Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Δημήτρης Ρίζος, η ζωή του από την αρχή - Απεβίωσε μόνος στο Σωτηρία

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, χαμογελάει

Υπήρξε ένας μποέμ εκδότης και δημοσιογράφος. 

Έζησε μια συναρπαστική ζωή, απεβίωσε μόνος στο Σωτηρία.


Δημήτρης Ρίζος. Η ζωή του από την αρχή:
«Γεννήθηκα στο χωριό του Καραμανλή, στην Πρώτη Σερρών, και το πατρικό μου σπίτι είναι το ένα στην Πρώτη και το άλλο στη Δράμα. Τη δημοσιογραφία την άρχισα από τον “Πρωινό Τύπο” της Δράμας, ενώ πήγαινα ακόμα σχολείο. Σε ηλικία 15 χρόνων ήθελα να γίνω μόνο δημοσιογράφος. Ήμουνα και αθλητής στίβου στη Δόξα Δράμας και είχα τεράστιες επιδόσεις στα 5.000 μέτρα, αυτό με ώθησε να δώσω εξετάσεις στη Γυμναστική Ακαδημία. Πήγα 2 χρόνια αλλά τα παράτησα, γιατί στο μεταξύ μπήκα...
στο Πάντειο και δούλευα κιόλας, ενώ είχα αρχίσει να κάνω και μια καλή πορεία σαν δημοσιογράφος. Έτσι παράτησα τον αθλητισμό.
Στα 17,5 που τελείωσα το Γυμνάσιο Δράμας, ο πατέρας μου ήταν Αριστερός-κομμουνιστής αλλά και ο πιο στενός φίλος και συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ήταν μαζί στο σχολείο, μαζί στο Πανεπιστήμιο, μαζί παντού… Τον πήρε, λοιπόν, στο τηλέφωνο και του είπε: “Σου στέλνω τον μικρό”. Πήρα τότε ένα βαλιτσάκι, ήρθα στην Αθήνα και βρέθηκα στο ιδιαίτερο γραφείο του. Το πρώτο εξάμηνο ήμουν το παιδί για όλες τις δουλειές, μετά με έβαλαν να κάνω τα ρουσφέτια του Υπουργείου Άμυνας, καμιά μετάθεση στρατιώτη.
Εκεί έμεινα με διευθυντή του ιδιαίτερου γραφείου τον Αχιλλέα Καραμανλή μέχρι τη μέρα που ανέλαβε ο Κανελλόπουλος πρωθυπουργός για έναν μήνα, γιατί μετά ήρθε η Χούντα. Είχα πάρει προαγωγή και ήμουν στο Γραφείο Τύπου του Πρωθυπουργού. Μετά τη Μεταπολίτευση με πήρε στο τηλέφωνο ο Καραμανλής -που είχε επιστρέψει από την εξορία του στο Παρίσι και εγώ υπηρετούσα στην έκτακτη επιστράτευση που έκαναν τότε στον Έβρο- και μου είπε να κατέβω κάτω Έκτοτε, ήμουν ο πιο στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Ταξίδεψα μαζί του σε όλο τον κόσμο, είμαι ίσως ο μόνος δημοσιογράφος που έχω μπει τρεις φορές στο Λευκό Οίκο, στα Ηλύσια Πεδία, στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ. Ήταν η εποχή που εκείνος αλώνιζε όλο τον κόσμο -και ιδίως την Ευρώπη-, γιατί είχε πάθος να επισπεύσουμε την ένταξή μας στην ΕΟΚ».
Έχεις πολλά να θυμάσαι από τον Καραμανλή…
Πάρα πολλά και όλα αυτά θα τα γράψω σε ένα βιβλίο που ετοιμάζω και που θα μιλάω για τη ζωή μου αλλά και για τον Καραμανλή. Είναι πολύ παρεξηγημένος, όλοι τον έχουν στο μυαλό τους σαν έναν ηγέτη βλοσυρό και απρόσιτο. Αντίθετα, εγώ έζησα μεγάλες στιγμές μαζί του, τον είδα να κλαίει… Αφάνταστα συναισθηματικός άνθρωπος! Δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα για την προσωπική του ζωή και όμως είχε πολύ ωραίες γυναίκες που δεν είχε πάρει χαμπάρι κανείς. Τους έδινε ραντεβού στη Ρώμη, στο Παρίσι και τις συναντούσε εκεί κρυφά…
Μόνο εγώ μπορώ να γράψω, με σεβασμό πάντα, για τα ερωτικά του Καραμανλή…
Γνωρίζω συγκλονιστικά γεγονότα! Θα σου πω και κάτι ακόμα. Μετά τη Μεταπολίτευση που γύρισε ο Καραμανλής γίνεται η πρώτη μεγάλη δεξίωση στο κτήριο της ΕΡΤ, τουλάχιστον 3.000 καλεσμένοι, όλη η αφρόκρεμα. Ο Καραμανλής κρατάει ένα ποτήρι στο χέρι, ο κόσμος τον χαιρετά, ενώ οι σερβιτόροι γυρνάνε με έναν δίσκο που έχει μέσα κεφτεδάκια με οδοντογλυφίδες. Κάποια στιγμή βλέπω τον Καραμανλή να παίρνει φόρα και να πηγαίνει στην άλλη άκρη, δίπλα εγώ. Συναντά μια πανέμορφη κοπέλα, αγκαλιάζονται, φιλιούνται και κάθε φορά που παίρναγε ο σερβιτόρος, εκείνος έπαιρνε ένα κεφτεδάκι και την τάιζε στο στόμα! Την άλλη μέρα όλα τα πρωτοσέλιδα είχαν αυτήν τη φωτογραφία, τον Καραμανλή να ταΐζει κεφτεδάκια την γκόμενα. Αυτή η γκόμενα ήταν η Μιμή Ντενίση, που ήταν τότε μοντέλο!
Ξεκινάς και δουλεύεις τότε στη «Βραδυνή»;
Ναι, ενώ ακόμα ήμουν στο ιδιαίτερο γραφείο δουλεύω στην «Βραδυνή», όπου είχα μια πολύ μεγάλη εξέλιξη με τη στήλη «Κεντρί», που ανέβασε την κυκλοφορία της εφημερίδας στα 150.000 φύλλα
. Όταν, όμως, σκότωσαν τον Τζώρτζη Αθανασιάδη, την εφημερίδα ανέλαβαν οι κόρες του, καλά κορίτσια, αλλά δεν μπορούσαν να ανεχτούν ότι εμφανιζόμουν στην εφημερίδα σαν αφεντικό εγώ και όχι αυτές. Άρχισαν κάποιες κόντρες με αποτέλεσμα να φύγω. Τις επευφημίες που άκουσα στην κηδεία του Αθανασιάδη δεν τις έχει ακούσει κανένας! Φοβερός επιχειρηματίας και εκδότης, μου λείπει πολύ… Μετά από εκεί πήγα στην «Ακρόπολη» και έγραφα το «Ξυπνητήρι», όπου έμεινα μόνο 6 μήνες.
Και έρχεται στη ζωή σου για 15 χρόνια ο «Ελεύθερος Τύπος»
Ο μακαρίτης ο Βουδούρης και η γυναίκα του είχαν φάει τα λυσσακά τους να με πάρουν στον «Ελεύθερο Τύπο», που εκείνη την εποχή πούλαγε περίπου 10.000 φύλλα. Mάλιστα, όταν πήγα να τους συναντήσω στην εφημερίδα είχε γίνει μια κατάληψη από τους εργαζομένους για συμπεριφορές των ιδιοκτητών που τους ενοχλούσαν. Με έκανε σύμβουλο έκδοσης και αρθρογράφο, έγραφα μια στήλη τον «Ανάδελφο». Του είπα τότε ότι οι εργαζόμενοι έχουν φιλότιμο και ότι για να τους ρίξει δεν πρέπει να διοικεί αυταρχικά. ΄Eτσι άρχισα να διοικώ την εφημερίδα με αντίθετο τρόπο από αυτούς, πήρα τους εργαζομένους με το μέρος μου και η κυκλοφορία της εφημερίδας έφτασε στα 250.000 φύλλα, άπιαστο νούμερο!
Πέθανε η Βουδούρη και έμεινε ο Βουδούρης μόνος του και μετά από 8 μήνες σε τροχαίο έχασε και εκείνος τη ζωή του, αφήνοντας μια διαθήκη που έλεγε ότι «μετά από εμένα αναλαμβάνει ο Ρίζος». Aναλαμβάνω στην εφημερίδα τα πάντα. Είχε, όμως, αφήσει και ένα 17μελές Συμβούλιο που διοικούσε την εφημερίδα, είχαμε πολλές κόντρες μεταξύ μας. Αντέδρασα, όμως, περισσότερο όταν ανακάλυψα ότι κάνουν λαμογιές με το χαρτί και παίρνουν προμήθειες. Όταν άρχισα να τους στριμώχνω με κατήργησαν πίσω από την πλάτη μου -με την πλειοψηφία που είχαν- από όλες τις ιδιότητες και με άφησαν μόνο αρθρογράφο! Μετά από μερικές μέρες μάζεψα τα μπογαλάκια μου και έφυγα, δεν τους ανέχτηκα να κλέβουν.
Και εγένετο «Αδέσμευτος» και ο «Λάμψη FM»…
Ναι, με μια αποζημίωση που πήρα 40.000 δραχμές έκανα τον «Αδέσμευτο», που πήγε καλά τον πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας του. Τότε μου ήρθε η ιδέα να βρω και έναν ραδιοφωνικό σταθμό να διαφημίσω την εφημερίδα. Ένα μεσημέρι που έτρωγα παρέα με τον Γιάννη και τον Θέμη Αλαφούζο τούς είπα την ιδέα και εκείνοι μου έδωσαν τσάμπα τον TOP FM του Λαμπράκη, που είχαν πεταμένο στα υπόγεια της «Καθημερινής». Όμως για να μεταφέρω το σταθμό από τα υπόγεια της «Καθημερινής» και να τον κάνω «Λάμψη» χρειαζόμουνα 100.000.000 δρχ. Δεν είχα μία. Είχα στραγγίσει και άρχισα να παρακαλάω τον Γιάννη Αλαφούζο να τον κάνω μέτοχο.
Μετά από πολλές προσπάθειες τον έπεισα, αλλά μου είπε να μην τον απασχολήσω ποτέ για οτιδήποτε. Του έδωσα το 50% και εκείνος μου παρείχε ένα μικρό στούντιο στο Φάληρο για να ξεκινήσει ο σταθμός. Αντί για πολιτικό σταθμό -όπως όλοι περίμεναν και παρά τις αντιρρήσεις όλων- εγώ τότε έκανα μουσικό ραδιόφωνο και μέσα σε 3 μήνες έφτασε 30% ακροαματικότητα. Με το κλείσιμο του πρώτου χρόνου είχε κέρδη 2 δις δρχ. Δεν το πιστεύαμε! Αλλά τα περισσότερα πήγαν στην Εφορία!
Κάθε τόσο είχαμε επικοινωνία με τον Γιάννη Αλαφούζο που ήταν στο Λονδίνο αυτοεξόριστος για χρέη που είχε στην πλάτη του. Μόλις ο πατέρας του εξόφλησε τα χρωστούμενα και γύρισε του άνοιξε η όρεξη να μπει μέσα στο σταθμό. Επειδή ξέρω ότι ο Γιάννης είναι λίγο διαλυτικός σαν άτομο, χωρίσαμε. Πούλησα τον «Λάμψη» πάνω από 7 δις δρχ και ενίσχυσα τον «Αδέσμευτο», ενώ ταυτόχρονα πήρα έναν άλλο μικρότερο σταθμό τον «Παρέα FM».
Είχες ασχοληθεί και με την τηλεόραση παλαιότερα 
Περίπου το ’68 στην ΥΕΝΕΔ -πιο πριν από τον Μαστοράκη- έκανα μια χιουμοριστική εκπομπή «Τα παραλειπόμενα», κάθε Κυριακή μεσημέρι. Κάναμε όμως και κάποια σόου με τον αδελφό μου Νίκο Ρίζο, και μάλιστα δεν θα ξεχάσω μια εκπομπή 2,5 ωρών που είχαμε -«Οι Ρίζοι»- και ήμουν εγώ, ο αδελφός μου και ο ηθοποιός Νίκος Ρίζος. Είχε πολύ πλάκα. Μετά δημιουργήσαμε ένα γραφείο παραγωγής και κάναμε τις ειδήσεις της ΕΡΤ. Ο Νίκος τώρα είναι συνταξιούχος και επιχειρηματίας, δεν είχε το μεράκι το δικό μου, δεν ήθελε να μπει ούτε στον «Αδέσμευτο».
Ποιο είναι το ρεπορτάζ που δεν θα ξεχάσεις ποτέ;
Πολλά. Θα σου πω, όμως, ένα που δεν θα το έλεγα άμα δεν ήταν μαζί μου και ο Σπύρος Καρατζαφέρης. Είχε έρθει μια διάσημη τραγουδίστρια πριν από 30 χρόνια και θα εμφάνιζε το σόου της στη «Νεράιδα». Καταφέραμε και κλείσαμε ένα ραντεβού μαζί της, πήγαμε στο καμαρίνι και οι δύο και την έπεσε… και στους δύο! Άρχισε να μας φιλάει και να μας κάνει διάφορα. Τι να σου πω!
Πότε κινδύνεψε η ζωή σου;
Με έχουν απειλήσει πάρα πολλές φορές! Όμως το’88 στον «Ελεύθερο Τύπο» δεν θα ξεχάσω αυτό που έγινε… Εγώ πάντα άνοιγα μόνος μου την αλληλογραφία μου, είναι μπροστά μου η Ρούλα η γραμματέας μου και κρατάω έναν τεράστιο φάκελο με το όνομά μου. Μίλαγα στο τηλέφωνο και με το που τον σκίζω έναν πόντο, φωνάζει η Ρούλα «βόμβα κ. Ρίζο» και μου τον αρπάζει από τα χέρια. Eίχε βγει η οσμή της εκρηκτικής ύλης, τον πήρε και πήγε και τον άφησε στην άλλη άκρη του οικοπέδου. Όταν έγινε η έκρηξη, έσπασαν οι τζαμαρίες σε απόσταση 100 μέτρων, ήταν τρομακτικής ισχύος. Από τότε μου έδωσαν ασφάλειες, εγώ όμως πήγα στον Ρωμαίο και του είπα ότι δεν μπορούσα να κυκλοφορώ έτσι.
Οπλοφορείς;
Έχω άδεια οπλοφορίας.
Έβγαλες χρήματα από αυτήν τη δουλειά;
Είμαι ο πλέον άχρηστος οικονομολόγος, δεν κάνω για επιχειρηματίας! Όταν ήμουν ρεπόρτερ περνούσα ζωή χαρισάμενη! Τώρα δεν έχω ύπνο, έχω εφιάλτες! Χρήματα, όμως, έβγαλα όταν πήρα τον Seven-X που τον πουλούσε ο Κουλουκουντής για ένα πιάτο φαΐ. 160 εκατ. δώσαμε, μισά εγώ και μισά ο Κοπελούζος, και σε έναν χρόνο τον πουλήσαμε ενάμιση δισεκατομμύριο. Έβγαλα χρήματα και από τον «Λάμψη». Γενικότερα, αυτή η δουλειά με δυσκόλεψε στη ζωή μου, γιατί έχω καθίσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου 897 φορές -όπου να ‘ναι θα μπω στα ρεκόρ Γκίνες- και παρόλα αυτά -άλλο ρεκόρ αυτό- έχω λευκό ποινικό μητρώο!
Την πολιτική κατάσταση πώς τη βλέπεις σήμερα;
Δεν θα μπορούσαμε ούτε κατά διάνοια να φανταστούμε αυτά που συμβαίνουν σήμερα! Έκανα κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ όταν πρωθυπουργός ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου. Δεν θα ξεχάσω μια πρόταση μομφής που είχε γίνει τότε από την αντιπολίτευση Καραμανλή και τη συζητούσαν για 5 μέρες και την πέμπτη μέρα γινόταν ψηφοφορία. Αφού πέρασαν οι ομιλητές την πέμπτη μέρα, περιμέναμε να ανέβει στο βήμα ο Παπανδρέου να καταγράψουμε την ομιλία του. Ανεβαίνει, λοιπόν, και λέει: «Oι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι υποφέρουν». Σήμερα δεν υπάρχει χιούμορ. Σκέφτομαι καμιά φορά αν δεν υπήρχε αυτή η τριτοκομματική κυβέρνηση, που είναι το μεγαλύτερο πολιτικό κατόρθωμα, θα είχε καεί όλη η Ελλάδα και εκεί παραδέχομαι τον Σαμαρά.
Για την υπόθεση Παπακωνσταντίνου τι λες;
Είναι παραλογισμός, ένα θέατρο! Πού πήγαν τα στικάκια, ο κόσμος σιχάθηκε! Είμαι όμως από τους αισιόδοξους Έλληνες. Η κρίση αυτή είναι μια ευκαιρία για να ανακάμψει η Ελλάδα. Πιστεύω σε 5-10 χρόνια η Ελλάδα θα είναι η πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης, γιατί ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι έχουμε απίστευτα κοιτάσματα πετρελαίου, οι Γερμανοί μάς άνοιξαν τα μάτια και μας είπαν ότι έχουμε τόση ηλιακή ενέργεια που μπορεί να τροφοδοτήσει ολόκληρη την Ευρώπη. Έχουμε κοιτάσματα χρυσού, έχουμε τη ναυτιλία. Όλα αυτά αν λειτουργήσουν κατά 50% τα παιδιά μας θα περάσουν όμορφα.
Έχεις κάνει τρεις γάμους και έχεις αποκτήσει τρία παιδιά. Ποιο από αυτά θέλει να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία;
Κανένα! Έκανα τρεις γάμους και τρία παιδιά. Την πρώτη φορά παντρεύτηκα στα 20 και χώρισα στα 21 -δεν τον υπολογίζω αυτό τον γάμο- απέκτησα έναν γιο τον Χρήστο που είναι ευκατάστατος, γιατί ο δεύτερος άντρας της μητέρας του τού κληροδότησε μεγάλη περιουσία. Ο δεύτερος γάμος ήταν με τη Γωγώ, με την οποία απέκτησα τον Απόστολο, τελείωσε Οικονομικό Πανεπιστήμιο στο Λονδίνο, τον έχω κοντά μου και ασχολείται με τα λογιστικά. Στον τρίτο γάμο μου με την Πέγκυ, κλείσαμε 18 χρόνια μαζί, αποκτήσαμε τη Δήμητρα, που είναι 15 χρόνων σήμερα. Η Δήμητρα έχει φοβερή πένα, αλλά δεν θέλει να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία. Λέει ότι θέλει να γίνει αρχιτέκτονας.
Παράλληλα, όμως, είσαι άνθρωπος της διασκέδασης με υψηλές γνωριμίες μάλιστα.
Ναι, αλλά χαμηλών τόνων! Αρνούμαι να ακολουθήσω το lifestyle, δεν μου αρέσει η κοσμική ζωή, μου αρέσουν τα ρεμπετάδικα, έχω πέντε στέκια που πηγαίνω και περνάω καλά με τα φιλαράκια μου.
Ξαναγυρνάς στον «Ελεύθερο Τύπο»;
Τα μεγάλα συγκροτήματα αρχίζουν και καταρρέουν. Ο Μπόμπολας ετοιμάζεται και ο Ψυχάρης φλερτάρει με το άρθρο 99. Έχουν τεράστια τραπεζικά δάνεια, εμένα τα τραπεζικά μου δάνεια ήταν 2,5 εκ. και δεν μπόρεσα να τα κουμαντάρω. Δεν ήθελα να κλείσει η εφημερίδα και να μείνουν άνεργα τα παιδιά. Κάναμε κάποιες συζητήσεις, δεν τα βρήκαμε με τους εργαζομένους, φτάσαμε σε ένα σημείο να ζητάνε και να μην έχω να τους δώσω ένα ευρώ, τους είπα να περιμένουν, δεν μπορούσαν. Τους ζήτησα να ψάξουν τα περιουσιακά μου στοιχεία για να δουν ότι δεν έχω. Δεν το έκαναν. Έτσι αναγκάστηκα σε πτώχευση. Από τη Δευτέρα, λοιπόν, ξαναγυρνώ στον «Ελεύθερο Τύπο» και θα αρθογραφώ με μεγάλη συγκίνηση στην εφημερίδα που ήταν δική μου και την ανέστησα.
Υπάρχει κάποια εξέλιξη στο ατύχημα που έγινε τις προάλλες στην παραλιακή;
Πήγα να τρελαθώ με αυτό που έγινε! Προχωρούσα στην παραλιακή με ταχύτητα 30-40 χλμ. και στο ύψος του «Πράπα» βλέπω ένα σώμα να προσγειώνεται πάνω στο δικό μου καπό. Τον είχε χτυπήσει ο προπορευόμενος, τον είχε εκτινάξει και έπεσε σε εμένα. Ο άλλος έφυγε, σταμάτησα δεξιά, ειδοποίησα την Αστυνομία, το ασθενοφόρο. Εμένα με κράτησαν όλη νύχτα στο ΑΤ Καλλιθέας, ξεπάγιασα και την επομένη πήγα στον Εισαγγελέα Υπηρεσίας. Αφού μου έκαναν κάποιες εξετάσεις, με άφησαν ελεύθερο. Έχω μια ελπίδα ότι υπήρχε κάμερα ασφαλείας και θα βρουν τον ένοχο. Με πείραξε πολύ που είδα αυτά που έγραφαν για εμένα. Χωρίς στοιχεία με κατηγορούσαν για μεθυσμένο και ένοχο.

4 σχόλια:

Νίκος Μακρής είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
Stathis είπε...

O Δημητράκης, ο φιλόλογός του ο Όνμπασης και το αηδόνι

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε, αλλά απόψε στον ύπνο μου, όπως τόχε συνήθειο παλιό, ήλθαν ξανά αέρηδες, από τα ψηλά του Κορύλοβου..
Θα σας πω λοιπόν, ένα παραμύθι, ξανά , από εκείνα τα όμορφα τα παλιά.
Ήταν που λέτε αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Δράμα που μάζευε τις στάχτες από την σφαή και τον εμφύλιο, ένας ήσυχος ‘άνθρωπος, υπάλληλος της Πρόνοιας, ο κυρ Χρήστος. Καλός κύριος, οικογενειάρχης και όπου μπορούσε βοηθούσε τον κόσμο με τα χαρτιά. όλοι τότε, χρειάζονταν και από ένα χαρτί, ο κόσμος μετρούσε τα ρεβίθια και τα φασόλια στο πιάτο και μπάλωνε δυο και τρεις φορές τα ρούχα του. Άμα όμως έπαιρνες και ένα χαρτί από την Πρόνοια, κάτι θα δικαιούσουν , κάτι θα έπαιρνες, σε ρούχο, σε φαί και κυρίως σε θάρρητα για το αύριο.
Τότες, τα σχολεία τζάμπα δεν ήταν, όλα ήταν με πλερωμή. Βιβλία πλέρωναν, εγγραφές πλέρωναν, συνδρομές πλέρωναν, μόνο την υδροφόρα του Δήμου που κατάβρεχε τους δρόμους τα καλοκαίρια , δεν πλέρωναν …Κι αυτό γιατί το νερό στην Δράμα, περίσσευε μια ζωή, ήταν πιο πολύ κι απ τον αέρα, τόσο πολύ ήταν, που λέτε.
Ο Κυρ Χρήστος όμως, σε έδινε ένα χαρτί Πρόνοιας και μ αυτό πλέρωνες λιγότερα λεφτά στα σχολεία. Και το έδινε εύκολα το χαρτί ο κυρ Χρήστος, πονούσε τον κόσμο… Τότες, δεν είχε ιδιωτικά σχολεία στην Δράμα, ακόμη και ο Τζεδάκης του Αίμου, τα παιδιά του έπρεπε να τα στείλει μαζί με τα άλλα παιδιά ..Και άμα είχες χαρτί από την Πρόνοια, πλέρωνες ας πούμε 100 δραχμάς το τρίμηνο, άμα δεν είχες, πλέρωνες 500 δραχμάς. Τότε, δεν είχε κάρτες, και πιστώσεις και πέρνα αύριο. Ντούκου ηταν όλα, βερεσέ είχε στον μπακάλη, αλλά στο Δημόσιο πλέρωνες αβέρτα.
Κι άμα δεν είχες να πλερώσεις γινόσουν τσιράκι σε μαραγκό, σε σιδερά, σε φούρναρη, παντού. Τσιράκι ήταν αυτό που σήμερα λέμε μαθητευόμενος. Πήγαινες 12 χρονών τσιράκι , άμα όμως απολυόσουν από φαντάρος και είχες τσαγανό, γινόσουν και συ αφεντικό και έπαιρνες τσιράκια μετά. Έτσι ήταν το σύστημα .Κι άμα δεν σε έκοβε, ή άμα δεν είχες τον τρόπο να στήσεις την δουλειά, πήγαινες εργάτης, χαμάλης, λούστρος, ότι νάναι πήγαινες, αρκεί να μην καθόσουν στον κήπο ολημερίς.
Πάλι ξέφυγα όμως.
Όποιος λοιπόν είχε παράδες και όρεξη, συνέχιζε και στο Γυμνάσιο, λίγο από εδώ, λίγο από εκεί μαζεύοντας χρήματα. Το Γυμνάσιο, ήταν το πιο όμορφο , το πιο μεγάλο κτίριο της πόλης, χτισμένο να ζυμώσει τα μυαλά της δευτερης γενιάς των προσφύγων, να τα κάνει να γνωρίσουν την Ελλάδα που χιλιάδες χρόνια είχαν μέσα τους.
Και βέβαια, όχι μόνο των προσφύγων, αλλά και των ντόπιων , που κρατούσαν σε εκείνα τα μέρη, από εποχές αλλοτινές, εποχές που ο Διόνυσος λατρεύονταν σαν Θεός …
Ήλθε λοιπόν απόψε στον ύπνο μου, ένα αηδόνι, κι ας είναι πια φθινόπωρο, τι θέλετε ρε, ύπνος είναι, δικός μου ‘ύπνος, ότι θέλω τον κάνω..
Κι άρχισε λοιπόν το παραμύθι…
Τότες, κάναμε μάθημα , η Τετάρτη Τάξη, στην Αίθουσα την πάνω, που είναι προς τις εργατικές πολυκατοικίες .Ήταν το φθινόπωρο του 1952.Ακόμη κρύα δεν είχε, βροχές λίγες είχε, οι άνθρωπου ντύνονταν ελαφριά. Είχαμε τότες έναν φιλόλογο εκπληκτικό άνθρωπο και επιστήμονα, τον Βλάση τον Όνμπαση. Κοίτα τώρα σύμπτωση, εγώ είχα τον Σάββα τον Γιαζκουλίδη και σαν Τουρκομαθής, γελάω μετά ονόματα. Μας έμαθαν Ελληνικά-βαρβάτα, περήφανα , αριστοκρατικά Ελληνικά, άνθρωποι που είχαν Τούρκικα ονόματα.. Γιατί Όνμπασης είναι ο διοικών δέκα άτομα( βαθμός του Τουρκικού στρατού που χρησιμοποιείται δίνοντας την δική μας έννοια του Δεκαεννέα) και ο Γιαζκουλίδης στα Τουρκικά είναι το …καλοκαιρινό τριαντάφυλλο..
...

Stathis είπε...

...
Ας, είναι, πάλι ξεφεύγω..
Λοιπόν, αυτός ο Όνμπασης, έπαιρνε τα παιδιά από την πρώτη τάξη και τα έβγαζε πρώτα απ όλα λάτρεις της Ελληνικής γλώσσας και μετά γνώστες της. Κάθε λέξη, κάθε ρήμα, κάθε επίθετο, είχε πολλά από πίσω γι αυτόν …Κι αυτά τα πολλά τα έδινε στα παιδιά με όρεξη κάθε μέρα, σαν να ήταν η πρώτη μέρα της δουλειάς του. Το ζούσε, ήταν φανερό και τον αγαπούσαν όλοι.
Όμως ο κ. Βλάσης, ήταν νέος, ψηλός, αδύνατος και ομορφάντρας, προσφυγάκι κι αυτός , Σαλονικιός και βαρδαρίσιος. Αυτό το ψηλός, μάλλον δεν το είχαν σταθμίσει ανάλογα αυτοί που έφτιαχναν τις έδρες, οπότε κάθε φορά που κάθονταν στην έδρα, τα πόδια του, << κούμπωναν >> μέσα, δεν μπορούσε να κουνηθεί και πολύ ελεύθερα. Βέβαια, αυτό δεν τον ένοιαζε και πολύ, γιατί πιάνοντας στο στόμα του τον Αρριανό και τον Λυσία, χάνονταν σε μάχες αλλοτινές, σε εκκλησίες Δήμων και σε κραυγές ηττημένων Περσών. Χιούμορ είχε, αλλά πάντα μέσα στα ευπρεπή, δεν δέχονταν πολλά –πολλά με την τάξη. Μόνο μια φορά θυμάμαι---λέει το αηδόνι κελαηδιστά, μια φορά λοιπόν, γελούσαμε μέχρι το διάλειμμα. Τότες, το Πυροβολικό, έρχονταν δίπλα στον Νταμπλατζα και έκανε βολές σε έναν μεγάλο βράχο βαμμένο, αριστερά ανάμεσα σε Ξηροπόταμο και Βαθύλακο. Μπαμ, μπουμ, έτριζαν τα τζάμια καμιά φορά και εμείς φοβόμασταν..-δεν είστε κότες ρε, Έλληνες είστε έλεγε ο Όνμπασης ..Μια φορά –πως τα φέρνει ρε--- γίνεται ένα μεγάλο μπαμ και επικρατεί χάος στην τάξη. Τα τζάμια έτριζαν δευτερόλεπτα, και ο Όνμπασης, έτρεχε γύρω γύρω μαζί μας. Μόλις τέλειωσε το πατιρντί, γελούσαμε όλοι μαζί…
Που λέτε λοιπόν, το έγραψα και πιο πάνω, ο κ. Βλάσης, στριμωχτά έβαζε τα πόδια του μέσα στην εδρα. Μια και δυο, μια μέρα, πάει ο Δημητράκης , που ήταν πειραχτήρι, παίρνει 3-4 κιμωλίες και βάφει-στο διάλειμμα-από μέσα όλη την έδρα με κιμωλίες.
Μπαίνει για μάθημα ό Όνμπασης, κάθεται και αρχίζει, εξέταση, παράδοση, όλα μια χαρά. Με το που κτυπάει το κουδούνι και <> από το κουβούκλιο της έδρας, όμως, είχε γίνει άσπρο από μπλε σκούρο το παντελόνι του. Και έτσι όπως ‘ηταν και λίγο πιο κοντό από το κανονικό, ανέμιζε σαν κάτασπρο πανί …βάρκας..
Ωχ και χίλια ωχ…---Μαζεύτηκαν καθηγητές, γελούσαν κι αυτοί ..Στην επακολουθήσασα ανάκριση, δεν είπε ποτέ κανένας ποιος το έκανε. Και ξέρετε γιατί? Γιατί ο ίδιος ο Ονμπασης , δεν ήθελε την συλλογική ευθύνη---Αφού δεν λένε, είπε, καλά πάμε, κάτι έμαθαν τόσα χρόνια…
Και έμαθαν, έμαθαν ιστορία, έμαθαν γλώσσα, έμαθαν ποιοι είναι , που πηγαίνουν.
Μια μέρα —συνέχισε το αηδόνι- ήταν Δευτέρα και έπαιζε την Κυριακή ο ΠΑΟΚ με την ΔΟΞΑ και κέρδισε η Δόξα 2-0..
Πήρα πρωί πρωί την κιμωλία και έγραψα στον τοίχο ΔΟΞΑ-ΠΑΟΚ 2-0. Μπαίνει μέσα ο Όνμπασης, και λέει δυνατά…-Ποιος το έγραψε αυτό..-Σηκώθηκα όρθιος και λέω εγώ, κύριε καθηγητά …έλα εδώ με λέει, και μόλις πλησίασα με τραβάει μια δυνατή σφαλιάρα …Σε μένα ρε, σε μένα που είμαι Βαρδαρίσιος….

Stathis είπε...

...
Πέρασαν από τότε 67 χρόνια, συνέχισε το αηδόνι. Προχθές έφυγε από την ζωή ο Δημητράκης, γείτονάς σου ήταν χρόνια, αλλά εσύ ήσουν πολύ πιο μικρός. Ο Ονμπασης, αν ζει θα πρέπει να είναι εκατό χρονών, άρα μάλλον έφυγε κι αυτός.
Ο Δημητράκης, έκανε καριέρα δημοσιογράφου , πολλά χρόνια στην Αθήνα .Κι απορούσαν πολλοί, για τα όμορφα Ελληνικά του. Τώρα, άμα τους πεις ότι του τα είχε μάθει ένας Όνμπασης, από τον Βαρδάρη, θα ξινίσουν .Αλλά έτσι είναι ρε μάγκα…
Εκτιμάς πάντα κάτι που είναι σε στενότητα, που δεν περισσεύει ντε.. Και αυτά τα Ελληνικά, στην γη των προγόνων του Όνμπαση , απαγορευμένα ήταν, σχεδόν.
Όσο για τον Δημητράκη με την κιμωλία, εκεί που είναι τώρα, δεν έχει βολές πυροβολικού, δεν έχει κιμωλίες, δεν έχει φτώχεια. Κάτι με λέει ότι παίζει τάβλι τώρα, με τον κ. Βλάση… Στον Δημοτικό κήπο του Παράδεισου. Δεν μπορεί, θα τον έφτιαξε ο Θεός, όπως τον Δημοτικό κήπο της Δράμας. Και τα νερά του Παράδεισου, έχουν το χρώμα των νερών της Αγιά Βαρβάρας …δεν μπορεί, έτσι είναι ρε.
Αιώνια η μνήμη τους.
Και επειδή ξύνεστε ποιος ήταν ο Δημητράκης, δεστε τον στην φωτό (Δημήτρης Ρίζος), μαζί με την φωτό του σχολείου του, του Θρυλικού Αρρένων της Δράμας..
Αφιερωμένο ολόψυχα, σε όλους εμάς που μάθαμε Ελληνικά από Ονμπάσηδες και Γιαζκουλίδηδες…

ΥΓ Αααα μην το ξεχάσω, ο Δημητράκης, ήταν γιός του κυρ –Χρήστου, αυτού της Πρόνοιας, που σας είπα, και είχαν έλθει από το Κιουπ κιοι, την Πρώτη που είπανε μετά..
Σωτήρης Δημηρόπουλος, αθεράπευτα Δραμινός.

Στην τριτη φωτο, τριτος απο δεξια ο Ονμπεσης, και πισω του...το αηδονι μου, ο Θοδωρας Ταξιδης