Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Ο διεθνής Τύπος επιδοκιμάζει το νέο Μουσείο της Ακρόπολης


Εκτενής προβολή του αθηναϊκού κτιρίου
Δημητρης Pηγοπουλος
ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ Μια ημέρα πριν από τα αυριανά επίσημα εγκαίνια, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης συστήνεται σήμερα στον κόσμο. Στον κόσμο της ενημέρωσης αφού περισσότεροι από 200 ξένοι διαπιστευμένοι δημοσιογράφοι, ανταποκριτές και φωτογράφοι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας του υπουργείου Εσωτερικών, θα ξεναγηθούν από τον υπουργό Πολιτισμού Αντώνη Σαμαρά και τον πρόεδρο του Μουσείου και καθηγητή αρχαιολογίας Δημήτρη Παντερμαλή.
Ειναι φυσικό το διεθνές ενδιαφέρον να εντείνεται όσο πλησιάζουμε στο Σάββατο. Εντυπωσιακές όψεις του νέου κτιρίου πλημμυρίζουν τα διεθνή πρακτορεία, ενώ τα δημοσιεύματα, στην πλειοψηφία τους θετικά, αναδεικνύουν την πολιτική πτυχή του θέματος, συνδέοντας τα εγκαίνια με το πάγιο αίτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η δημοσιοποίηση της θέσης της Νοτιοαφρικανής συγγραφέως και κατόχου του βραβείου Νομπέλ Ναντίν Γκόρντιμερ υπέρ των ελληνικών θέσεων.
«Η αίθουσα του Παρθενώνα στο νέο μουσείο της Ακρόπολης, στην Αθήνα, προσφέρει τη μοναδική δυνατότητα να ”ακολουθήσει” κανείς την Πομπή των Παναθηναίων όπως απεικονίζεται στη ζωφόρο (μήκους 160 μέτρων) και δη σε έναν χώρο που βλέπει κατευθείαν στον Παρθενώνα, στην κορυφή του Ιερού Βράχου», γράφει η Ναντίν Γκόρντιμερ στον πρόλογο του βιβλίου του Κρίστοφερ Χίτσενς «Τhe Parthenon Marbles: Τhe case for reunification». Και προσθέτει: «Τα γλυπτά δεν ανήκουν και δεν ανήκαν ποτέ στον λόρδο Ελγιν. Η επιστροφή τους σήμερα βασίζεται σε δεδομένα που υπερβαίνουν τα αυστηρώς νομικά: στην αποκατάσταση μιας αποικιοκρατικής αδικίας, κεκαλυμμένης από μια απλή εμπορική συναλλαγή. Δεδομένης της προέλευσής τους, μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι τα γλυπτά ανήκουν στην Ελλάδα. Είναι ένα κομμάτι του πολιτιστικού DNA των Ελλήνων και εκεί ανήκουν. Η επιστροφή τους θα ήταν μια κατάκτηση για την Ελλάδα αλλά και για ολόκληρη την ανθρωπότητα». Σε ένα άλλο σημείο γίνεται πιο δηκτική: «Το γεγονός ότι ορισμένα μέρη της ζωφόρου του Παρθενώνα βρίσκονται σήμερα στη Βρετανία είναι ένα δείγμα αλαζονείας ξεκάθαρο, όπως το μάρμαρο».
Πολλές μεγάλες ξένες εφημερίδες δεν περίμεναν τη σημερινή ξενάγηση για να ανοίξουν τις σελίδες τους στο νέο Μουσείο. Μόλις χθες η γαλλική «Φιγκαρό» γράφει για την «Αθήνα που ανασταίνει τον Ολυμπό της» ενώ οι «New York Times» επανήλθαν με δεύτερο μεγάλο δημοσίευμα, λίγους μήνες μετά το αποθεωτικό κείμενο του κριτικού Νικολάι Ουρουσόφ. Στον βρετανικό Τύπο η μεγάλη στιγμή των εγκαινίων φιλτράρεται μέσα από το πρίσμα του ελληνικού αιτήματος περί επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνος.
Ο Πίτερ Ασπντεν σημειώνει στους «Financial Times» ότι το νέο αρχιτεκτόνημα προσφέρει τελικά στους Ελληνες μια σφραγίδα αδιαμφισβήτητης εγκυρότητας για να ενισχύσουν ένα επιχείρημα που πολύ συχνά κυμάνθηκε ανάμεσα σ’ έναν διαπεραστικό συναισθηματισμό και δόσεις αδέξιου σοβινισμού».
Πιο ενθουσιώδης, η Τζίνι Μακγράθ των «Τάιμς» σημειώνει ότι «ανεξάρτητα από τη θέση που μπορεί να έχει κανείς για το θέμα της επιστροφής ή μη των Μαρμάρων, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, και οι ανεκτίμητοι θησαυροί που θα φιλοξενηθούν σ’ ένα εκθαμβωτικό σύγχρονο κτίριο στη βάση της Ακρόπολης, είναι κάτι που δεν πρέπει να χάσετε».
Στο ίδιο μήκος κύματος ο Στίβεν Φίλιπς στο «Building Design»: «Είναι ένα κτίριο με εκπληκτική θέα που δεν ντρέπεται να αντικρίσει τη λιγότερο καλαίσθητη αρχιτεκτονική της σύγχρονης Αθήνας που είναι τόσο πραγματική όσο και το ανυπέρβλητο σύνολο στην Ακρόπολη. Η μεγαλύτερη αδυναμία της ελληνικής πλευράς για τον επαναπατρισμό των Μαρμάρων ήταν πάντα η έλλειψη ενός κατάλληλου μουσείου. Είχε γίνει αποδεκτό ότι θα ήταν ανεύθυνο να συναινέσουν στην τοποθέτηση των γλυπτών πίσω στα ερείπια του Παρθενώνα. Το μουσείο του Μπερνάρ Τσουμί είναι το πιο δυνατό χαρτί που οι Ελληνες δεν έχουν παίξει ακόμα».
Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια: