντησε ότι ήρθε για να πει ένα ευχαριστώ, προφανώς ως ανταπόδοση σε μια προσφερθείσα βοήθεια, που είχε την αξία ενός ασήμαντου λεπτού...
- Μα δεν μου πήρε χρόνο, Βάσο μου, και στο κάτω-κάτω, αν ήθελες να με ευχαριστήσεις ας μου τηλεφωνούσες, του ανταπάντησα...
Ακούμπησε με τα δυο του χέρια στο μπαστούνι που στήριζε με αξιοπρέπεια την τζεντιλέτσα του και με ύφος παραπονεμένης κατανόησης είπε...
- Μα, νεαρέ μου, δεν νομίζω να είναι το ίδιο...














