Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Canadair, Beriev και Rafale: Ο μύθος των εύκολων λύσεων στη μάχη της Ελλάδας με τις πυρκαγιές

Κάθε, μα κάθε καλοκαίρι, η ίδια πολιτική συζήτηση επιστρέφει στην Ελλάδα. Διαθέτει η χώρα επαρκή μέσα πυρόσβεσης; 
Θα μπορούσε να είχε κάνει καλύτερες επιλογές στον σχεδιασμό του στόλου της; 
Είναι σωστή η προτεραιότητα που δίνεται σε εξοπλιστικά προγράμματα ή θα έπρεπε περισσότεροι πόροι να κατευθύνονται στην Πολιτική Προστασία. 
Και ενώ θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένας πραγματικά υγιής, τεχνοκρατικός και αποτελεσματικός προβληματισμός, η λαϊκιστική επιχειρηματολογία και ο καταγγελτικός λόγος της αντιπολίτευσης καταλήγουν σε δύο εξαιρετικά απλουστευτικά διλήμματα, ευνουχίζοντας συστηματικά κάθε μορφή σοβαρού διαλόγου.
Το ακροδεξιό και ακροαριστερό φιλοπουτινικό μέτωπο επιλέγει το δίλημμα:
γιατί η Ελλάδα δεν αγόρασε τα μεγάλα ρωσικά πυροσβεστικά αεροσκάφη Beriev Be-200, τα οποία μεταφέρουν περισσότερο νερό από τα Canadair;
Και το κίνημα «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» και «η θάλασσα δεν έχει σύνορα» επιλέγει το δίλημμα: γιατί η χώρα δαπανά δισεκατομμύρια ευρώ για μαχητικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία, αντί να γεμίσει τον τόπο με πυροσβεστικά;

Η απάντηση όμως δεν βρίσκεται σε ένα δίλημμα μεταξύ Canadair και Rafale, ή μεταξύ Beriev και Belharra. Βρίσκεται στην ψυχρή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οφείλει να λειτουργεί ένα σύγχρονο, κυρίαρχο κράτος απέναντι σε πολλαπλές και ταυτόχρονες απειλές. 
Η προστασία της ανθρώπινης ζωής, των περιουσιών και του φυσικού... περιβάλλοντος αποτελεί μία από τις βασικές υποχρεώσεις κάθε σύγχρονου κράτους και κάθε κυβέρνησης. Η ανάγκη να ενισχυθεί η προστασία της χώρας απέναντι σε μια νέα εποχή ακραίων φυσικών φαινομένων, είναι δεδομένη. Όμως και τα δύο διλήμματα της αντιπολίτευσης αγνοούν επιδεικτικά τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες της Ελλάδας, τη δύσκολη γεωγραφία της, τη διεθνή πραγματικότητα και τους κανόνες θωράκισης ενός σοβαρού κράτους.

Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πίσω από το δίλημμα «Beriev Be-200 ή Canadair» συσπειρώνεται σύσσωμο το φιλορωσικό εγχώριο μέτωπο, ενώ πίσω από το δεύτερο δίλημμα «πυρόσβεση ή άμυνα» συσπειρώνονται οι δυνάμεις των διάσπαρτων αριστερών ομάδων, κινήσεων και συνιστωσών εντός και εκτός κομμάτων, που ακολουθούν το μοτίβο του «τι τα θέλουμε τα όπλα, τι τα θέλουμε τα τανκς, να τα κάνουμε τρακτέρια να οργώνει η αγροτιά», της δεκαετίας του 1940.

To επιχείρημα των οπαδών του πουτινισμού και του ξανθού γένους, που ως γνωστόν «θα απελευθερώσει και θα μας παραδώσει την Πόλη», έχει να κάνει με τον όγκο του ύδατος που μπορεί να μεταφέρει ο ρωσικός γίγαντας Beriev. Ένα όγκος πολλαπλάσιος του νερού που μπορεί να μεταφέρει ένα Canadair CL-415. Με μια πρώτη ματιά, η σύγκριση φαίνεται ξεκάθαρη. Και ευνοεί το ρωσικό αεροσκάφος. Μεγαλύτερο αεροσκάφος + μεγαλύτερο φορτίο = καλύτερη πυρόσβεση.

Ωστόσο η πραγματικότητα σύμφωνα με τους ειδικούς στον χώρο της πυρόσβεσης είναι διαφορετική. Η αποτελεσματικότητα ενός εναέριου μέσου δεν μετριέται αποκλειστικά με την ποσότητα του νερού που μεταφέρει, αλλά με την ταχύτητα επαναλήψεως των ρίψεων, την ικανότητα προσέγγισης σε δύσβατα μέτωπα και την αρμονική συνεργασία με τις επίγειες δυνάμεις, που δρουν ταυτοχρόνως στα μέτωπα των πυρκαγιών.


Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα με τεράστιες επίπεδες δασικές εκτάσεις. Είναι μια χώρα με εκατοντάδες νησιά, ορεινούς όγκους, βαθιές χαράδρες, απότομες πλαγιές και περιοχές όπου οι φωτιές κινούνται γρήγορα λόγω των ισχυρών ανέμων. Σε αυτό το περιβάλλον, η ευελιξία και η ακρίβεια της ρίψης είναι συχνά σημαντικότερες από το μέγεθος του υδάτινου φορτίου.

Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο βασικός κορμός της αεροπυρόσβεσης στις χώρες της Μεσογείου που έχουν το ίδιο «ανάγλυφο» με τη χώρα μας αποτελείται από την οικογένεια των Canadair. Η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Κροατία έχουν επενδύσει στα Canadair επειδή ακριβώς έχει αποδειχθεί ότι είναι κατάλληλα για τις ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες των μεσογειακών πυρκαγιών. Αφού τα Canadair σε αντίθεση με γιγάντια ρωσικά Beriev, διαθέτουν δυνατότητα υδροληψίας σε λίμνες, θάλασσες και μεγάλες υδάτινες επιφάνειες, πραγματοποιούν υδροληψία μέσα σε ελάχιστο χρόνο και επιχειρούν σε χαμηλά ύψη και δύσκολα γεωγραφικά περιβάλλοντα.

Μάλιστα η χώρα μας είναι πρώτη στις παραγγελίες επτά νέων αεροσκαφών DHC-515 Firefighter, της νέας γενιάς των Canadair. Τα πλεονεκτήματα των DHC-515 είναι τα σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα πτήσης, οι βελτιωμένοι κινητήρες, η μεγαλύτερη αξιοπιστία καθώς και το μειωμένο κόστος συντήρησης.


Η δεύτερη επιχειρηματολογία κυρίως από την πλευρά της Αριστεράς που κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά είναι ότι η Ελλάδα δαπανά υπερβολικά ποσά για την άμυνα, ενώ θα έπρεπε να διοχετεύσει περισσότερους πόρους στην Πολιτική Προστασία.

Το επιχείρημα έχει άμεση και διευρυμένη πολιτική απήχηση, επειδή βασίζεται σε μια αυτονόητη ανάγκη, όπου κάθε πολίτης θέλει ένα κράτος ικανό να προστατεύει τη ζωή του, την περιουσία του και το φυσικό περιβάλλον.

Όμως, το τεχνητό δίλημμα «μαχητικά ή πυροσβεστικά» στήνεται από πολιτικές δυνάμεις που αδυνατούν να κατανοήσουν τη γεωπολιτική πραγματικότητα, την ανάγκη φύλαξης των θαλάσσιων και εναέριων συνόρων και την ενεργειακή θωράκιση της χώρας. Στο κομματικό σύμπαν της Αριστεράς, που έχει κολλήσει δεκαετίες πίσω, ο κρατικός προϋπολογισμός αντιμετωπίζεται σαν ένας κουμπαράς όπου κάθε ευρώ για την άμυνα «κλέβεται» από την πυρόσβεση, τους μισθούς ή τις συντάξεις. Ωστόσο η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.


Τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, όπως η αγορά των μαχητικών Rafale, η αναβάθμιση των F-16 σε επίπεδο Viper, η απόκτηση των F-35 και οι νέες φρεγάτες Belharra, αποτελούν πολυετή προγράμματα στρατηγικής σημασίας. Δεν χρηματοδοτούνται με τον ίδιο τρόπο, ούτε εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό με τις επενδύσεις στην Πολιτική Προστασία.
Η αγορά ενός μαχητικού αεροσκάφους δεν μπορεί να μετατραπεί σε αγορά πυροσβεστικών αεροσκαφών με μια απλή δημοσιονομική απόφαση. Με το να σβήνεις ένα κονδύλι στον προϋπολογισμό και να εγγράφεις κάποιο άλλο. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικούς σχεδιασμούς, που εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες και ακολουθούν διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες.

Η άμυνα δεν αποτελεί απλά μια ακόμα δαπάνη, όπως πιστεύει η Αριστερά. Αποτελεί επένδυση αποτροπής. Και η βασική αρχή της αποτροπής είναι ότι η ισχυρή αμυντική ικανότητα μειώνει την πιθανότητα να χρειαστεί ποτέ να χρησιμοποιηθεί. Οπότε για μια χώρα όπως είναι η Ελλάδα, που βρίσκεται σε μια περιοχή με σημαντικές γεωπολιτικές εντάσεις, η διατήρηση αξιόπιστων ενόπλων δυνάμεων αποτελεί βασικό στοιχείο εθνικής ασφάλειας.


Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τις ίδιες προκλήσεις με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά χώρα με εκτεταμένα θαλάσσια σύνορα, μεγάλο αριθμό νησιών, κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, στρατηγική θέση μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Η προστασία αυτής της γεωγραφικής πραγματικότητας απαιτεί σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις. Σε αυτά τα πλαίσια τα τελευταία χρόνια – και μετά από μια δεκαπενταετία πλήρους αδράνειας - η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε σημαντικό αμυντικό εκσυγχρονισμό με την απόκτηση 24 μαχητικών Rafale, τον εκσυγχρονισμό 83 F-16 στην έκδοση Viper, την απόκτηση νέων φρεγατών τύπου Belharra και την ενίσχυση αντιαεροπορικών και αντιαποβατικών δυνατοτήτων. Ε, αυτό η Αριστερά δεν το συγχωρεί με τίποτα στην κυβέρνηση.

Η επιλογή ενίσχυσης της άμυνας δεν σημαίνει ότι η Πολιτική Προστασία έχει παραμεληθεί. Αντιθέτως, τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε σημαντική αλλαγή μοντέλου. Το παλαιότερο μοντέλο βασιζόταν κυρίως στην αντιμετώπιση της καταστροφής αφού αυτή είχε ήδη εκδηλωθεί. Το νέο μοντέλο δίνει έμφαση, στην πρόληψη, στην έγκαιρη προειδοποίηση, στην τεχνολογία και στην ταχύτερη επέμβαση. Και δεν είναι λίγες για παράδειγμα οι περιοχές, όπου οι θερινοί επισκέπτες με ανακούφιση ακούν τους ασυνήθιστους γι’ αυτούς ήχους από τα drones που περιπολούν πάνω από δασικούς όγκους και δυσπρόσιτα σημεία.

Άλλωστε το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», το ύψος του οποίου ξεπερνάει τα 2,1 δισ. ευρώ, αποτελεί τον βασικό πυλώνα αυτής της σημαντικής αλλαγής. Η λογική είναι πλέον ότι η αντιμετώπιση μιας σύγχρονης πυρκαγιάς δεν κρίνεται μόνο στον αέρα, αλλά σε ολόκληρη την αλυσίδα αντίδρασης. Καθώς η κλιματική αλλαγή καθιστά σχεδόν αδύνατη την αντιμετώπιση της βίαιης επέκτασης των πυρκαγιών που ανάβουν από διάφορες ανθρωπογενείς αιτίες. Και φυσικά το πραγματικό οικονομικό ερώτημα δεν είναι το πόσα ξοδεύουμε, αλλά αν τα ξοδεύουμε σωστά και αποτελεσματικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: