Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν: Πού βάζει τον πήχη η Αθήνα

Μετά από 14 μήνες αναζήτησης της κατάλληλης ημερομηνίας και συγκυρίας, το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας και Τουρκίας συγκαλείται στην Άγκυρα στις 11 Φεβρουαρίου. 
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο τετ α τετ του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι οποίοι κάθισαν για τελευταία φορά στο ίδιο τραπέζι, τον Σεπτέμβριο του 2024 στη Νέα Υόρκη.
Ακολούθησε η ακύρωση της συνάντησής τους έναν χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2025 και πάλι στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, όταν ο Τούρκος πρόεδρος επικαλέστηκε τη συμμετοχή του σε σύσκεψη μουσουλμάνων ηγετών, που είχε συγκαλέσει ο Ντόναλντ Τραμπ και έκτοτε ακολούθησε ένας πολύμηνος γύρος διπλωματικών διεργασιών, ώστε να εξευρεθεί η κατάλληλη στιγμή.

Οι προσδοκίες του Μεγάρου Μαξίμου από την επικείμενη συνάντηση είναι χαμηλές. Ο συμβολισμός, ωστόσο, των δύο ηγετών, οι οποίοι κάθονται ενώπιος ενωπίω και συζητούν για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, είναι από μόνος του αρκετά ισχυρός, ώστε να αποτελεί «παράθυρο» διασφάλισης των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο.
Ο προσανατολισμός της ελληνικής κυβέρνησης, άλλωστε, είναι οι δίαυλοι επικοινωνίας να παραμένουν πάντοτε ανοιχτοί, ο διάλογος να διατηρείται σε τροχιά, ακόμη κι αν δε γίνονται μεγάλα βήματα και οι δύο χώρες να απομακρύνονται όσο το δυνατόν από το κλίμα έντασης και το ενδεχόμενο μιας κρίσης, που θα γύριζε τον χρόνο πίσω.

Η δημιουργία ενός κλίματος διαλόγου δεν αναιρεί σε τίποτα τα ακανθώδη ζητήματα, που υπάρχουν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως λένε χαρακτηριστικά. Το ζητούμενο είναι στη βάση αυτών των υπαρκτών διαφορών να μπορεί να συντηρείται ένα κλίμα ισορροπίας και να συνεχίζεται ο διάλογος πάνω στις κοινές συνισταμένες, που μπορούν να υπάρξουν, έστω και σε θέματα χαμηλής πολιτικής...

Τα βήματα, που έχουν γίνει τα τελευταία δύο χρόνια, εξάλλου, οδηγούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη να δηλώνει, όπως έκανε δημοσίως πριν από λίγες ημέρες, ότι δεν διακρίνει, όπως είπε, σημαντικούς κινδύνους κλιμάκωσης με την Τουρκία, παραπέμποντας ευθέως στο διαφορετικό κλίμα, που επικρατεί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις σήμερα σε σχέση με τέσσερα ή πέντε χρόνια πριν, όταν «η κατάσταση ήταν σαφώς πιο σύνθετη από ό,τι είναι σήμερα», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.

Μερικές ώρες πριν ανακοινωθεί ότι το Ανώτατο Συμβούλιο, ο κ. Μητσοτάκης μιλώντας με τον αρχισυντάκτη του περιοδικού «Foreign Policy», Ravi Agrawal, είχε δώσει στίγμα προθέσεων, λέγοντας ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο Τούρκος πρόεδρος είναι «έμπειροι ηγέτες» και αναγνωρίζουν «ότι στην ευρύτερη περιοχή μας ήδη υπάρχουν αρκετά προβλήματα· δεν υπάρχει λόγος να προσθέσουμε βαθμούς πολυπλοκότητας», κάνοντας μια σαφή σύνδεση της πορείας των ελληνοτουρκικών σχέσεων με τη διεθνή συγκυρία, που κρίνεται γεμάτη αβεβαιότητα και αστάθεια, όπως σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη.

Αναγνωρίζοντας ότι «δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή σύγκλιση για την εκκίνηση της συζήτησης για τη διευθέτηση της μοναδικής διαφοράς μας που μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας, δηλαδή της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο», η Αθήνα προσβλέπει σε μια εποικοδομητική συζήτηση και στη διατήρηση του κλίματος ηρεμίας στις διμερείς σχέσεις.

Το κυβερνητικό επιτελείο αποδίδει, άλλωστε, σε αυτό το κλίμα, που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία δυόμιση χρόνια, σημαντικά κεκτημένα, όπως λέει, περιλαμβάνοντας σε αυτά, τη μείωση των παραβάσεων και παραβιάσεων στον αέρα, την καλύτερη συνεργασία με την Τουρκία στο μεταναστευτικό που έχει οδηγήσει σε συνολική μείωση των ροών, στην εμβάθυνση του διμερούς εμπορίου, αλλά και σε ρυθμίσεις, όπως η διευκόλυνση της χορήγησης βίζας σύντομης διάρκειας για τους Τούρκους πολίτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Αιγαίου, που έχουν αλλάξει τα δεδομένα στις περιοχές αυτές.

Η ελληνική κυβέρνηση στέλνει παράλληλα ένα σαφές μήνυμα με τη στάση της, ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα πρέπει να παραμείνουν ως πεδίο διαλόγου ανάμεσα στις δύο χώρες, «δεν χρειάζονται επιδιαιτητές ή διαμεσολαβητές», όπως είπε πρόσφατα ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το πλαίσιο λίγα 24ωρα πριν τη συνάντηση των δύο ηγετών είναι σαφές για την Αθήνα. Πρώτον, «η Ελλάδα δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης ελληνικών νησιών», όπως δήλωσε ο κ. Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά.

Δεύτερον, για την ελληνική κυβέρνηση υπάρχει μόνο μία διαφορά στο «τραπέζι», η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ κι αυτό είναι το μόνο αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, στο οποίο η χώρα παραμένει πιστή. Τρίτον, η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο, αποτελεί δικαίωμα κυριαρχίας της Ελλάδας. Τέταρτον, ότι η συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα Safe για την ευρωπαϊκή άμυνα δε μπορεί να επιτραπεί όσο διατηρείται από την Άγκυρα το casus belli.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μάλιστα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέστησε σαφές ότι βασικός στόχος της κυβέρνησής του «παραμένει η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της Ελλάδας», όπως είπε, διαμηνύοντας ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι σήμερα πολύ ισχυρότερες από ό,τι ήταν πριν από έξι χρόνια και ότι «η Ελλάδα είναι, από τη φύση της, μια αμυντική δύναμη. Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να διαθέτουμε και να προβάλλουμε αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ».

Παρά τις πάγιες ελληνικές θέσεις απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις, η Αθήνα συνεχίζει να επενδύει στη θετική ατζέντα και τα θέματα χαμηλής πολιτικής, που, όμως, διαμορφώνουν το ευρύτερο κλίμα. Εμπόριο, τουρισμός, πολιτισμός και μεταφορές, αποτελούν πεδία ενίσχυσης της συνεργασίας, που θα βρεθούν εκ νέου στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Λίδα Μπόλα

Δεν υπάρχουν σχόλια: