Θυμάται εκείνους που, στις δύσκολες στιγμές, έβαλαν πάνω από τον εαυτό τους το κοινό συμφέρον.
Το ιστορικό λάθος του αντιμνημονιακού λαϊκισμού του Αντώνη Σαμαρά
Το 2010 η Ελλάδα βρισκόταν στο χείλος της χρεοκοπίας. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατέφυγε στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και στο πρώτο Μνημόνιο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές είχαν ουσιαστικά κλείσει για τη χώρα.
Η τότε ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, υπό τον Αντώνη Σαμαρά, επέλεξε να καταψηφίσει το πρώτο Μνημόνιο. Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε ως μια «εναλλακτική οικονομική πρόταση», όμως στην πράξη αποτέλεσε την απαρχή ενός αντιμνημονιακού κύματος που σύντομα μετατράπηκε σε πολιτικό λαϊκισμό.
Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας επέλεγε να επενδύσει πολιτικά στη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι σε μια αναγκαία –έστω επώδυνη– πολιτική επιλογή.
Ασφαλώς, η κρίση δεν προκλήθηκε αποκλειστικά από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Η δημοσιονομική εκτροπή είχε βαθύτερες ρίζες και αφορούσε συνολικά το πολιτικό σύστημα. Όμως εκείνη τη στιγμή η χώρα χρειαζόταν συνεννόηση και στοιχειώδη εθνική συναίνεση.
Αντί γι’ αυτό, η αντιμνημονιακή ρητορική έγινε το όχημα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν πολιτικές καριέρες και κομματικά ποσοστά.
Το τραγικό είναι ότι το πολιτικό αφήγημα που εγκαινίασε η Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά αξιοποιήθηκε αργότερα πολύ πιο αποτελεσματικά από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Οι θεωρίες περί εύκολης εξόδου από την κρίση, περί «κακών μνημονίων» και περί δήθεν εναλλακτικών λύσεων χωρίς κόστος βρήκαν γόνιμο έδαφος μέσα σε ένα κλίμα που είχε ήδη καλλιεργηθεί.
Η ιστορία έχει πλέον αποφανθεί. Όταν ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς έγινε πρωθυπουργός το 2012, όχι μόνο εφάρμοσε μνημονιακές πολιτικές, αλλά υπέγραψε και νέο πρόγραμμα προσαρμογής. Με άλλα λόγια, κατέληξε να εφαρμόζει όσα προηγουμένως κατήγγελλε.
Η επιλογή της Ντόρας Μπακογιάννη
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Ντόρα Μπακογιάννη διαφοροποιήθηκε δημόσια από τη γραμμή της Νέας Δημοκρατίας και ψήφισε το πρώτο Μνημόνιο.
Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με την επιλογή της. Δεν μπορεί όμως να αμφισβητήσει ότι επρόκειτο για μια στάση πολιτικού θάρρους.
Γνώριζε ότι θα συγκρουστεί με το κομματικό ακροατήριο και με την ηγεσία της παράταξης. Γνώριζε ότι πιθανότατα θα διαγραφεί. Παρ’ όλα αυτά επέλεξε να στηρίξει αυτό που θεωρούσε εθνικά αναγκαίο.
Η διαγραφή της και η δημιουργία της Δημοκρατικής Συμμαχίας αποτέλεσαν την πιο σοβαρή εσωκομματική κρίση της Νέας Δημοκρατίας εκείνης της περιόδου.
Η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται η σημασία της επιλογής του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο σημερινός πρωθυπουργός είχε κάθε λόγο να ακολουθήσει την αδελφή του.
Ιδεολογικά βρισκόταν πολύ πιο κοντά στις φιλελεύθερες απόψεις της Ντόρας Μπακογιάννη παρά στον λαϊκιστικό αντιμνημονιακό λόγο που εξέφραζε τότε η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Επιπλέον, μια τέτοια επιλογή θα ήταν απολύτως κατανοητή και από προσωπική και από οικογενειακή άποψη.
Κι όμως, δεν το έκανε.
Επέλεξε να παραμείνει στη Νέα Δημοκρατία.
Επέλεξε να μη συμβάλει σε περαιτέρω διάσπαση της κεντροδεξιάς παράταξης.
Επέλεξε να στηρίξει τον πρόεδρό του, παρά τις σοβαρές διαφωνίες που υπήρχαν.
Επέλεξε, με άλλα λόγια, να βάλει την ενότητα της παράταξης πάνω από τις προσωπικές και οικογενειακές του σχέσεις.
Η στάση αυτή δεν ήταν πολιτικά εύκολη. Ήταν όμως θεσμικά υπεύθυνη.
Και τελικά συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση της συνοχής της Νέας Δημοκρατίας σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν προσπάθησε να εκδικηθεί τον Αντώνη Σαμαρά για τη λανθασμένη στρατηγική που ακολουθούσε τότε. Δεν επιδίωξε να τον αποδυναμώσει. Δεν υπονόμευσε την ηγεσία του.
Περίμενε τη στιγμή που οι πολιτικές εξελίξεις θα έδιναν δημοκρατικά τη δυνατότητα αλλαγής πορείας.
Αυτή είναι η ουσία του πολιτικού ήθους.
Η ειρωνεία της ιστορίας
Σήμερα, δεκατέσσερα περίπου χρόνια αργότερα, η ιστορία μοιάζει να επιστρέφει με έναν σχεδόν ειρωνικό τρόπο.
Ο άνθρωπος που τότε ζητούσε από όλους να παραμερίσουν τις διαφωνίες τους και να συστρατευθούν πίσω από την ηγεσία του, εμφανίζεται τώρα ως ο βασικός παράγοντας εσωτερικής αμφισβήτησης της παράταξης.
Και μάλιστα όχι σε μια περίοδο εθνικής κατάρρευσης. Όχι σε μια περίοδο οικονομικού εκτροχιασμού. Όχι σε μια περίοδο διεθνούς απομόνωσης.
Αντιθέτως, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα παρουσιάζει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, έχει ενισχύσει σημαντικά τις αμυντικές της δυνατότητες και έχει αναβαθμίσει τη διεθνή της θέση.
Ασφαλώς, υπάρχουν προβλήματα. Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά. Οι παθογένειες του κράτους παραμένουν. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι όλα λειτουργούν ιδανικά.
Όμως είναι δύσκολο να υποστηριχθεί σοβαρά ότι η σημερινή Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη που παρέλαβε η κυβέρνηση το 2019.
Από τη διαφωνία στην υπονόμευση
Σε κάθε δημοκρατικό κόμμα οι διαφωνίες είναι θεμιτές. Άλλο όμως η διαφωνία και άλλο η συστηματική υπονόμευση.
Άλλο η κατάθεση εναλλακτικών προτάσεων και άλλο η διαρκής προσπάθεια δημιουργίας εσωτερικών ρηγμάτων.
Η κριτική αποκτά διαφορετικό νόημα όταν δεν συνοδεύεται από κάποια ουσιαστική πρόταση διακυβέρνησης, αλλά λειτουργεί ως εργαλείο προσωπικής πολιτικής επιβίωσης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσιώδης διαφορά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν διαφωνούσε με τον Αντώνη Σαμαρά, έβαλε την παράταξη πάνω από τον εαυτό του.
Ο Αντώνης Σαμαράς σήμερα μοιάζει να βάζει τον εαυτό του πάνω από την παράταξη.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε την αυτοσυγκράτηση.
Ο Αντώνης Σαμαράς επιλέγει τη διαρκή σύγκρουση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να περιμένει τη δημοκρατική κρίση των πολιτών.
Ο Αντώνης Σαμαράς δείχνει να θεωρεί ότι δικαιούται έναν ιδιαίτερο ρόλο υπεράνω των συλλογικών αποφάσεων.
Το πραγματικό μέγεθος ενός πολιτικού
Η πολιτική δεν είναι μόνο θέμα ιδεών. Είναι και θέμα χαρακτήρα.
Το πραγματικό μέγεθος ενός πολιτικού φαίνεται όταν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο προσωπικό του εγώ και στο συλλογικό συμφέρον.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, την περίοδο 2010-2012, απέδειξε ότι μπορούσε να διαφωνεί χωρίς να διασπά, να ασκεί κριτική χωρίς να υπονομεύει και να υπηρετεί την παράταξή του χωρίς να απαιτεί προσωπικά ανταλλάγματα.
Αντίθετα, η σημερινή στάση του Αντώνη Σαμαρά δημιουργεί την εντύπωση ενός πολιτικού που αδυνατεί να αποδεχθεί ότι ο ιστορικός του κύκλος έχει κλείσει και ότι η παράταξη προχωρά πλέον χωρίς να εξαρτάται από τη δική του έγκριση.
Η Νέα Δημοκρατία τού έδωσε δεύτερη πολιτική ευκαιρία μετά τα γεγονότα του 1993. Τον ανέδειξε πρόεδρο. Τον έκανε πρωθυπουργό. Τον τίμησε όσο λίγους πολιτικούς της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Για τον λόγο αυτό, η επιλογή της συνεχούς εσωστρέφειας και της δημόσιας αντιπαράθεσης δεν εμφανίζεται ως πράξη πολιτικής ευθύνης, αλλά ως έκφραση προσωπικής πικρίας.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στους δύο άνδρες. Ο ένας, όταν διαφωνούσε, προστάτευσε την ενότητα της παράταξης.
Η ιστορία, βεβαίως, έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Και συνήθως δεν θυμάται εκείνους που θυσίασαν τα πάντα για το προσωπικό τους εγώ. Θυμάται εκείνους που, στις δύσκολες στιγμές, έβαλαν πάνω από τον εαυτό τους το κοινό συμφέρον.
omologia.gr
Από την ευθύνη στην πικρία: Δύο διαφορετικές αντιλήψεις πολιτικού ήθους στη Νέα Δημοκρατία
Η πολιτική ιστορία δεν κρίνει τους ανθρώπους μόνο από τις ιδέες που διακηρύσσουν, αλλά κυρίως από τις επιλογές που κάνουν στις κρίσιμες στιγμές. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας πολιτικός καλείται να αποφασίσει αν θα βάλει πάνω από το προσωπικό του συμφέρον το καλό της παράταξής του και της χώρας ή αν θα ακολουθήσει τον δρόμο της προσωπικής δικαίωσης, ακόμη και με κόστος για τη συλλογική προσπάθεια.
Η σύγκριση ανάμεσα στη στάση που επέδειξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης την περίοδο 2010-2012 και στη σημερινή στάση του Αντώνη Σαμαρά αποτελεί ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα δύο διαφορετικών αντιλήψεων περί πολιτικού ήθους, κομματικής ευθύνης και προσωπικής φιλοδοξίας.
Δεν πρόκειται απλώς για μια πολιτική διαφωνία. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές σχολές σκέψης ως προς το πώς αντιλαμβάνεται κανείς τη σχέση του με την παράταξη που τον ανέδειξε και με τη χώρα που καλείται να υπηρετήσει...
Η σύγκριση ανάμεσα στη στάση που επέδειξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης την περίοδο 2010-2012 και στη σημερινή στάση του Αντώνη Σαμαρά αποτελεί ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα δύο διαφορετικών αντιλήψεων περί πολιτικού ήθους, κομματικής ευθύνης και προσωπικής φιλοδοξίας.
Δεν πρόκειται απλώς για μια πολιτική διαφωνία. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές σχολές σκέψης ως προς το πώς αντιλαμβάνεται κανείς τη σχέση του με την παράταξη που τον ανέδειξε και με τη χώρα που καλείται να υπηρετήσει...
Το ιστορικό λάθος του αντιμνημονιακού λαϊκισμού του Αντώνη Σαμαρά
Το 2010 η Ελλάδα βρισκόταν στο χείλος της χρεοκοπίας. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατέφυγε στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και στο πρώτο Μνημόνιο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές είχαν ουσιαστικά κλείσει για τη χώρα.
Η τότε ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, υπό τον Αντώνη Σαμαρά, επέλεξε να καταψηφίσει το πρώτο Μνημόνιο. Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε ως μια «εναλλακτική οικονομική πρόταση», όμως στην πράξη αποτέλεσε την απαρχή ενός αντιμνημονιακού κύματος που σύντομα μετατράπηκε σε πολιτικό λαϊκισμό.
Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας επέλεγε να επενδύσει πολιτικά στη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι σε μια αναγκαία –έστω επώδυνη– πολιτική επιλογή.
Ασφαλώς, η κρίση δεν προκλήθηκε αποκλειστικά από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Η δημοσιονομική εκτροπή είχε βαθύτερες ρίζες και αφορούσε συνολικά το πολιτικό σύστημα. Όμως εκείνη τη στιγμή η χώρα χρειαζόταν συνεννόηση και στοιχειώδη εθνική συναίνεση.
Αντί γι’ αυτό, η αντιμνημονιακή ρητορική έγινε το όχημα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν πολιτικές καριέρες και κομματικά ποσοστά.
Το τραγικό είναι ότι το πολιτικό αφήγημα που εγκαινίασε η Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά αξιοποιήθηκε αργότερα πολύ πιο αποτελεσματικά από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Οι θεωρίες περί εύκολης εξόδου από την κρίση, περί «κακών μνημονίων» και περί δήθεν εναλλακτικών λύσεων χωρίς κόστος βρήκαν γόνιμο έδαφος μέσα σε ένα κλίμα που είχε ήδη καλλιεργηθεί.
Η ιστορία έχει πλέον αποφανθεί. Όταν ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς έγινε πρωθυπουργός το 2012, όχι μόνο εφάρμοσε μνημονιακές πολιτικές, αλλά υπέγραψε και νέο πρόγραμμα προσαρμογής. Με άλλα λόγια, κατέληξε να εφαρμόζει όσα προηγουμένως κατήγγελλε.
Η επιλογή της Ντόρας Μπακογιάννη
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Ντόρα Μπακογιάννη διαφοροποιήθηκε δημόσια από τη γραμμή της Νέας Δημοκρατίας και ψήφισε το πρώτο Μνημόνιο.
Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με την επιλογή της. Δεν μπορεί όμως να αμφισβητήσει ότι επρόκειτο για μια στάση πολιτικού θάρρους.
Γνώριζε ότι θα συγκρουστεί με το κομματικό ακροατήριο και με την ηγεσία της παράταξης. Γνώριζε ότι πιθανότατα θα διαγραφεί. Παρ’ όλα αυτά επέλεξε να στηρίξει αυτό που θεωρούσε εθνικά αναγκαίο.
Η διαγραφή της και η δημιουργία της Δημοκρατικής Συμμαχίας αποτέλεσαν την πιο σοβαρή εσωκομματική κρίση της Νέας Δημοκρατίας εκείνης της περιόδου.
Η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται η σημασία της επιλογής του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο σημερινός πρωθυπουργός είχε κάθε λόγο να ακολουθήσει την αδελφή του.
Ιδεολογικά βρισκόταν πολύ πιο κοντά στις φιλελεύθερες απόψεις της Ντόρας Μπακογιάννη παρά στον λαϊκιστικό αντιμνημονιακό λόγο που εξέφραζε τότε η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Επιπλέον, μια τέτοια επιλογή θα ήταν απολύτως κατανοητή και από προσωπική και από οικογενειακή άποψη.
Κι όμως, δεν το έκανε.
Επέλεξε να παραμείνει στη Νέα Δημοκρατία.
Επέλεξε να μη συμβάλει σε περαιτέρω διάσπαση της κεντροδεξιάς παράταξης.
Επέλεξε να στηρίξει τον πρόεδρό του, παρά τις σοβαρές διαφωνίες που υπήρχαν.
Επέλεξε, με άλλα λόγια, να βάλει την ενότητα της παράταξης πάνω από τις προσωπικές και οικογενειακές του σχέσεις.
Η στάση αυτή δεν ήταν πολιτικά εύκολη. Ήταν όμως θεσμικά υπεύθυνη.
Και τελικά συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση της συνοχής της Νέας Δημοκρατίας σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν προσπάθησε να εκδικηθεί τον Αντώνη Σαμαρά για τη λανθασμένη στρατηγική που ακολουθούσε τότε. Δεν επιδίωξε να τον αποδυναμώσει. Δεν υπονόμευσε την ηγεσία του.
Περίμενε τη στιγμή που οι πολιτικές εξελίξεις θα έδιναν δημοκρατικά τη δυνατότητα αλλαγής πορείας.
Αυτή είναι η ουσία του πολιτικού ήθους.
Η ειρωνεία της ιστορίας
Σήμερα, δεκατέσσερα περίπου χρόνια αργότερα, η ιστορία μοιάζει να επιστρέφει με έναν σχεδόν ειρωνικό τρόπο.
Ο άνθρωπος που τότε ζητούσε από όλους να παραμερίσουν τις διαφωνίες τους και να συστρατευθούν πίσω από την ηγεσία του, εμφανίζεται τώρα ως ο βασικός παράγοντας εσωτερικής αμφισβήτησης της παράταξης.
Και μάλιστα όχι σε μια περίοδο εθνικής κατάρρευσης. Όχι σε μια περίοδο οικονομικού εκτροχιασμού. Όχι σε μια περίοδο διεθνούς απομόνωσης.
Αντιθέτως, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα παρουσιάζει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, έχει ενισχύσει σημαντικά τις αμυντικές της δυνατότητες και έχει αναβαθμίσει τη διεθνή της θέση.
Ασφαλώς, υπάρχουν προβλήματα. Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά. Οι παθογένειες του κράτους παραμένουν. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι όλα λειτουργούν ιδανικά.
Όμως είναι δύσκολο να υποστηριχθεί σοβαρά ότι η σημερινή Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη που παρέλαβε η κυβέρνηση το 2019.
Από τη διαφωνία στην υπονόμευση
Σε κάθε δημοκρατικό κόμμα οι διαφωνίες είναι θεμιτές. Άλλο όμως η διαφωνία και άλλο η συστηματική υπονόμευση.
Άλλο η κατάθεση εναλλακτικών προτάσεων και άλλο η διαρκής προσπάθεια δημιουργίας εσωτερικών ρηγμάτων.
Η κριτική αποκτά διαφορετικό νόημα όταν δεν συνοδεύεται από κάποια ουσιαστική πρόταση διακυβέρνησης, αλλά λειτουργεί ως εργαλείο προσωπικής πολιτικής επιβίωσης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσιώδης διαφορά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν διαφωνούσε με τον Αντώνη Σαμαρά, έβαλε την παράταξη πάνω από τον εαυτό του.
Ο Αντώνης Σαμαράς σήμερα μοιάζει να βάζει τον εαυτό του πάνω από την παράταξη.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε την αυτοσυγκράτηση.
Ο Αντώνης Σαμαράς επιλέγει τη διαρκή σύγκρουση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να περιμένει τη δημοκρατική κρίση των πολιτών.
Ο Αντώνης Σαμαράς δείχνει να θεωρεί ότι δικαιούται έναν ιδιαίτερο ρόλο υπεράνω των συλλογικών αποφάσεων.
Το πραγματικό μέγεθος ενός πολιτικού
Η πολιτική δεν είναι μόνο θέμα ιδεών. Είναι και θέμα χαρακτήρα.
Το πραγματικό μέγεθος ενός πολιτικού φαίνεται όταν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο προσωπικό του εγώ και στο συλλογικό συμφέρον.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, την περίοδο 2010-2012, απέδειξε ότι μπορούσε να διαφωνεί χωρίς να διασπά, να ασκεί κριτική χωρίς να υπονομεύει και να υπηρετεί την παράταξή του χωρίς να απαιτεί προσωπικά ανταλλάγματα.
Αντίθετα, η σημερινή στάση του Αντώνη Σαμαρά δημιουργεί την εντύπωση ενός πολιτικού που αδυνατεί να αποδεχθεί ότι ο ιστορικός του κύκλος έχει κλείσει και ότι η παράταξη προχωρά πλέον χωρίς να εξαρτάται από τη δική του έγκριση.
Η Νέα Δημοκρατία τού έδωσε δεύτερη πολιτική ευκαιρία μετά τα γεγονότα του 1993. Τον ανέδειξε πρόεδρο. Τον έκανε πρωθυπουργό. Τον τίμησε όσο λίγους πολιτικούς της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Για τον λόγο αυτό, η επιλογή της συνεχούς εσωστρέφειας και της δημόσιας αντιπαράθεσης δεν εμφανίζεται ως πράξη πολιτικής ευθύνης, αλλά ως έκφραση προσωπικής πικρίας.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στους δύο άνδρες. Ο ένας, όταν διαφωνούσε, προστάτευσε την ενότητα της παράταξης.
Ο άλλος, σήμερα, δείχνει πρόθυμος να θέσει σε δοκιμασία αυτή την ενότητα για να δικαιώσει τον εαυτό του.
Η ιστορία, βεβαίως, έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Και συνήθως δεν θυμάται εκείνους που θυσίασαν τα πάντα για το προσωπικό τους εγώ. Θυμάται εκείνους που, στις δύσκολες στιγμές, έβαλαν πάνω από τον εαυτό τους το κοινό συμφέρον.
omologia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου