Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Το ΠΑΣΟΚ, οι «μπάτσοι» και η κατηφόρα σε κόμμα διαμαρτυρίας

Ας ξεκινήσουμε εισαγωγικώς από μία διαπίστωση. 
Η λέξη «μπάτσοι» δεν ανήκει στο λεξιλόγιο ενός ανθρώπου που διεξάγει διάλογο, αρθρώνει δημόσιο λόγο πολλώ δε μάλλον όταν ανήκει σε ένα κόμμα -που θέλει να είναι- εξουσίας. 
Βασικά δεν πρέπει να ανήκει σε κανένα λεξιλόγιο.
Παραπέμπει στη γλώσσα της άκρας και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, των καταλήψεων, των επεισοδίων και της συλλογικής απαξίωσης των Σωμάτων Ασφαλείας. 
Δεν περιγράφει απλώς έναν αστυνομικό που παραβιάζει τον νόμο ή υπερβαίνει τα καθήκοντά του. Κουβαλά ένα συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό φορτίο.
Ο Θεόδωρος Μαργαρίτης, μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, χρησιμοποίησε τον όρο σε τηλεοπτική αντιπαράθεση με τον Κώστα Καραγκούνη. Επιχείρησε να διαχωρίσει τους αστυνομικούς που υπηρετούν σωστά από όσους επιδεικνύουν αυταρχισμό, όμως επέμεινε στη διατύπωσή του, λέγοντας ότι «υπάρχουν και οι μπάτσοι». Κατηγόρησε μάλιστα τον συνομιλητή του ότι αντιδρά για «τα ψηφαλάκια των αστυνομικών».
Ο χαρακτηρισμός όμως δεν ήταν εκ παραδρομής. Αποτυπώνει κάτι άλλο που βρίσκεται πέρα από τις προσωπικές απόψεις ενός στελέχους...

Από το κόμμα του κράτους στη γλώσσα του περιθωρίου

Το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε την Ελλάδα επί δεκαετίες. Συγκρότησε κρατικές δομές, διαμόρφωσε θεσμούς, άσκησε εξωτερική πολιτική, διαχειρίστηκε κρίσεις και ανέλαβε την ευθύνη της δημόσιας ασφάλειας.
Σήμερα δείχνει συχνά σαν να θέλει να αποδείξει ότι δεν έχει σχέση με αυτή την ιστορία.
Αντί να αξιοποιήσει την εμπειρία της διακυβέρνησης ως στοιχείο πολιτικής υπεροχής, επιχειρεί να ανταγωνιστεί τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην ένταση, την καταγγελία και στην απαξιωτική γλώσσα.
Το ΠΑΣΟΚ δεν κερδίζει από αυτή τη μετατόπιση. 
Όποιος αναζητά ακραίο αντισυστημικό λόγο έχει αυθεντικότερες επιλογές. 
Όποιος αναζητά σοβαρή, θεσμική και κυβερνητική αντιπολίτευση βλέπει μια παράταξη που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει από τα κόμματα διαμαρτυρίας.
Η λέξη «μπάτσοι» λειτουργεί ως σύμπτωμα αυτής της διολίσθησης. Δεν προκάλεσε το πρόβλημα. Το φανέρωσε.

Η άρνηση ως κεντρική στρατηγική


Η ίδια αντίφαση εμφανίστηκε στη Συνταγματική Αναθεώρηση.
Το ΠΑΣΟΚ είχε καταθέσει δικές του προτάσεις και αναγνώριζε την ανάγκη αλλαγών σε κρίσιμα άρθρα, όπως εκείνα για τα πανεπιστήμια, την ποινική ευθύνη υπουργών, την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, τις ανεξάρτητες αρχές και την επιστολική ψήφο.
Παρά τα κοινά πεδία, επέλεξε το «παρών» σε 15 άρθρα και την καταψήφιση των υπόλοιπων κυβερνητικών προτάσεων. Η επίσημη εξήγηση ήταν ότι διαφωνούσε με τη διαδικασία και με την κατεύθυνση των αλλαγών που πρότεινε η Νέα Δημοκρατία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το ΠΑΣΟΚ διαφώνησε με την κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση έχει χρέος να διαφωνεί όταν θεωρεί λανθασμένη μια πολιτική.
Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και στα ζητήματα όπου υπήρχε σύμπτωση ως προς την ανάγκη αναθεώρησης, η Χαριλάου Τρικούπη δεν κατάφερε να μετατρέψει τη διαφωνία της σε δημιουργική θεσμική στάση.
Επέλεξε την ασφάλεια του «παρών». Ούτε συμφωνία, ούτε καθαρή σύγκρουση επί της ουσίας. Μια ενδιάμεση στάση που προστάτευσε την κομματική γραμμή, όχι την εικόνα μιας παράταξης έτοιμης να αναλάβει την ευθύνη της χώρας. Απλή παρουσία.
Γι’ αυτό και η κυβερνητική κριτική ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης μετατρέπει το ΠΑΣΟΚ σε «κόμμα διαμαρτυρίας» έχει βρει πρόσφορο πολιτικό έδαφος.
Η διττή παρουσία του ΠΑΣΟΚ αποκαλύπτεται σε ανύποπτες στιγμές.
Από τη μία κοιτά προς το πολιτικό κέντρο με μερικές πατριωτικές κορώνες και από την άλλη απευθύνεται στον πολιτικό ακτιβισμό και κλείνει το μάτι στην Αριστερά.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κόμμα που δεν γνωρίζει σε ποιο κοινό απευθύνεται.
Προσπαθεί να μιλήσει στους μετριοπαθείς ψηφοφόρους και ταυτόχρονα να μην αφήσει χώρο στα αριστερά του. Θέλει να εμφανίζεται ως αυτόνομη δύναμη εξουσίας, ενώ συζητά διαρκώς ποιους θα χρειαστεί για να συνεργαστεί. Υπερασπίζεται τη θεσμική του παράδοση, ενώ κορυφαία στελέχη μιλούν για «μπάτσους».

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν το αδιέξοδο

Η πολιτική κατηφόρα αποτυπώνεται και στις μετρήσεις.
Σε δημοσκόπηση της Metron Analysis στις αρχές Ιουλίου, το ΠΑΣΟΚ καταγραφόταν στο 11,4% στην εκτίμηση ψήφου, ενώ το εκλογικό του πλαφόν είχε υποχωρήσει από το 35% στο 32% μέσα σε λίγους μήνες.
Άλλες μετρήσεις του Ιουλίου το κατέγραψαν στην τρίτη θέση, με ποσοστά από 9,7% έως 12,3%, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία και τον νέο σχηματισμό του Αλέξη Τσίπρα. Σε μέσο όρο δέκα δημοσκοπήσεων από τις 5 Ιουνίου έως τις 9 Ιουλίου, το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στο 9,4%, έναντι 14,9% του κόμματος Τσίπρα.
Ακόμη βαρύτερο ήταν το εύρημα δημοσκόπησης της GPO, σύμφωνα με το οποίο το 79,6% αξιολογούσε αρνητικά το έργο του ΠΑΣΟΚ ως αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η περίφημη «κολλημένη βελόνα», για την οποία έχει προειδοποιήσει δημόσια ο Παύλος Γερουλάνος, έχει πλέον αρχίσει να κινείται προς τα κάτω.
Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει στελέχη, κοινοβουλευτική εμπειρία και οργανωτική παρουσία. Διαθέτει επίσης προγραμματικές θέσεις σε αρκετά πεδία.
Η κοινωνία όμως καταλήγει να μην γνωρίζει ποιο ΠΑΣΟΚ θα εμφανιστεί την επόμενη ημέρα. Το θεσμικό κόμμα που μιλά για μεταρρυθμίσεις και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ή το κόμμα που υιοθετεί τον καταγγελτικό λόγο της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η δήλωση Μαργαρίτη απάντησε, έστω στιγμιαία, σε αυτό το ερώτημα. Και η απάντηση ήταν καταστροφική.

Έδειξε ένα ΠΑΣΟΚ που αντί να ανεβάζει το επίπεδο του δημόσιου λόγου, κατεβαίνει στη γλώσσα του πεζοδρομίου. 
Αντί να μετατρέπει την κυβερνητική φθορά σε πολιτική πρόταση, μετατρέπει την αντιπολίτευση σε διαγωνισμό οργής. 
Αντί να διεκδικεί τον χώρο της υπεύθυνης διακυβέρνησης, αναζητά ψήφους σε ακροατήρια που ποτέ δεν θα το θεωρήσουν αρκετά ριζοσπαστικό.

01/08/2026

Δεν υπάρχουν σχόλια: