Το επιχείρημα της αντιπολίτευσης ότι η κυβέρνηση «δίνει λεφτά στους δανειστές, αντί να τα δίνει στον λαό που υποφέρει», ξεπερνά κάθε όριο λογικής, δημιουργώντας απατηλές εντυπώσεις, με σκοπό να διεγείρει το αντικυβερνητικό συναίσθημα.
Η αντιπολίτευση όχι μόνο δεν αντιλαμβάνεται τη στρατηγική πλευρά της πρόωρης αποπληρωμής, αλλά αδυνατεί να προσεγγίσει την επιλογή της κυβέρνησης, ακόμα και από τη στενή λογιστική πτυχή της. Λησμονώντας ότι στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν του 2010, η Ελλάδα είχε βρεθεί σε κατάσταση χρεοκοπίας. Το δημόσιο χρέος είχε εκτοξευθεί, οι αγορές είχαν κλείσει και η χώρα αναγκάστηκε να προσφύγει σε τρία διαδοχικά προγράμματα στήριξης.
Μείωση του κινδύνου
Τα GLF δάνεια του πρώτου Μνημονίου εκθέτουν το ελληνικό δημόσιο στην μεταβλητότητα των επιτοκίων και στην αβεβαιότητα της αναχρηματοδότησης. Με την πρόωρη αποπληρωμή, μειώνεται τόσο το απόλυτο ύψος του χρέους όσο και ο λόγος Χρέους προς ΑΕΠ. Ένα γεγονός που βελτιώνει αισθητά την αντοχή των οικονομικών του κράτους σε ενδεχόμενες νέες κρίσεις που γίνονται ολοένα και πιο συχνές, αλλά και σε πιθανές αυξήσεις επιτοκίων.
Ενίσχυση της αξιοπιστίας στις διεθνείς αγορές
Η Ελλάδα έχει πάψει προ πολλού να είναι ο αδύναμος «ασθενής της Ευρώπης». Έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, έχει βγει από την ενισχυμένη εποπτεία και δανείζεται με spreads που θα ζήλευαν πολλές χώρες της Ευρωζώνης. Η συστηματική πρόωρη αποπληρωμή λειτουργεί ως ισχυρό σήμα προς τους επενδυτές. Αφού η χώρα δεν εξυπηρετεί απλά το δημόσιο χρέος της, αλλά το μειώνει ταχύτερα από ό,τι προβλεπόταν από τις συμφωνίες. Αυτό μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού των νέων εκδόσεων ομολόγων, άρα και σε φθηνότερη χρηματοδότηση για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Πολιτική και γεωπολιτική διάσταση
Η ολοκλήρωση της αποπληρωμής των δανείων του 2010 έως το 2031, δηλαδή δέκα χρόνια νωρίτερα από τις αρχικές λήξεις που έφταναν έως το 2041, στέλνει μήνυμα ότι η Ελλάδα έχει κλείσει οριστικά τον κύκλο της επιτροπείας. Δεν είναι πια ο «αιώνιος δανειολήπτης». Είναι ένας ισότιμος εταίρος στην Ευρωζώνη που σέβεται τις υποχρεώσεις του και οικοδομεί μόνος του το μέλλον του, «χωρίς δανεικά». Σε μία Ευρώπη που αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις, από τον χώρο της ενέργειας μέχρι τον τομέα της αμυντικής θωράκισης, η αξιοπιστία αυτή έχει πραγματική αξία. Καθώς συμμετέχει ισότιμα σε κάθε συζήτηση και σε κάθε πρωτοβουλία αφήνοντας πίσω της για τα καλά την απαξιωτική αγγλοσαξονική ρήση «beggars are not choosers», δηλαδή ότι οι επαίτες δεν έχουν την πολυτέλεια να επιλέγουν.
Κάποιοι οικονομικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι τα δάνεια αυτά έχουν μακροχρόνιες ωριμάνσεις και ότι η πρόωρη αποπληρωμή τους «σπαταλά» ταμειακά διαθέσιμα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επενδύσεις ή για επιδοματικές πολιτικές. Όμως αυτά τα διαθέσιμα, έχουν δημιουργηθεί ακριβώς για να διαχειριστούν το χρέος, το οποίο σε απόλυτο μέγεθος παραμένει βαρύ. Και η χρήση τους για την εξάλειψη των ακριβότερων μελλοντικών υποχρεώσεων είναι αυτή τη στιγμή η πιο συνετή επένδυση που μπορεί να κάνει ένα υπερχρεωμένο κράτος. Διότι παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα «κτηνώδες» δημόσιο χρέος, σε ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας και απρόβλεπτων κινδύνων.
Θα ήταν εξαιρετικό εύκολο για την κυβέρνηση αντί να μειώνει το χρέος, να μοιράζει αφειδώς χρήματα δεξιά και αριστερά, ειδικά εν όψει των εκλογών του 2027. Ωστόσο, επιμένει να επιλέγει τον δύσκολο και αντιδημοφιλή δρόμο της διαρκούς εξυγίανσης των δημοσίων οικονομικών, εις βάρος του εύκολου και πρόσκαιρου πολιτικού οφέλους. Και πραγματικά απορώ που το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης δεν προβάλει αυτήν ακριβώς την πτυχή της απόφασης της, με σκοπό να αποδομήσει το καιροσκοπικό και ανεύθυνο αφήγημα της αντιπολίτευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου