Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Οι αγορές, οι ανεπτυγμένες οικονομίες και η κρατική δράση

Όπως πάει ο Ιανουάριος, έτσι θα πάει κι η χρονιά. 
Αυτό το παλιό χρηματιστηριακό ρητό δεν προβλέπει τίποτα καλό για το 2010, με δεδομένο το ότι ο Παγκόσμιος Δείκτης MSCI είχε πτώση 4,2% τον Ιανουάριο – επρόκειτο για τη μεγαλύτερη πτώση του από το Φεβρουάριο του 2009 – και οι αναδυόμενες αγορές 5,6%.

Μολονότι οι αγορές κατέγραψαν μικρή άνοδο στις αρχές Φεβρουαρίου εξαιτίας της δημοσίευσης καλύτερων των αναμενόμενων οικονομικών στοιχείων, η κακή έναρξη του έτους αντανακλά μια εγγενή αντίφαση της ανάκαμψης του 2009.  
Η περσινή ανάκαμψη οφείλονταν εξίσου στα μέτρα στήριξης των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών όσο και στην ισχύ της οικονομικής ανάκαμψης. 
Αλλά και τα δύο αυτά δεν μπορούν να συνυπάρξουν για πολύ καιρό:  
ή η ανάκαμψη δεν θα έχει διάρκεια, ή, αν έχει, τα ......μέτρα στήριξης της οικονομίας θα αποσυρθούν.

Πλέον τούτου, οι δυνατότητες των κυβερνήσεων για τη διατήρηση των συγκεκριμένων μέτρων εξαρτάται από τη βούληση των ίδιων των αγορών να χρηματοδοτούν μεγάλα δημόσια ελλείμματα με πολύ χαμηλές αποδόσεις.  
Αλλά γιατί οι επενδυτές να δεχτούν τις ισχνές αποδόσεις αν προσδοκούν μια ισχυρή ανάκαμψη;
Αυτό που φαίνεται σίγουρο είναι πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σενάριο ‘ταύρων’, το οποίο άρχισε να ξετυλίγεται, έστω περιφερειακά.  
Στον αναπτυσσόμενο κόσμο η Κίνα  προσπαθεί να συσφίξει τη νομισματική πολιτική της, γεγονός που προκαλεί αρκετές ανησυχίες γιατί η Κίνα αποτελεί την ατμομηχανή της παγκόσμιας ανάπτυξης.

Και στον αναπτυγμένο κόσμο οι επενδυτές έχουν αρχίσει να αμφισβητούν τις δυνατότητες των κυβερνήσεων για τη χρηματοδότηση των δημόσιων ελλειμμάτων τους. Το προφανές παράδειγμα είναι η Ελλάδα όπου οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων άγγιξαν τον περασμένο μήνα το 7%. Με ένα τέτοιο επίπεδο, που βρίσκεται πολύ πιο πάνω από το ρυθμό ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος της χώρας θα αυξηθεί πολύ γρήγορα. Όσο αντιδημοφιλή κι αν είναι, τα μέτρα λιτότητας της Ελλάδας είναι απαραίτητα για την προστασία της χώρας από την παγίδα του χρέους.

Αλλά και σε κράτη όπου οι κυβερνήσεις μπορεί να θέλουν να διατηρήσουν τα δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης, οι αγορές μπορούν να τις υποχρεώσουν σε διορθωτικές δράσεις. Η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και άλλες χώρες επέδειξαν  αποφασιστικότητα για τη διατήρηση των ελλειμμάτων τους υπό έλεγχο, αν και με διαφορετικό βαθμό πειστικότητας.
Είναι γεγονός όμως ότι η απόσυρση ακόμα και μικρού τμήματος των δημοσιονομικών μέτρων τόνωσης μπορούν να στείλουν τις οικονομίες πίσω στην ύφεση. 
Για παράδειγμα οι πωλήσεις νέων κατοικιών στην Αμερική κατέγραψαν απότομη πτώση μετά την εκπνοή των φοροελαφρύνσεων των αγοραστών που με βάση τον αρχικό προγραμματισμό έγινε στα τέλη Νοεμβρίου. Έκτοτε βεβαίως οι φοροελαφρύνσεις πήραν παράταση ως τον Απρίλιο, αλλά οι πωλήσεις του Δεκεμβρίου ήταν μόλις 342.000, σε σύγκριση με 329.000 τον Ιανουάριο του 2009, δηλαδή ακριβώς πάνω στην κορύφωση της κρίσης.

Τα μέτρα τόνωσης είχαν ως αποτέλεσμα η παγκόσμια οικονομία να μην κυλήσει στην ύφεση. Όπως υποδεικνύουν όμως ακαδημαϊκές μελέτες, η αύξηση των κρατικών δαπανών οδηγεί μεσοπρόθεσμα στην επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης. Σε άρθρο τους, το 2008, ο Αντόνιο Αφόνσο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ο Νταβίντε Φουρτσέρι του Πανεπιστημίου του Παλέρμο είχαν υπολογίσει ότι για κάθε αύξηση των κρατικών δαπανών κατά μία ποσοστιαία μονάδα ως αναλογία του ΑΕΠ, ο ρυθμός ανάπτυξης έπεφτε κατά 0,12 - 0,13 ποσοστιαίες μονάδες.

Το ακόμα πιο σημαντικό είναι πως αυτά τα μέτρα δεν αντιμετώπισαν πραγματικά το πρόβλημα του υπερβολικού χρέους, απλά το μετέφεραν από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα. Έτσι αγοράζεις χρόνο αλλά το όλο πράγμα μοιάζει με τα προγράμματα σταθεροποίησης χρεών που διαφημίζονται για τους καταναλωτές. Το κόστος διαχέεται σε πιο μεγάλη περίοδο. Αλλά το κόστος είναι πάντα εκεί, είτε με τη μορφή της αύξησης της φορολογίας, είτε της αύξησης των αποδόσεων των ομολόγων, είτε της χαμηλότερης ανάπτυξης, είτε τον συνδυασμό και των τριών τους.
Επομένως οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα. Αν αποσύρουν μερικώς τα δημοσιονομικά μέτρα τώρα, οι οικονομίες κινδυνεύουν να βυθιστούν στην ύφεση,  όπως έγινε στην Αμερική το 1937 και στην Ιαπωνία το 1997. Αν πάλι τα διατηρήσουν επί μακρόν κινδυνεύουν να πλήξουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Οι αισιόδοξοι πιστεύουν πως η οικονομία μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτήν την παγίδα χάρη στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Για αυτό και καλωσόρισαν την αύξηση της βιομηχανικής δραστηριότητας που καταγράφηκε την περασμένη βδομάδα. Μόνο αν ο ιδιωτικός τομέας ανακάμψει στη βάση των δικών του δυνατοτήτων, θα μειωθεί η ανεργία και θα περιοριστούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Αλλά οι ελπίδες για μια ισχυρή ανάκαμψη του ιδιωτικού τομέα υπονομεύονται από τα στοιχεία πιστωτικής ανάπτυξης. Πέρσι, ως το Δεκέμβριο, ο ευρύς δείκτης προσφοράς χρήματος είχε πτώση κατά 0,2% στην Ευρωζώνη και αύξηση μόλις κατά 3,4% στην Αμερική.

Στη Βρετανία είχε ετήσια ανάπτυξη υψηλότερη (6,4% τον Δεκέμβριο), αλλά κατά τις εκτιμήσεις του οικονομολόγου Ντέιβιντ Όουεν των Jefferies International, η ποσοτική χαλάρωση, πολιτική με την οποία οι κεντρικές τράπεζες τυπώνουν χρήμα για την αγορά περιουσιακών στοιχείων,  ωθεί το δείκτη ψηλότερα κατά 10% σε ετήσια βάση. 
Αυτό σημαίνει πως αν η Τράπεζα της Αγγλίας τερματίσει οριστικά την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης, η βρετανική ανάπτυξη της πιστωτικής επέκτασης θα εκμηδενιστεί. 
Για να έχουμε μια νέα χρηματιστηριακή άνοδο το 2010, θα πρέπει οι οικονομίες του αναπτυγμένου κόσμου να αποδείξουν ότι μπορούν να σταθούν στα πόδια τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: