Ο πόλεμος στο Ιράν επανακαθορίζει τις ισορροπίες και διαμορφώνει νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας σε ολόκληρη την περιοχή, επηρεάζοντας τις παλιές και νέες οδούς της εφοδιαστικής αλυσίδας και θέτοντας σε σοβαρή δοκιμασία τις διατλαντικές σχέσεις.
Με έναν Αμερικανό πρόεδρο ο οποίος πλέον δηλώνει καθαρά ότι όποιος από τους συμμάχους δεν είναι μαζί του σε αυτόν τον πόλεμο δεν θα πρέπει να περιμένει τη στήριξη των ΗΠΑ όταν τη χρειαστεί.
Η Ελλάδα, απέναντι σε αυτό το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται, δεν έχει άλλη επιλογή από το να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση και, με ευελιξία, να διατηρήσει την πολύτιμη σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, να χτίσει περαιτέρω τις σχέσεις με τους Άραβες, να ενισχύσει τη θέση της στα νέα περιφερειακά σχήματα που θα αναπτυχθούν μετά τον πόλεμο και συγχρόνως να δηλώσει παρούσα ως δύναμη σταθερότητας με ισχυρή αποτροπή στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Και όλα αυτά με τις μικρότερες δυνατές «εκπτώσεις» σε θέματα αρχών.
Πρόκειται για μια καθόλου εύκολη αποστολή...
Η Ελλάδα, από την πρώτη στιγμή, διακριτικά, χωρίς να στηρίξει δημοσίως την επίθεση εναντίον του Ιράν, είχε ταχθεί υπέρ της αποτροπής απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν και της ανάγκης περιορισμού της απειλής έναντι των γειτόνων του, καθώς και της δράσης των «πληρεξουσίων».
Αμέσως μετά, μάλιστα, είχε καταδικάσει τις επιθέσεις εναντίον χωρών του Κόλπου, εκφράζοντας συγχρόνως, με κάθε τρόπο, τη συμπαράστασή της σε χώρες όπως τα ΗΑΕ και η Σαουδική Αραβία, με τις οποίες συνδέεται με συμφωνίες στρατιωτικής και στρατηγικής συνεργασίας.
Η επίθεση εναντίον του Ιράν χωρίς καμία διεθνή νομιμοποίηση δημιουργεί ένα κακό προηγούμενο σε διεθνές επίπεδο και συγχρόνως υπονομεύει τον ίδιο τον ρόλο του ΟΗΕ και του Συμβουλίου Ασφαλείας, στο οποίο συμμετέχει η Ελλάδα ως μη μόνιμο μέλος, ως θεματοφύλακα της παγκόσμιας ειρήνης.
Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, η απειλή που συνιστά το Ιράν, με διακηρυγμένο στόχο την εξάλειψη του Ισραήλ, δεν είναι κάτι στο οποίο καμία χώρα μπορεί να μείνει αδιάφορη. Πολύ περισσότερο όταν με το Ισραήλ η Ελλάδα διατηρεί μια υψηλού επιπέδου στρατηγική σχέση, η οποία ελπίζεται ότι λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι στην επιθετικότητα και τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας.
Η σχέση αυτή, την οποία προστατεύει η Ελλάδα ακόμη και με κόστος, δεν σημαίνει ότι συνιστά και «έγκριση» των προβληματικών επιλογών του Μπ. Νετανιάχου, όπως ήταν ο εξοντωτικός για τους Παλαιστινίους πόλεμος στη Γάζα και η παρούσα επιχείρηση στον Λίβανο, που με πρόσχημα την πραγματική απειλή της Χεζμπολάχ απειλεί τη σταθερότητα και την ακεραιότητα ενός ανεξάρτητου κράτους. Και ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης, στη συνέντευξή του στο CNN, ήταν ξεκάθαρος στο μήνυμα που έστειλε στο Τελ Αβίβ.
Με τους Αμερικανούς οι ισορροπίες είναι ακόμη πιο δύσκολες. Η Ελλάδα έχει επιτύχει τα τελευταία χρόνια μια εξαιρετικά υψηλού επιπέδου στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ, που ξεκίνησε πολύ πριν από το 2019 και υπηρετήθηκε με συνέπεια από όλες τις τελευταίες κυβερνήσεις.
Οι Αμερικανοί, και με την ανάδειξη της Ελλάδας ως πύλης του αμερικανικού LNG προς την κεντρική Ευρώπη, αλλά και με την ενίσχυση του στρατιωτικού αποτυπώματός τους στη χώρα μας, αναβαθμίζουν τον στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας και συγχρόνως δημιουργείται η προσδοκία ότι και αυτή η σχέση λειτουργεί αποτρεπτικά σε εξωγενείς απειλές.
Η δεύτερη θητεία Τραμπ, όμως, δείχνει ότι δεν υπάρχουν πια για την Ουάσιγκτον απλώς συνεπείς και αξιόπιστοι σύμμαχοι και φίλοι, αλλά αυτό που εκτιμά ο Αμερικανός πρόεδρος είναι είτε αυταρχικοί ηγέτες, στους οποίους εκφράζει συχνά τον θαυμασμό του, είτε πειθήνιοι σύμμαχοι, οι οποίοι απλώς είναι πρόθυμοι να χειροκροτήσουν κάθε επιλογή του, είτε αφορά την εξωτερική πολιτική είτε ακόμη και ζητήματα που άπτονται της «ιδεολογίας» του MAGA.
Η κρίση αρχικά για τη Γροιλανδία και τώρα σε σχέση με το Ιράν θέτει υπό αμφισβήτηση τον πυρήνα των ευρωατλαντικών σχέσεων και το ίδιο το ΝΑΤΟ και αυτό υπερβαίνει το πλαίσιο των καλών σχέσεων τις οποίες μπορεί να διατηρεί η Αθήνα με την αμερικανική πλευρά.
Η Ελλάδα, μετά τις δραματικές αλλαγές που έχει επιφέρει ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται ο Τραμπ, είναι σαφές ότι, τηρώντας πλήρως τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει και διατηρώντας αυτή τη στρατηγική σχέση όσο διαρκεί και δεν συγκρούεται με κρίσιμες επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, είναι υποχρεωμένη να αναζητά ενίσχυση του ρόλου της στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας.
Πολύ περισσότερο εάν το ΝΑΤΟ, από το οποίο εξάλλου η Ελλάδα λίγα θα περίμενε σε μια ενδεχόμενη εμπράγματη απειλή της ασφάλειάς της από την Τουρκία (καθώς η ιδιότητα της Τουρκίας ως κράτους-μέλους ακυρώνει τη σημασία του άρθρου 5), υπονομευθεί από τον Αμερικανό πρόεδρο.
Για την Ελλάδα, όμως, είναι εξαιρετικής σημασίας και ο νέος περιφερειακός ανταγωνισμός που αποκτά μεγαλύτερη ένταση μετά τον πόλεμο στο Ιράν, μεταξύ του Ισραήλ και της Τουρκίας. Η Τουρκία, με «όχημα» τη Γάζα αλλά και το Ιράν και τον Λίβανο, επιχειρεί να βρει νέες συμμαχίες στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, έχοντας προσεγγίσει σημαντικά την Αίγυπτο, με την οποία η χώρα μας διατηρεί στενές σχέσεις που είναι αποφασιστικής σημασίας για τα κρίσιμα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου.
Επίσης, η Τουρκία, με αφορμή την κρίση στο Ιράν, έχει επιχειρήσει να εμβαθύνει τη σχέση της με τις χώρες του Κόλπου, με τη Σαουδική Αραβία να είναι πιο δεκτική σε σχέση με τα ΗΑΕ, τα οποία βλέπουν επιφυλακτικά την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή και στον ισλαμικό κόσμο.
Άμεσα, η Αθήνα θα κληθεί πιθανότατα σύντομα να απαντήσει και στη σημαντική πρόκληση που θα τεθεί για τη συγκρότηση διεθνούς δύναμης για την εξασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, υποχρέωση που συνδέεται και με τον ρόλο της Ελλάδας ως ναυτικής δύναμης αλλά και ως χώρας με έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους στον κόσμο.
Μια αποστολή η οποία, όπως έχει διευκρινιστεί από χώρες που έχουν εκφράσει τη βούλησή τους να συμμετάσχουν, θα πραγματοποιηθεί εφόσον ξεκαθαρίσει το τοπίο και υπάρξει μόνιμη διακοπή των συγκρούσεων. Και τότε, όμως, θα τεθούν εκ νέου κρίσιμα ζητήματα, όσον αφορά πρωτίστως τη διεθνή νομιμοποίηση μιας τέτοιας αποστολής, αλλά και το πλαίσιο συμφωνίας στο οποίο θα έχουν (εάν το επιτύχουν τελικά) καταλήξει οι ΗΠΑ με το Ιράν.
Για τη χώρα μας, ο πόλεμος της Ουκρανίας αλλά πλέον και ο πόλεμος εναντίον του Ιράν λειτουργούν καταλυτικά στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας, από τον Ατλαντικό μέχρι και την Ινδία. Σε αυτήν θα πρέπει να είναι παρούσα, διεκδικώντας ενισχυμένο ρόλο, ο οποίος θα της δώσει θέση στα νέα οικονομικά σχήματα και στις διασυνδέσεις που θα δημιουργηθούν, ενώ συγχρόνως θα οικοδομήσει νέους ισχυρούς δεσμούς με περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες ενισχύουν τη δική τους αποτρεπτική ισχύ, στους επικίνδυνους καιρούς που ζούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου