Κρατήσαμε τρία συν ένα σημεία από την παρέμβαση του.
Το πρώτο είναι ότι το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι πλέον τόσο η τιμή της ενέργειας, όσο η διαθεσιμότητα της. Αφού η Ευρώπη βασίστηκε υπερβολικά στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο και τώρα βρίσκεται εκτεθειμένη.
Το δεύτερο είναι ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης περνάει μέσα από τις μακροχρόνιες συμφωνίες για προμήθεια LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ. Ένα πεδίο στο οποίο εμφανίζονται σημαντικές αντιδράσεις, κυρίως από χώρες της Βόρειας Ευρώπης και ιδιαίτερα τη Γερμανία.
Το τρίτο είναι ανάγκη δημιουργίας μιας δεύτερης μονάδας FSRU και, ενδεχομένως, μιας τρίτης σε βάθος χρόνου στην Ελλάδα, προκειμένου να διασφαλιστεί πλήρως ο κάθετος διάδρομος.
Και το «συν ένα» σημείο -που είναι και το πιο σημαντικό- είναι ότι ο Κάθετος Διάδρομος ή «Vertical Corridor» δεν είναι ένα ακόμα ενεργειακό project από τα πολλά. Αλλά μια κρίσιμη στρατηγική εναλλακτική διαδρομή μεταφοράς αμερικανικού LNG, που ενισχύει τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, καθιστώντας τη χώρα μας, σε πρωταγωνιστή της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης.
Η Μόσχα
Πρώτη και καλύτερη αντιδρά η Μόσχα. Αφού αφενός περιορίζεται η επιρροή της στην Ουκρανία και αφετέρου αφοπλίζεται το Κρεμλίνο από ένα σημαντικό όπλο, όπως είναι η «στρόφιγγα» των αγωγών του φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Εξ ου και η έντονη, μεθοδική και ποικιλότροπη προσπάθεια παρέμβασης του ρωσικού παράγοντα στα πολιτικά δρώμενα της χώρας μας, με βασικό άξονα την πτώση της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το Βερολίνο
Αντιδράσεις όμως εμφανίζονται και από την πλευρά του Βερολίνου. Και αυτές είναι οι πιο προβληματικές. Η Γερμανία χάνει το ρόλο του βασικού ενεργειακού διαπραγματευτή και διαμεσολαβητή, με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται από την Κεντρική προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το Βερολίνο μεταφράζει αυτή τη νέα πραγματικότητα σε απώλεια δύναμης, επιρροής και ελέγχου, ενεργοποιώντας αυτομάτως μια αρνητική στάση. Αφού βλέπει ότι η ενεργειακή πολιτική που ακολουθούσε από το 1970 μέχρι σήμερα, αποδομείται πλήρως.
Η ιστορία
Η ρίζα της γερμανικής εξάρτησης από το ρωσικό αέριο βρίσκεται στη λεγόμενη «Ostpolitik», δηλαδή στην «πολιτική προς την Ανατολή». Πολιτική που είχε υιοθετήσει ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Βίλυ Μπραντ στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η κεντρική ιδέα ήταν βαθιά πολιτική. Βασισμένη στην πεποίθηση ότι οι στενοί οικονομικοί δεσμοί ανάμεσα στη Δυτική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση θα καθιστούσαν μια πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στις δυο χώρες αδιανόητη και παράλληλα θα οδηγούσαν στον πολιτικό εκδημοκρατισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Την ίδια περίοδο το κίνημα των Οικολόγων – Πρασίνων και της Αριστεράς, επιτύγχανε να ακυρώσει όλα τα σχέδια για την μετάβαση στην ατομική ενέργεια, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της ΕΣΣΔ. Την ίδια περίοδο η γειτονική Γαλλία, ξετύλιγε το δικό της ενεργειακό πλάνο βασισμένο στους πυρηνικούς αντιδραστήρες.
Η επανένωση της Γερμανίας μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου 1989, αναβάθμισε ακόμα περισσότερο τις σχέσεις ανάμεσα στην ενιαία πλέον Γερμανία και στη Σοβιετική Ένωση. Η Γερμανία, η «βιομηχανική λοκομοτίβα» της Ευρώπης, χρειαζόταν τεράστιες ποσότητες ενέργειας για τη βαριά βιομηχανία κυρίως στον τομέα των χημικών, των αυτοκινήτων και του χάλυβα. Το ρωσικό αέριο αποτελούσε την ιδανική λύση, αφού ήταν άφθονο, φθηνό και θεωρητικά αξιόπιστο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο καγκελάριος Σρέντερ έθεσε τα θεμέλια για τον «Nord Stream 1», έναν αγωγό που θα συνέδεε απευθείας τη Ρωσία με τη Γερμανία μέσω της Βαλτικής. Μετά τη λήξη της θητείας του, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ανέλαβε θέσεις κλειδιά στην υπό ρωσικό μετοχικό έλεγχο Gazprom Nord Stream AG και ακολούθως στην επίσης ρωσικών συμφερόντων Rosneft.
Αλλά η καγκελάριος Μέρκελ, παρά τις συνεχείς προειδοποιήσεις και ενστάσεις των ΗΠΑ και των πρώην κομμουνιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, συνέχισε το ίδιο σχεδιασμό, κατασκευάζοντας και το «Nord Stream 2».
Η αντίληψη του Βερολίνου ότι η Ρωσία ήταν ένας απαραίτητος εμπορικός εταίρος, έφερε την Γερμανία το 2021 να εξαρτάται κατά 55% από το ρωσικό φυσικό αέριο, κατά 35% από το ρωσικό πετρέλαιο και κατά 50% από τον ρωσικό άνθρακα.
Η Ρωσική εισβολή
Η Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, οδήγησε στην «Zeitenwende». Δηλαδή στην ιστορική καμπή, όπως την είχε ονομάσει ο καγκελάριος Όλαφ Σουλτς. Η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν υπαρξιακό κίνδυνο για τη βιομηχανία της. Έτσι αναγκάστηκε να κατασκευάσει τερματικούς σταθμούς LNG (υγροποιημένου φυσικού αερίου) σε χρόνο ρεκόρ, να ενεργοποιήσει εκ νέου μονάδες άνθρακα και να αναζητήσει νέους προμηθευτές, όπως τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία και το Κατάρ.
Το σήμερα
Όσον αφορά την προμήθεια LNG, μέσω των τερματικών σταθμών Wilhelmshaven, Brunsbüttel, κ.α., η Γερμανία εισάγει το 90% με 95% από τις ΗΠΑ. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι οι αντιδράσεις της Γερμανίας δεν αφορούν το αμερικανικό LNG αυτό καθ’ εαυτό, αφού όπως βλέπουμε οι ΗΠΑ είναι ο σχεδόν αποκλειστικός προμηθευτής της. Αλλά αφορούν τη δύναμη, τον έλεγχο και τα κέρδη του Κάθετου Άξονα.
Η Γερμανία έχει επενδύσει δισ. ευρώ για να κατασκευάσει τερματικούς σταθμούς LNG στα δικά της λιμάνια, στη Βόρεια Θάλασσα και τη Θάλασσα της Βαλτικής. Όμως ο Κάθετος Διάδρομος καθιστά την Ελλάδα και ειδικότερα το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, τη νέα πύλη εισόδου προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Εάν το αμερικανικό LNG αρχίσει να ρέει από το Νότο προς τον Βορρά, τότε οι γερμανικές υποδομές θα χάσουν το ρόλο τους ως βασικού ενεργειακού κόμβου της Ευρώπης, μειώνοντας αντίστοιχα τα έσοδα από τα τέλη διέλευσης, αλλά και τη γεωπολιτική επιρροή της Γερμανίας προς τους γείτονες της.
Εκτός από τα τέλη διέλευσης, η Γερμανία επιβάλλει ένα αποθηκευτικό τέλος επί των εξαγωγών αερίου από το έδαφός της προς τις γειτονικές χώρες. Ένα τέλος το οποίο προκαλεί διαρκείς προστριβές με την Αυστρία, την Τσεχία και την Ουγγαρία, καθώς αυτό το δεύτερο τέλος καθιστά το αέριο που έρχεται μέσω Γερμανίας πολύ ακριβό. Ο Κάθετος Διάδρομος προσφέρει σε αυτές τις χώρες μια εναλλακτική οδό μέσω Ελλάδας, παρακάμπτοντας τη Γερμανία. Οπότε το Βερολίνο φοβάται ότι αυτό θα αποδυναμώσει το δικό του δίκτυο και θα καταστήσει τις δικές του αποθήκες λιγότερο ανταγωνιστικές.
Η ανάδειξη της Ελλάδας σε κεντρικό ενεργειακό παίκτη, ή όπως είναι ο διεθνής όρος «Energy Hub», αλλάζει τις ισορροπίες ισχύος στην ΕΕ, κάτι στο οποίο το Βερολίνο αντιδρά με σκοπό την μη δημιουργία ανταγωνιστικών διαδρόμων, που θα αμφισβητήσουν την ενεργειακή κυριαρχία της Γερμανίας στην Ευρώπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου