Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ποτέ εκλογικό αποτέλεσμα.
Είναι, όμως, πολύτιμα εργαλεία αποτύπωσης των τάσεων μιας συγκεκριμένης χρονικής στιγμής.
Και όταν πολλές διαφορετικές μετρήσεις αρχίζουν να συγκλίνουν προς την ίδια εικόνα, τότε δεν έχουμε απλώς μια στιγμιαία φωτογραφία, αλλά μια ένδειξη της κατεύθυνσης προς την οποία κινείται το πολιτικό σύστημα.
Η νέα δημοσκόπηση της GPO για τα «Παραπολιτικά» παρουσιάζει ακριβώς ένα τέτοιο ενδιαφέρον εύρημα: παρά την κυβερνητική φθορά επτά ετών, η Νέα Δημοκρατία όχι μόνο εξακολουθεί να προηγείται με μεγάλη διαφορά, αλλά εμφανίζει και ανοδική τάση στην εκτίμηση ψήφου, φθάνοντας το 29,4%, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρώτος στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία με 33%.
Η νέα δημοσκόπηση της GPO για τα «Παραπολιτικά» παρουσιάζει ακριβώς ένα τέτοιο ενδιαφέρον εύρημα: παρά την κυβερνητική φθορά επτά ετών, η Νέα Δημοκρατία όχι μόνο εξακολουθεί να προηγείται με μεγάλη διαφορά, αλλά εμφανίζει και ανοδική τάση στην εκτίμηση ψήφου, φθάνοντας το 29,4%, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρώτος στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία με 33%.
Την ίδια στιγμή, το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζει ενίσχυση, κυρίως εις βάρος των υπόλοιπων κομμάτων της αντιπολίτευσης, ενώ το ΠΑΣΟΚ και άλλοι σχηματισμοί υποχωρούν...
Περιεχόμενα
Περιεχόμενα
Η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας παραμένει η μοναδική πραγματική σταθερά
Η καταλληλότητα του Πρωθυπουργού έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα
Οι αναποφάσιστοι ίσως κρίνουν τελικά τη μάχη της αυτοδυναμίας
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αλλάζει κυρίως την αντιπολίτευση
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση
Επιστρέφει το δίπολο Μητσοτάκη – Τσίπρα;
Ανακεφαλαίωση
Η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας παραμένει η μοναδική πραγματική σταθερά
Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό βρίσκεται ακόμη σε φάση αναδιάταξης. Νέα κόμματα εμφανίζονται, άλλες πολιτικές πρωτοβουλίες δοκιμάζονται, ενώ η επανενεργοποίηση του Αλέξη Τσίπρα δημιουργεί νέα δεδομένα στον χώρο της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη ρευστότητα, υπάρχει μία σταθερά που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών: η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Δεν πρόκειται για κυβέρνηση που βρίσκεται στον πρώτο ή στον δεύτερο χρόνο της θητείας της, αλλά για μια κυβέρνηση που έχει συμπληρώσει επτά χρόνια στην εξουσία. Σε όλες τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, η φθορά του χρόνου λειτουργεί αντικειμενικά εις βάρος της εκάστοτε κυβέρνησης. Επομένως, το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να προηγείται με σημαντική διαφορά και μάλιστα εμφανίζει μικρή άνοδο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.
Η καταλληλότητα του Πρωθυπουργού έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα
Ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρον από την πρόθεση ψήφου είναι το εύρημα της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία.
Σύμφωνα με τη μέτρηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 33%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το αντίστοιχο της Νέας Δημοκρατίας στην εκτίμηση ψήφου.
Η παρατήρηση αυτή επιτρέπει μια ενδιαφέρουσα πολιτική ανάγνωση.
Παραδοσιακά, η ερώτηση περί «καταλληλότερου πρωθυπουργού» δεν ταυτίζεται με την πρόθεση ψήφου. Ένας πολίτης μπορεί να θεωρεί κάποιον ως καταλληλότερο για τη διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς να έχει ακόμη αποφασίσει να ψηφίσει το κόμμα του. Αντίστοιχα, μπορεί να επιλέγει διαφορετικό κόμμα για λόγους ιδεολογικούς ή διαμαρτυρίας.
Επομένως, η απόσταση ανάμεσα στην εκλογική επιρροή της ΝΔ και στην προσωπική αξιολόγηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί να υποδηλώνει ότι υπάρχουν ψηφοφόροι εκτός της σημερινής εκλογικής επιρροής της ΝΔ που εξακολουθούν να θεωρούν τον σημερινό πρωθυπουργό ως την ασφαλέστερη επιλογή για τη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλεψη του τελικού αποτελέσματος των εκλογών, αλλά μια εύλογη πολιτική ερμηνεία των δημοσκοπικών δεδομένων.
Οι αναποφάσιστοι ίσως κρίνουν τελικά τη μάχη της αυτοδυναμίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντοτε και η δεξαμενή των αναποφάσιστων.
Σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, ένα σημαντικό τμήμα αυτών των ψηφοφόρων κατευθύνθηκε τελικά προς το κόμμα που θεωρούσε πιθανότερο να σχηματίσει σταθερή κυβέρνηση.
Το σημερινό πολιτικό τοπίο είναι ιδιαίτερα πολυκερματισμένο. Υπάρχουν κόμματα σχεδόν για κάθε ιδεολογική ή πολιτική τάση: από την παραδοσιακή κεντροαριστερά μέχρι τη ριζοσπαστική αριστερά, από τη δεξιά μέχρι τα πατριωτικά και αντισυστημικά σχήματα.
Εάν κάποιος αναποφάσιστος αισθανόταν ότι κάποιο από αυτά τα κόμματα τον εξέφραζε πλήρως, θα ήταν λογικό να είχε ήδη μετακινηθεί προς αυτό. Το γεγονός ότι παραμένει αναποφάσιστος ίσως σημαίνει ότι εξακολουθεί να σταθμίζει κυρίως ζητήματα κυβερνησιμότητας, σταθερότητας και αποτελεσματικότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι αναποφάσιστοι θα επιλέξουν τελικά τη Νέα Δημοκρατία. Σημαίνει όμως ότι το κυβερνών κόμμα φαίνεται να διαθέτει σημαντικά περιθώρια διεύρυνσης, ιδιαίτερα εάν η προεκλογική περίοδος μετατραπεί σε δίλημμα σταθερότητας έναντι αβεβαιότητας.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αλλάζει κυρίως την αντιπολίτευση
Η νέα πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα ασφαλώς επηρεάζει το πολιτικό σκηνικό.
Ωστόσο, τα πρώτα δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν ότι οι βασικές απώλειες προέρχονται από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης και όχι από τη Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να υποχωρεί, ενώ πιέζονται και άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί του ευρύτερου προοδευτικού χώρου.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι παράδοξη.
Ο Αλέξης Τσίπρας απευθύνεται πρωτίστως σε ψηφοφόρους που βρίσκονται ήδη στον χώρο της κεντροαριστεράς και της αριστεράς. Συνεπώς, είναι αναμενόμενο η πρώτη ανακατανομή δυνάμεων να πραγματοποιείται εντός αυτού του πολιτικού χώρου.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση
Η μεγαλύτερη πολιτική πρόκληση ίσως αφορά το ΠΑΣΟΚ.
Για αρκετό διάστημα επιχειρούσε να εμφανιστεί ως ο βασικός εναλλακτικός πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Η επανεμφάνιση όμως του Αλέξη Τσίπρα επαναφέρει έναν ισχυρό ανταγωνιστή στον ίδιο πολιτικό χώρο.
Εάν αυτή η δυναμική συνεχιστεί, το ΠΑΣΟΚ ενδέχεται να αντιμετωπίσει πίεση από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.
Από τη μία πλευρά, τμήμα πιο αριστερών ψηφοφόρων μπορεί να στραφεί προς το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα. Από την άλλη, πιο μετριοπαθείς και κεντρώοι ψηφοφόροι, που δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη σταθερότητα της διακυβέρνησης, θα μπορούσαν να επιλέξουν τη Νέα Δημοκρατία ως ασφαλέστερη κυβερνητική επιλογή απέναντι σε ένα εκ νέου πολωμένο πολιτικό περιβάλλον.
Πρόκειται, βεβαίως, για μια πολιτική εκτίμηση που θα επιβεβαιωθεί ή θα διαψευστεί από τις εξελίξεις των επόμενων μηνών.
Επιστρέφει το δίπολο Μητσοτάκη – Τσίπρα;
Το πιο ενδιαφέρον ίσως συμπέρασμα δεν αφορά τα ποσοστά καθαυτά, αλλά τη δομή του πολιτικού ανταγωνισμού.
Οι εκλογές του 2019 και του 2023 διεξήχθησαν ουσιαστικά γύρω από ένα κεντρικό δίπολο: Κυριάκος Μητσοτάκης ή Αλέξης Τσίπρας.
Η σημερινή επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε αυτή η αντιπαράθεση να επανέλθει στο προσκήνιο.
Εάν συμβεί αυτό, η πολιτική αντιπαράθεση ενδέχεται να αποκτήσει ξανά χαρακτηριστικά έντονης πόλωσης. Η εμπειρία των προηγούμενων εκλογών δείχνει ότι σε συνθήκες ισχυρού διπολισμού σημαντικό τμήμα των μετριοπαθών ψηφοφόρων συσπειρώνεται γύρω από την επιλογή που θεωρεί περισσότερο ικανή να εξασφαλίσει κυβερνητική σταθερότητα.
Ανακεφαλαίωση
Η νέα δημοσκόπηση της GPO δεν προδικάζει το αποτέλεσμα των επόμενων εθνικών εκλογών. Αποτυπώνει όμως μια πολιτική τάση που αξίζει προσοχής.
Παρά τη φυσιολογική κυβερνητική φθορά, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται με καθαρή διαφορά, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί σημαντικό προβάδισμα ως καταλληλότερος πρωθυπουργός. Ταυτόχρονα, η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα φαίνεται, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να αναδιαμορφώνει κυρίως τις ισορροπίες στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης και όχι να αμφισβητεί την πρωτιά της κυβέρνησης.
Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί. Οι δημοσκοπήσεις θα συνεχίσουν να μεταβάλλονται, νέα πολιτικά γεγονότα θα επηρεάσουν τις διαθέσεις των πολιτών και οι τελικές επιλογές των αναποφάσιστων θα διαμορφώσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Με τα σημερινά δεδομένα, πάντως, η βασική εικόνα παραμένει σταθερή: το πολιτικό παιχνίδι εξελίσσεται με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και με την κύρια μάχη να μεταφέρεται πλέον στον τρόπο με τον οποίο θα ανασυνταχθεί ο κατακερματισμένος χώρος της αντιπολίτευσης.
Η καταλληλότητα του Πρωθυπουργού έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα
Οι αναποφάσιστοι ίσως κρίνουν τελικά τη μάχη της αυτοδυναμίας
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αλλάζει κυρίως την αντιπολίτευση
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση
Επιστρέφει το δίπολο Μητσοτάκη – Τσίπρα;
Ανακεφαλαίωση
Η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας παραμένει η μοναδική πραγματική σταθερά
Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό βρίσκεται ακόμη σε φάση αναδιάταξης. Νέα κόμματα εμφανίζονται, άλλες πολιτικές πρωτοβουλίες δοκιμάζονται, ενώ η επανενεργοποίηση του Αλέξη Τσίπρα δημιουργεί νέα δεδομένα στον χώρο της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη ρευστότητα, υπάρχει μία σταθερά που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών: η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Δεν πρόκειται για κυβέρνηση που βρίσκεται στον πρώτο ή στον δεύτερο χρόνο της θητείας της, αλλά για μια κυβέρνηση που έχει συμπληρώσει επτά χρόνια στην εξουσία. Σε όλες τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, η φθορά του χρόνου λειτουργεί αντικειμενικά εις βάρος της εκάστοτε κυβέρνησης. Επομένως, το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να προηγείται με σημαντική διαφορά και μάλιστα εμφανίζει μικρή άνοδο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.
Η καταλληλότητα του Πρωθυπουργού έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα
Ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρον από την πρόθεση ψήφου είναι το εύρημα της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία.
Σύμφωνα με τη μέτρηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 33%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το αντίστοιχο της Νέας Δημοκρατίας στην εκτίμηση ψήφου.
Η παρατήρηση αυτή επιτρέπει μια ενδιαφέρουσα πολιτική ανάγνωση.
Παραδοσιακά, η ερώτηση περί «καταλληλότερου πρωθυπουργού» δεν ταυτίζεται με την πρόθεση ψήφου. Ένας πολίτης μπορεί να θεωρεί κάποιον ως καταλληλότερο για τη διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς να έχει ακόμη αποφασίσει να ψηφίσει το κόμμα του. Αντίστοιχα, μπορεί να επιλέγει διαφορετικό κόμμα για λόγους ιδεολογικούς ή διαμαρτυρίας.
Επομένως, η απόσταση ανάμεσα στην εκλογική επιρροή της ΝΔ και στην προσωπική αξιολόγηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί να υποδηλώνει ότι υπάρχουν ψηφοφόροι εκτός της σημερινής εκλογικής επιρροής της ΝΔ που εξακολουθούν να θεωρούν τον σημερινό πρωθυπουργό ως την ασφαλέστερη επιλογή για τη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλεψη του τελικού αποτελέσματος των εκλογών, αλλά μια εύλογη πολιτική ερμηνεία των δημοσκοπικών δεδομένων.
Οι αναποφάσιστοι ίσως κρίνουν τελικά τη μάχη της αυτοδυναμίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντοτε και η δεξαμενή των αναποφάσιστων.
Σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, ένα σημαντικό τμήμα αυτών των ψηφοφόρων κατευθύνθηκε τελικά προς το κόμμα που θεωρούσε πιθανότερο να σχηματίσει σταθερή κυβέρνηση.
Το σημερινό πολιτικό τοπίο είναι ιδιαίτερα πολυκερματισμένο. Υπάρχουν κόμματα σχεδόν για κάθε ιδεολογική ή πολιτική τάση: από την παραδοσιακή κεντροαριστερά μέχρι τη ριζοσπαστική αριστερά, από τη δεξιά μέχρι τα πατριωτικά και αντισυστημικά σχήματα.
Εάν κάποιος αναποφάσιστος αισθανόταν ότι κάποιο από αυτά τα κόμματα τον εξέφραζε πλήρως, θα ήταν λογικό να είχε ήδη μετακινηθεί προς αυτό. Το γεγονός ότι παραμένει αναποφάσιστος ίσως σημαίνει ότι εξακολουθεί να σταθμίζει κυρίως ζητήματα κυβερνησιμότητας, σταθερότητας και αποτελεσματικότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι αναποφάσιστοι θα επιλέξουν τελικά τη Νέα Δημοκρατία. Σημαίνει όμως ότι το κυβερνών κόμμα φαίνεται να διαθέτει σημαντικά περιθώρια διεύρυνσης, ιδιαίτερα εάν η προεκλογική περίοδος μετατραπεί σε δίλημμα σταθερότητας έναντι αβεβαιότητας.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αλλάζει κυρίως την αντιπολίτευση
Η νέα πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα ασφαλώς επηρεάζει το πολιτικό σκηνικό.
Ωστόσο, τα πρώτα δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν ότι οι βασικές απώλειες προέρχονται από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης και όχι από τη Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να υποχωρεί, ενώ πιέζονται και άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί του ευρύτερου προοδευτικού χώρου.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι παράδοξη.
Ο Αλέξης Τσίπρας απευθύνεται πρωτίστως σε ψηφοφόρους που βρίσκονται ήδη στον χώρο της κεντροαριστεράς και της αριστεράς. Συνεπώς, είναι αναμενόμενο η πρώτη ανακατανομή δυνάμεων να πραγματοποιείται εντός αυτού του πολιτικού χώρου.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση
Η μεγαλύτερη πολιτική πρόκληση ίσως αφορά το ΠΑΣΟΚ.
Για αρκετό διάστημα επιχειρούσε να εμφανιστεί ως ο βασικός εναλλακτικός πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Η επανεμφάνιση όμως του Αλέξη Τσίπρα επαναφέρει έναν ισχυρό ανταγωνιστή στον ίδιο πολιτικό χώρο.
Εάν αυτή η δυναμική συνεχιστεί, το ΠΑΣΟΚ ενδέχεται να αντιμετωπίσει πίεση από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.
Από τη μία πλευρά, τμήμα πιο αριστερών ψηφοφόρων μπορεί να στραφεί προς το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα. Από την άλλη, πιο μετριοπαθείς και κεντρώοι ψηφοφόροι, που δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη σταθερότητα της διακυβέρνησης, θα μπορούσαν να επιλέξουν τη Νέα Δημοκρατία ως ασφαλέστερη κυβερνητική επιλογή απέναντι σε ένα εκ νέου πολωμένο πολιτικό περιβάλλον.
Πρόκειται, βεβαίως, για μια πολιτική εκτίμηση που θα επιβεβαιωθεί ή θα διαψευστεί από τις εξελίξεις των επόμενων μηνών.
Επιστρέφει το δίπολο Μητσοτάκη – Τσίπρα;
Το πιο ενδιαφέρον ίσως συμπέρασμα δεν αφορά τα ποσοστά καθαυτά, αλλά τη δομή του πολιτικού ανταγωνισμού.
Οι εκλογές του 2019 και του 2023 διεξήχθησαν ουσιαστικά γύρω από ένα κεντρικό δίπολο: Κυριάκος Μητσοτάκης ή Αλέξης Τσίπρας.
Η σημερινή επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε αυτή η αντιπαράθεση να επανέλθει στο προσκήνιο.
Εάν συμβεί αυτό, η πολιτική αντιπαράθεση ενδέχεται να αποκτήσει ξανά χαρακτηριστικά έντονης πόλωσης. Η εμπειρία των προηγούμενων εκλογών δείχνει ότι σε συνθήκες ισχυρού διπολισμού σημαντικό τμήμα των μετριοπαθών ψηφοφόρων συσπειρώνεται γύρω από την επιλογή που θεωρεί περισσότερο ικανή να εξασφαλίσει κυβερνητική σταθερότητα.
Ανακεφαλαίωση
Η νέα δημοσκόπηση της GPO δεν προδικάζει το αποτέλεσμα των επόμενων εθνικών εκλογών. Αποτυπώνει όμως μια πολιτική τάση που αξίζει προσοχής.
Παρά τη φυσιολογική κυβερνητική φθορά, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται με καθαρή διαφορά, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί σημαντικό προβάδισμα ως καταλληλότερος πρωθυπουργός. Ταυτόχρονα, η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα φαίνεται, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να αναδιαμορφώνει κυρίως τις ισορροπίες στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης και όχι να αμφισβητεί την πρωτιά της κυβέρνησης.
Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί. Οι δημοσκοπήσεις θα συνεχίσουν να μεταβάλλονται, νέα πολιτικά γεγονότα θα επηρεάσουν τις διαθέσεις των πολιτών και οι τελικές επιλογές των αναποφάσιστων θα διαμορφώσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Με τα σημερινά δεδομένα, πάντως, η βασική εικόνα παραμένει σταθερή: το πολιτικό παιχνίδι εξελίσσεται με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και με την κύρια μάχη να μεταφέρεται πλέον στον τρόπο με τον οποίο θα ανασυνταχθεί ο κατακερματισμένος χώρος της αντιπολίτευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου