Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Η ελληνογαλλική συμφωνία στέλνει μήνυμα ισχύος σε Ευρώπη, Τουρκία και Ανατ. Μεσόγειο

Η ανανέωση της ελληνογαλλικής αμυντικής συμφωνίας δεν αποτελεί
, σύμφωνα με τον καθηγητή Διεθνούς Στρατηγικής και Ασφάλειας και επικεφαλής του think tank Strategy International, Μάριο Ευθυμιόπουλο, μια απλή διμερή διευθέτηση
Αντιθέτως, συνιστά στρατηγική σύμπλευση δύο χωρών με βαθύ ιστορικό, πολιτισμικό και ευρωπαϊκό υπόβαθρο, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή άμυνα και η στρατηγική αυτονομία αποκτούν νέο περιεχόμενο.
Σε συνέντευξή του, ο κ. Ευθυμιόπουλος εξηγεί τα μηνύματα που στέλνει η συμφωνία προς την Άγκυρα, τον ρόλο της Γαλλίας στην ασφάλεια της Κύπρου και της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και την ανάγκη η Ελλάδα να πάψει να λειτουργεί μόνο ως αγοραστής οπλικών συστημάτων και να περάσει σε ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία...
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο

Η ανανέωση της ελληνογαλλικής αμυντικής συμφωνίας παρουσιάζεται από Αθήνα και Παρίσι ως κάτι περισσότερο από μια διμερής συμφωνία. Γιατί είναι στρατηγικά σημαντική για την ευρωπαϊκή άμυνα και σε ποιο βαθμό λειτουργεί ως πρακτικό παράδειγμα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας;

Γιατί ιστορικά αποδεικνύει ότι οι δύο χώρες είναι αυτό που επιθυμώ να αναφέρουμε ως αδελφές χώρες. Θέλετε πολιτισμικά, θέλετε ιστορικά, γιατί, απ’ ό,τι φαίνεται, έχουμε μικρή γνώση της μοντέρνας αλλά και της παλαιότερης ευρωπαϊκής ιστορίας, στα καλά και στα κακά της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η Γαλλία είναι μια αδελφή χώρα, η οποία υποστήριξε σθεναρά τη δημιουργία και την ύπαρξη της Ελλάδας, το ολυμπιακό ιδεώδες, αλλά και τη σύγχρονη Ελλάδα, με όλους τους Έλληνες που ζουν στις γαλλικές ή γαλλόφωνες χώρες, όπως είναι η Γαλλία, το Βέλγιο και άλλες. Λόγω του εμπορίου, λόγω της συνάφειας περί δημοκρατίας και πολιτισμού, περί ελευθερίας και κατανόησης του τρόπου, με τον οποίο εδραιώνεται και δημιουργείται η Δημοκρατία και η ελευθερία του λόγου, για να μπορούμε σήμερα εμείς να είμαστε ελεύθεροι πολίτες και να συζητάμε.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, χρησιμοποιούμε μια πολιτική σύζευξης κοινών συμφερόντων, γιατί υπάρχει και κάτι που δεν σας έχω αναφέρει: οι δύο χώρες που είναι πιο έντονα συνδεδεμένες, ιδανικά, ιδεολογικά και ως προς τα ιδεώδη της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού ιδεώδους, είναι η Ελλάδα και η Γαλλία. Επομένως, στο πλαίσιο αυτό, είναι πολύ φυσιολογικό να συζητήσουμε τα απτά και πρακτικά ζητήματα: άμυνα, ασφάλεια, επενδύσεις, πολιτισμός, τα καθ’ ημάς της καθημερινότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ευρύτερες συμμαχίες δεδομένης της Μέσης Ανατολής, του IMEC, των Συμφωνιών του Αβραάμ και της σημαντικότητας της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Μην ξεχνάτε ότι ο πρόεδρος Μακρόν βρέθηκε στο Άτυπο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά έκανε και επίσημη πρώτη επίσκεψη στην Κυπριακή Δημοκρατία, κάτι που δεν είχε γίνει στο παρελθόν. Η Γαλλία, στην οποία ανήκουμε μέσω της γαλλοφωνίας -και πολλοί από εμάς, όπως και εσείς προσωπικά, κύριε Παναγόπουλε, αλλά και εγώ επίσης γνωρίζουμε και ομιλούμε τη γαλλική ως μητρική μας γλώσσα - είναι μία χώρα, με την οποία μας συνδέουν βαθιοί ιστορικοί και πολιτισμικοί δεσμοί. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας πολύ σημαντικής, μεγάλης και ιστορικής μέρας για την Ελλάδα και θα πούμε το ρητό που υπάρχει και λένε οι Γάλλοι: «Vive la France! Vive la Grèce!» (ελλ. «Ζήτω η Γαλλία! Ζήτω η Ελλάδα!»).

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «κορωνίδα» των ελληνογαλλικών συμφωνιών τις δεσμεύσεις αμοιβαίας συνδρομής, ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν ξεκαθάρισε ότι η Γαλλία θα βρίσκεται στο πλευρό της Ελλάδας εάν απειληθεί η κυριαρχία της. Πώς πρέπει να διαβαστεί αυτό το μήνυμα με φόντο το σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον;

(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους μπορεί να διαβαστεί: ο ένας είναι ο εμπορικός και ο άλλος είναι ο πολιτικός-διπλωματικός. Να αρχίσω από το πιο εύκολο, το πολιτικό και το διπλωματικό. Πρώτον, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γαλλία και η Ελλάδα έχουν κάποιες προτάσεις. Θα γίνει, λοιπόν, η εναρμόνιση για περαιτέρω σύζευξη απόψεων, και αυτά είναι μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Καλό θα ήταν και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις να πάρουν αντίστοιχα παραδείγματα και να μην πορεύονται μόνες τους, όπως κάνει η Ισπανία τον τελευταίο καιρό.

Δεύτερον, το διπλωματικό και το πολιτικό σκέλος εμπεριέχει ζητήματα πάρα πολύ σοβαρά σε σχέση με τη Μέση Ανατολή και, συγκεκριμένα για τα γαλλικά συμφέροντα τον Λίβανο, και για τα ελληνικά συμφέροντα, λόγω Ορθοδοξίας, χριστιανισμού και άλλων παραγόντων. Οι περιοχές αυτές είναι πάρα πολύ σημαντικές για την πρώην αποικιοκρατική δύναμη που λέγεται Γαλλική Δημοκρατία. Όμως είναι πάρα πολύ σημαντικές και για την Ελλάδα, η οποία επιθυμεί να αφήσει το δικό της διπλωματικό και πολιτικό αποτύπωμα. Το αποκαλούμε «αποτύπωμα» μεταφορικά, γιατί πρακτικά υπάρχει εκεί πέρα αιώνες πριν και ίσως πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου την Ελλάδα της Μέσης Ανατολής, της ευρύτερης Αφρικής, αλλά και της Εγγύς Μέσης Ανατολής, Ασίας και Κόλπου.

Έτσι, λοιπόν, οι δύο χώρες, εφόσον έχουν κοινά συμφέροντα, πρέπει να ασχοληθούν αντιστοίχως ώστε να φέρουν σταθερότητα, ασφάλεια και επίλυση συγκρούσεων. Υπάρχουν κάποια αγκάθια, άλλα μικρά και άλλα μεγάλα. Άλλα εντάσσονται στα ευρωπαϊκά και ευρωατλαντικά πλαίσια, στην ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής άμυνας, και άλλα συνδέονται με πραγματικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με χώρες όπως είναι η Τουρκία, η Συρία, η Λιβύη κ.ο.κ.

Θα πρέπει, λοιπόν, να καταλάβουν οι γειτονικές χώρες ότι δεν αρκεί μόνο να «χορεύεις τανγκό», να μιλάς γαλλικά ή να έχεις Γαλλοφωνία, όπως επιθυμεί η Τουρκία, ούτε να παίζεις με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας όποτε θέλεις ή να απειλείς τα γαλλικά πλοία, εμπορικά, ερευνητικά ή στρατιωτικά. Πρέπει να σέβεσαι τη Γαλλία, όπως σέβεται η Ελλάδα τη Γαλλία.

Τρίτον, η Γαλλία, για ακόμη μία φορά, δείχνει τα διπλωματικά της «δόντια». Ο Μακρόν έχει ξεκαθαρίσει ότι, αν χρειαστεί, «θα είμαστε εδώ» και στα καλά και στα άσχημα. Μένει και η Ελλάδα να επισημάνει ότι, στα καλά και στα άσχημα, στηρίζει τη Γαλλία όχι μόνο ως εμπορικός εταίρος —επειδή αγοράζουμε οπλικά συστήματα— αλλά και ως εταίρος ο οποίος έχει βαθιά γνώση της πραγματικότητας που περνάει η Γαλλία ως χώρα πρώην αποικιοκρατική, με συμφέροντα από τον Ινδικό Ωκεανό μέχρι και την Εγγύς Ανατολή, τον Αραβικό Κόλπο και την Αφρική.

Η Ελλάδα έχει πάρα πολλά συμφέροντα μέσα από τη Γαλλία. Εμπορικά, για παράδειγμα, στις χώρες της Βόρειας Αφρικής που είναι αραβικές, όπως η Αλγερία και η Τυνησία, αλλά και στο Μάλι, στο Τσαντ, στην Κεντρική Αφρική και σε άλλες χώρες της Δυτικής Αφρικής. Υπάρχουν επίσης η Ρουάντα και το Κονγκό, που βέβαια συνδέονται περισσότερο με το Βέλγιο, αλλά μιλούν γαλλικά λόγω της αποικιοκρατικής περιόδου.

Μην ξεχνάτε ότι η Γαλλία αλλάζει τη μετα-αποικιοκρατική στρατηγική της πολιτική, και αυτό το βλέπουμε στην Αφρική. Η Ελλάδα, όμως, έχει επίσης σημαντικά εμπορικά συμφέροντα μέσω επαγγελματιών, κατασκευαστικών εταιρειών και πλοιοκτητών. Έχει επίσης συμφέροντα ιεραποστολικά, θρησκευτικά, διαπολιτισμικά και ευρωπαϊκά, που σχετίζονται με τον δυτικό πολιτισμό.

Βεβαίως, να μην ξεχνάμε ότι η Γαλλία επιθυμεί την Ελλάδα ως διπλωματικό διαμεσολαβητή στο ζήτημα Ουκρανίας-Ρωσίας -κάτι που έχω ξαναπεί στο παρελθόν ότι δεν το είχαμε εκμεταλλευτεί εξαρχής- και, ασφαλώς, η Γαλλία χρειάζεται την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή, με όλα αυτά που γίνονται και τις αστάθειες που υπάρχουν.

Τι μηνύματα στέλνει η ελληνογαλλική αμυντική σύμπλευση προς την Άγκυρα; Πρόκειται κυρίως για μήνυμα αποτροπής, για ευρωπαϊκή προειδοποίηση έναντι αναθεωρητικών συμπεριφορών ή για κάτι ακόμη ευρύτερο που αφορά την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο;

Η Τουρκία δεν είναι σημαντική για τον εαυτό της μέσα σε αυτή τη συζήτηση. Εμείς έχουμε άλλη ρότα, άλλη πολιτική και άλλες βλέψεις. Εμείς είμαστε ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν μιλούν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι μη ευρωπαϊκές δυνάμεις θα είναι απλώς παρατηρητές. Δεν μας ενδιαφέρει και δεν μας απασχολεί τι λέει η Τουρκία στην προκειμένη περίπτωση.

Βεβαίως, η Τουρκία θα πάρει το μήνυμα ότι η Ευρώπη είναι ενωμένη. Τέλος. Δεν πάμε εναντίον της Τουρκίας. Αλλά αν μια μη ευρωπαϊκή χώρα κινηθεί εναντίον της Κύπρου συγκεκριμένα ή της Ελλάδας, τότε κατά τα λεγόμενα του προέδρου Μακρόν «είμαστε εκεί και θα είμαστε παρόντες». Και το ξέρετε καλύτερα από εμένα: η Γαλλία έχει πολιτιστικά στοιχεία που είναι δυτικά, αμιγώς χριστιανικά και αμιγώς πολιτειακά όσον αφορά το πολίτευμα της δημοκρατίας. Και σας ρωτώ: βρίσκεται η Τουρκία στα επίπεδα δημοκρατίας, στα οποία βρίσκεται σήμερα η Ευρώπη; Η απάντηση είναι όχι.

Εάν, λοιπόν, η Τουρκία το εκλαμβάνει ως απειλή, αυτή είναι η ερμηνεία της Τουρκίας. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα που θέτει όρους εναντίον της Τουρκίας, αλλά δεν μπορεί να απειλείται από την Τουρκία. Άρα, το πρόβλημα είναι η ίδια η Τουρκία και όχι η Ελλάδα για την Τουρκία. Οι συμφωνίες με τη Γαλλία δεν αφορούν την Τουρκία. Αφορούν τα συμφέροντα των δύο κρατών και των ευρωπαϊκών δυνάμεων, για δύο μεγάλες δυνάμεις όπως είναι η Ελλάδα και η Γαλλία.

Και αν αμφισβητείται ότι η Ελλάδα είναι μεγάλη δύναμη, δεν έχουμε παρά να ανοίξουμε τον χάρτη και να δούμε τη γεωπολιτική μας θέση, την ιστορία μας, τον πολιτισμό μας που μεταλαμπαδεύσαμε στην Ευρώπη και τις ευρωπαϊκές αξίες που πρεσβεύουμε περί ειρήνευσης, όχι μόνο στην περιοχή αλλά και παγκοσμίως. Δεν φτάνει παρά να το εκμεταλλευτούμε.

Η Γαλλία έχει ήδη δείξει έμπρακτη παρουσία στην Ανατ. Μεσόγειο, ενώ υπήρξε και αναφορά του Εμανουέλ Μακρόν στην ενίσχυση της άμυνας της Κύπρου κατά την πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή. Πώς επηρεάζει αυτή η διάσταση τον άξονα Ελλάδα–Κύπρος–Γαλλία και τι σημαίνει για την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου;

(Sarah Meyssonnier/Pool via AP)

Να σας το πω λίγο πιο απτά: Εγώ θέλω ευρωπαϊκή βάση στην Κυπριακή Δημοκρατία, με γαλλική ηγεσία πρώτη και κυπριακή δεύτερη, όσον αφορά την Κύπρο. Επίσης, θέλω κοινές επιχειρησιακές βάσεις μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, με το λεγόμενο «rotational administration», που να εμπεριέχει επίσης και τρίτες χώρες της Ευρώπης, δηλαδή τρίτη και τέταρτη χώρα, οι οποίες θα συμμετέχουν εκ περιτροπής εντός της Ευρώπης.

Αυτό μπορεί να το προωθήσει και η Ελλάδα ως μέρος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στην Άμυνα. Μπορεί να το κάνει μόνο η Γαλλία ως μεγάλη δύναμη. Θα μπορούσε να υπάρχει και τρίτη δύναμη, όπως η Γερμανία. Θα μπορούσε να συμμετάσχει μια χώρα της Βαλτικής, όπως η Εσθονία ή η Λιθουανία. Θα μπορούσε να είναι και η Μεγάλη Βρετανία, ως χώρα του ΝΑΤΟ αλλά και στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Οι λύσεις υπάρχουν. Όμως, επειδή φτάνουμε σε ένα τέλμα, γιατί πλησιάζει και μια περίοδος πολιτικών αποφάσεων. Δεν αρκεί μόνο η πολιτική επικοινωνία. Χρειάζονται προτάσεις. Η πρότασή μου, λοιπόν, είναι αυτή.

Με δεδομένες τις κρίσεις σε Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Ερυθρά Θάλασσα και Στενά του Ορμούζ, αλλά και τον ρόλο της Ελλάδας στη ναυτική ασφάλεια, με ποιο τρόπο μεταβάλλουν οι εν λόγω συμφωνίες Ελλάδας – Γαλλίας τη γεωστρατηγική αξία της χώρας ως πυλώνα σταθερότητας για την Ευρώπη αλλά και το ΝΑΤΟ;

Ίσως ακουστεί λίγο μη μετριόφρον, αλλά το έλεγα από την αρχή στον δημόσιο διάλογο, τηλεοπτικά, και μπορεί κάποιος να ανατρέξει σε συνεντεύξεις μου στη δημόσια ή στην ιδιωτική τηλεόραση της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έλεγα και ρωτούσα ξανά και ξανά: όταν η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία λένε ότι, ως έθνος, είμαστε η δεύτερη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη ναυσιπλοΐας και υπηρεσιών στον κόσμο, πώς το εκμεταλλευόμαστε; Πρώτον, για την περιοχή και, δεύτερον, για την προστασία.

Έρχεται, λοιπόν, η ελληνική κυβέρνηση και λέει ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για την ελληνική ναυσιπλοΐα. Η Ελλάδα έκανε μια πάρα πολύ ωραία πολιτική σχεδίαση, που λέγεται «Ασπίδες». Και όχι μόνο οι «Ασπίδες» είναι εξαιρετικές, αλλά συνάδελφοί μας Κύπρο οι άνθρωποι που την έχουν σχεδιάσει είναι άνθρωποι με τους οποίους έχετε συνεργαστεί και από τους οποίους έχετε πάρει συνέντευξη.

Θα πρέπει να δούμε ορισμένα ζητήματα στο πρακτικό τους κομμάτι. Η Γαλλία έχει βάση στο Άμπου Ντάμπι. Έχει συμφέροντα ως πρώην αποικιοκρατική δύναμη και εμφανίζεται, για παράδειγμα, με το Louvre Abu Dhabi: πολιτιστικά, εμπορικά, τεχνολογικά, ιατρικά κ.ο.κ. Η Ελλάδα επιθυμεί εμπλοκή, αλλά δεν επιθυμεί μαζική εμπλοκή, πιθανώς λόγω προϋπολογισμού και κόστους. Η Ελλάδα, όμως, έχει τεράστια πλοιοκτητικά συμφέροντα. Οι πλοιοκτήτριες εταιρείες, άμεσα ή έμμεσα, είτε έχουν ελληνική σημαία είτε όχι, εκπροσωπούν την Ελλάδα παντού. Είναι πρεσβευτές όλων των θαλασσών μας και όλων των κρατών. Είναι η καλύτερη διπλωματία. Και ακόμη συζητάμε για το αν, πότε και πώς θα επαναφέρουμε τη ναυτιλία μας.

Η Γαλλία το ξέρει. Γνωρίζει ότι θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου όπου η Ελλάδα θα πρέπει να φέρει όλους τους πλοιοκτήτες και τις πλοιοκτήτριες εταιρείες, άμεσα ή έμμεσα, στην Ελλάδα, να ανοίξει διάπλατα την αγορά και να φέρει περισσότερες ελληνικές σημαίες. Άρα πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή, νομική, θεσμική ή ευρωπαϊκή, ώστε να έχουμε ισότιμη αντιπροσώπευση στη θαλάσσια και διπλωματική μας παρουσία παγκοσμίως.

Ακριβώς επειδή η Γαλλία το γνωρίζει, προτίθεται να βοηθήσει και στα Στενά του Ορμούζ. Εκεί οι Ευρωπαίοι μιλούν για «Ασπίδες 2», κάτι για το οποίο επίσης είχα μιλήσει: ότι θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου και θα γίνουν «Συμμαχίες των Προθύμων». Το έλεγα όταν ακόμη ορισμένοι μου έλεγαν «μα τι λέτε;». Θέλω να το σημειώσω αυτό, γιατί είναι καθαρά πολιτικό αυτό που εννοώ. Πλέον η πολιτική πρέπει να είναι ρεαλιστική και πραγματιστική.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει συμμαχία με οποιονδήποτε, όταν δεν προσφέρει παρά μόνο στα λόγια και στην πολιτική επικοινωνία. Δεν το λέω μόνο για τα γεγονότα που γίνονται τώρα. Πολύ καλά έγιναν και είχαμε μια πολύ ωραία συζήτηση χθες, υψηλού ευρωπαϊκού και διεθνούς κύρους στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Όμως, στο πρακτικό κομμάτι, χρειαζόμαστε μεταφορά τεχνογνωσίας στα χερσαία και στα θαλάσσια ζητήματα, έρευνα στην ενέργεια και, βεβαίως, συμμετοχή της Ελλάδας στην άμυνα των ευρωπαϊκών κρατών που έχουν συμφέροντα στον Αραβικό Κόλπο και στο Ιράν.

Στο πεδίο των εξοπλισμών, η Ελλάδα έχει ήδη αποκτήσει Rafale και Belharra, ενώ η συνεργασία με τη Γαλλία επεκτείνεται με νέες δυνατότητες, όπως η αναβάθμιση των πυραύλων MICA και οι γαλλικοί Exocet. Τι αλλάζει επιχειρησιακά για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και ειδικά για την αποτρεπτική ισχύ της χώρας;

(ΔΑΝΑΗ ΔΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI)

Είναι αυτό που σας είπα πριν: Χρειαζόμαστε εμπλοκή. Η εμπλοκή έχει πολιτικό κόστος. Η ερώτησή μου πηγαίνει προς όλους τους πολιτικούς μας ηγέτες: Είστε έτοιμοι να αναλάβετε το πολιτικό κόστος; Είστε έτοιμοι να εξηγήσετε στον ελληνικό λαό ότι πρέπει να δημιουργήσουμε, και εντός Ελλάδας, πρωτογενή βιομηχανία σε όλα τα επίπεδα άμυνας και ασφάλειας, τα λεγόμενα «dual use», για εμπορικούς και στρατιωτικούς λόγους;

Χρειάζεται, επίσης, συμμετοχή της Ελλάδας σε διεθνείς ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, με εξήγηση του πολιτικού κόστους και της πολιτικής εμπλοκής, γιατί τελικά εκεί βρίσκονται τα συμφέροντά μας; Μήπως έχει έρθει ο καιρός να ξαναδιαβάσουμε τα βιβλία της ιστορίας και να επαναφέρουμε την ικανότητα της Ελλάδας να συμπεριφέρεται ως μεγάλη διπλωματική και πολιτική δύναμη και, όπου χρειάζεται, ως δύναμη στρατιωτικής διπλωματίας; Και το λέω «στρατιωτική διπλωματία», γιατί μιλάμε για άμυνα, όχι για επιθετική στάση.

Μήπως την Ελλάδα την ακούν οι αραβικές χώρες όταν θα χρειαστεί διάλογος; Μήπως την ακούν χώρες όπως το Ιράν, όταν χρειαστεί διαμεσολάβηση; Μήπως μπορούμε να κάνουμε διάλογο για το μέλλον με τις αραβικές χώρες, στις οποίες επιθυμούμε να κάνουμε μεγάλες επενδύσεις, τηρώντας χρονοδιαγράμματα και εφαρμόζοντας όσα συμφωνούμε; Πρέπει επίσης να επενδύουμε σε αυτές τις χώρες: εμπορικά κέντρα παντού, τεχνολογικά κέντρα παντού. Ο πρωθυπουργός της χώρας μας να πηγαίνει με όλη την επιχειρηματική ομάδα και να μεγαλώσει το πρωτόκολλο συνεργασιών, με χρονοδιαγράμματα υλοποίησης.

Έχουν πολλά πράγματα να γίνουν. Η Γαλλία μπορεί να μας δείξει τον δρόμο. Η Γαλλία μπορεί και το κάνει για τον εαυτό της. Και προσέξτε: η Γαλλία είναι μια πολύ περήφανη χώρα και οι Γάλλοι είναι ένας πολύ περήφανος λαός για αυτά που έχουν καταφέρει, αλλά και για όλα όσα δεν έχουν καταφέρει ή στα οποία έκαναν λάθος. Όπως διδάξαμε, έτσι πρέπει και να μας βοηθήσουν. Αλλά και εμείς πρέπει να είμαστε καλοί μαθητές, καλοί συνέταιροι και πλέον σύμμαχοι. Γι’ αυτό μιλώ για αδελφή χώρα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω του προγράμματος «Readiness 2030», μιλά για κάλυψη κρίσιμων αμυντικών κενών, κοινές προμήθειες, διαλειτουργικότητα και ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Πώς μπορεί η Ελλάδα να αξιοποιήσει τις ελληνογαλλικές συμφωνίες ώστε να μη μείνει απλώς αγοραστής οπλικών συστημάτων, αλλά να συμμετάσχει πιο ενεργά στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική;

Εδώ πέρα έχουμε ένα παράδειγμα από την Κυπριακή Δημοκρατία, γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία κάνει dual use, αλλά κάνει και συνεργασίες με πολλές χώρες. Η συνεργασία με τη Γαλλία πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση: συνεργασίες με ευρωπαϊκές χώρες, όχι απλώς αγοραπωλησίες.

Σας το είπα και πιο πριν: Χρειάζεται μεταφορά τεχνογνωσίας και δημιουργία βιομηχανίας. Αυτό που λέει η κυβέρνηση, ότι φτιάχνουμε βιομηχανία, ναι, είναι σημαντικό. Δεν είναι μόνο άμυνα με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, που είναι εξίσου σημαντικές. Θέλει και τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, αλλά πρέπει να φτιάξουμε και το εγχώριο προϊόν.

Το εγχώριο προϊόν ξέρετε τι χρειάζεται; Ζώνες. Και οι ζώνες αυτές δεν πρέπει να βρίσκονται μόνο στην Αττική. Πρέπει να είναι σε περιοχές όπου υπάρχει αναπτυξιακή ανάγκη: Δυτική Πελοπόννησος, Μακεδονία, Θράκη, Ορεστιάδα, στους κάθετους άξονες που θα ανακοινωθούν αύριο-μεθαύριο, μέσα στον Μάιο. Χρειάζεται εμπορικό ισοζύγιο. Χρειάζονται μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, με πρακτική τεχνογνωσία και επιμορφωτικό χαρακτήρα. Χρειάζεται επίσης δημιουργία ζωνών και πόλων ανάπτυξης, ώστε να δώσουμε εργασία παντού και ταυτόχρονα να αναπτύξουμε τις ικανότητες της χώρας.

Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Μπορεί να σας φανεί υπερβολικό αυτό που θα σας πω, γιατί η συνέντευξη αυτή δεν είναι μόνο για να εξηγήσει αλλά και για να επικυρώσει τη συνεργασία των δύο χωρών. Στο πρακτικό κομμάτι, εγώ θα ήθελα να δημιουργήσει η Ελλάδα κάτι με επιστημονική και τεχνολογική εμπλοκή. Όταν λέμε βιομηχανία, τι εννοούμε; Μόνο το στρατιωτικό κομμάτι; Όχι. Εννοούμε και το εμπορικό κομμάτι.

Γιατί να μη φτιάξουμε μια ελληνική αυτοκινητοβιομηχανία με γαλλική τεχνογνωσία; Δεν είναι μόνο το ίδιο το αυτοκίνητο στο σύνολό του. Είναι και τα επιμέρους συστατικά μηχανικής και ηλεκτρονικής. Γιατί να μην ξαναβάλουμε μπροστά οτιδήποτε αυτοκινούμενο, όπως κάποτε κάναμε με την ελληνική βιομηχανία οχημάτων; Γιατί να μην ενταχθεί αυτό σε έναν σχεδιασμό, με ένα μεγάλο ελληνογαλλικό fund —και όχι μόνο γαλλικό, αλλά και της Γαλλοφωνίας— που θα μπορέσει να δημιουργήσει μια πολύ μεγάλη σύζευξη κεφαλαίων και να ενισχύσει τον ρόλο και τη σημασία της Ελλάδας;

Αυτό πρέπει να γίνει ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Οι κυβερνήσεις μας πρέπει να είναι ξεκάθαρες στο αναπτυξιακό και επιχειρησιακό μοντέλο. Με λίγα λόγια, πρέπει να υπάρχει πολιτική συνέχεια σε όσα γίνονται αυτή τη στιγμή. Και η πολιτική εναλλαγή είναι φυσιολογική, γιατί δημοκρατία έχουμε. Πρέπει, όμως, να τιμούμε τους όρους μας και να κρατάμε σταθερή και αναπτυξιακή την εγχώρια αγορά μας. Η αγορά μας έχει ανάγκη.

Εγώ θα ήθελα να δω μια ελληνική αυτοκινητοβιομηχανία, μια μοντέρνα αυτοκινητοβιομηχανία, όχι μόνο μικρών αυτοκινήτων, αλλά όλων των ειδών. Θα ήθελα επίσης να δω αγροτικά προϊόντα και υλικά που χρησιμοποιούνται, με έρευνα και τεχνολογία, για τα χωράφια, γιατί είμαστε και αγροτική χώρα. Είμαστε επίσης κτηνοτροφική χώρα και εμπορική χώρα στον πρωτογενή τομέα. Γιατί όχι γαλλική γνώση; Η γαλλική γνώση είναι τεράστια και παγκόσμια. Έτσι, λοιπόν, και στο αμυντικό και στο εμπορικό κομμάτι θα έρθουν ευκαιρίες. Αλλά κάποια πράγματα πρέπει να γίνουν και συνολικά στην Ελλάδα.

Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος

* Ο Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος είναι επικεφαλής του Strategy International, Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Τμήμα Πολιτικής και Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus, στο Κάουνας της Λιθουανίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: