Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Ποιος χρειάζεται την αλήθεια;


Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης, Φιλόλογος – Ιστορικός
Όταν πριν μερικές δεκαετίες ο Έκο έγραφε για την “Ψευδαίσθηση της αλήθειας”, μάλλον δεν είχε συλλάβει την πλήρη έκταση που μπορεί να λάβει το παιχνίδι γύρω από την αλήθεια και το ψέμα στην πολιτική και την ενημέρωση. Ίσως, όμως, και να το είχε συλλάβει, γι’ αυτό και δεν παρέλειψε να τονίσει ότι...
“…καθήκον του δημοσιογράφου δεν είναι να πείσει τον αναγνώστη ότι αυτός λέει την αλήθεια, αλλά να τον προειδοποιήσει ότι αυτός λέει τη “δική του” αλήθεια. Ότι υπάρχουν όμως κι άλλες”. Αυτή η συνειδητή λήψη αποστάσεων από την επαγγελία της αλήθειας ίσως να είναι η μόνη ασφαλής άμυνα για την σωτηρία της στην πολιτική. Θέλουμε, όμως, να τη σώσουμε;
O κορυφαίος λεξικογραφικός οργανισμός Oxford Dictionaries ανέδειξε πρόσφατα ως λέξη του 2016 το επίθετο “post-truth”, ορίζοντάς τον νοηματικά ως “προσδιοριστικό καταστάσεων όπου τα αντικειμενικά δεδομένα επηρεάζουν λιγότερο την διαμόρφωση της κοινής γνώμης σε σχέση με συναισθηματικές επικλήσεις και προσωπικές πεποιθήσεις”. Ο όρος, φυσικά, δεν είναι καινοφανής, χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια, ενώ μάλλον εισήχθη το 2004 από τον Αμερικανό Ralph Keyes.
Το περασμένο έτος, όμως, σημειώθηκε μια έκρηξη στη συχνότητα εμφάνισής του στον τύπο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με επίκεντρο δύο περιόδους, το δημοψήφισμα για το Brexit και τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Ο λόγος είναι μάλλον προφανής, αμφότερα αυτά τα δύο παγκοσμίως κορυφαία πολιτικά γεγονότα συνδέθηκαν με τεράστια συζήτηση γύρω από την κυριαρχία του συναισθήματος πάνω στη λογική, για την κατά κράτος ήττα των μετρήσιμων δεδομένων από τις συγκινησιακές αναφορές -κι αυτό δεν αφορά μόνο όσους νίκησαν. Οι ηττημένοι σύρθηκαν στον στίβο του συναισθήματος, όπου κατανικήθηκαν, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που δεν ένιωθαν καμιά ανάγκη να διατηρήσουν αναφορές στη συμβατική πολιτική διαλεκτική.
Η εποχή της μετα-αλήθειας είχε ανατείλει νωρίτερα, όμως, για την Ελλάδα, που βιώνει τη βαθιά και πολύπλευρη κρίση της εδώ και επτά χρόνια. Η απρόσμενη και ακατανόητη από τους πολίτες απώλεια του επιπέδου ζωής, όπως αυτό διαμορφώθηκε κλιμακωτά στις δεκαετίες πριν την κρίση, η ατολμία της πολιτικής τάξης να μιλήσει ευθαρσώς στους πολίτες, εξηγώντας τα αίτια της μεταβολής, και η αδυναμία και αυτών των ίδιων των εταίρων-πιστωτών να καταλάβουν την ουσία των ελληνικών προβλημάτων, δημιούργησαν μια ασφυκτική κατάσταση, εκτόξευσαν την τοξικότητα στις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις και απελευθέρωσαν πολιτικές δυνάμεις του περιθωρίου.
Η γενετική αντισυμβατικότητα των περιθωριακών πολιτικολογού- ντων, είτε αυτοί προϋπήρχαν της κρίσης είτε ανεφάνησαν στη διάρκειά της, τους έδωσε την ευχέρεια της χρήσης μιας ανεξάντλητης ρητορικής φαρέτρας με ιδιαίτερα αποτελεσματικά στον μαζικό επηρεασμό βέλη. Ευφάνταστα ρητορικά σχήματα, στεντόρειες διακηρύξεις, πρωτότυπα επιχειρήματα, άφθονος εντυπωσιασμός χρησιμοποιήθηκαν αφειδώς μέσα από κάθε λογής πομπό του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, ακόμα πληρέστερα, όμως, από μια αχαρτογράφητη θάλασσα επί το πλείστον ανώνυμης παραγωγής ιστοσελίδων και ιστολογίων, ενώ εκατομμύρια (όχι πάντα άδολοι…) αναμεταδότες-χρήστες των μκδ εξασφάλιζαν ότι η ροή θα φτάσει με εγγυημένη επίταση σε κάθε σπιθαμή της επικράτειας.
Η πολυφωνία είναι ευλογία, είναι κατάκτηση της δημοκρατίας. Η ελευθερία του λόγου ακόμα πιο θεμελιώδης πυλώνας της. Να, όμως, που είναι δυνατόν να λειτουργούν και σε βάρος της -όχι, φυσικά, γιατί προκρίνεται μια άποψη με την οποία διαφωνεί ο οποιοσδήποτε, αλλά απλώς και μόνο, γιατί συσκοτίζεται η κρίση του πολίτη μέσω της κατασκευής ενός νέφους παραπληροφόρησης. Στην εποχή της πληροφορίας η διαχείρισή της είναι το πιο κρίσιμο σημείο της δημοκρατικής λειτουργίας, είναι το κεντρικό νευρικό σύστημα της πολιτικής.
Η διαρκής διεύρυνση της ελευθερίας στην παραγωγή και τη ροή του δημόσιου λόγου είναι ευτύχημα για τον σύγχρονο κόσμο και πρέπει να είμαστε σε θέση να δεχτούμε ακόμα και τις στρεβλώσεις που μπορεί να γονιμοποιεί, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να τις αναλύουμε και να στοχαζόμαστε πάνω στην άρση τους. Η δημοκρατία -η ελεύθερη πολιτική λειτουργία μέσα στα πλαίσια των συστημάτων αντιπροσώπευσης- είναι και αυτή δυναμικό πλαίσιο, επηρεάζεται από τις αλλαγές στον κόσμο και προκαλεί και η ίδια αλλαγές. Είναι προφανές ότι τα τιμήματα που καλείται κάθε κοινωνία και πολιτεία να πληρώσει από τις κρίσεις και τις αδυναμίες της σύγχρονης δημοκρατίας είναι μια δυναμική εκπαιδευτική διαδικασία για το πολιτειακό σύστημα και το σώμα των πολιτών.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, ήδη στην περίοδο της μετα-αλήθειας στην πολιτική, στην περίοδο, όπου δεν έχει σημασία -ή έχει πολύ μικρή- η ποιότητα του περιεχομένου του πολιτικού λόγου, όσο η άμεση αποτελεσματικότητά του. Στην εύλογη απορία, αν τώρα μόνο παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, η απάντηση είναι προφανώς όχι. Όμως μόνο τώρα έχουμε την πλήρη και καθολική κυριαρχία αμιγώς τέτοιων πολιτικών δυνάμεων. Στο παρελθόν υπήρξαν, και στη χώρα μας και στον κόσμο, όχι σπάνια ηγέτες και πολιτικές δυνάμεις που επένδυσαν με επιτυχία στην θελκτική δύναμη της ψευδολογίας, του εντυπωσιασμού, της θωπείας των πολιτών.
Ποτέ, ωστόσο, αυτό δεν έγινε απροσχημάτιστα, πάντα ανεζητείτο ένα άλλοθι χαρισματικότητας, ένα προκάλυμμα λογικοκρατικής νομιμοποίησης, η συμβατική πολιτική επιχειρηματολογία δεν απουσίαζε πλήρως, απλώς πλαισίωνε τις πρακτικές απατεωνίας. Πλέον, έχουμε περάσει σε εντελώς άλλο πεδίο άσκησης πολιτικής. Το ψέμα γίνεται πυρήνας και άξονάς της, νοηματοδοτεί την ίδια την ύπαρξη της πολιτικής πρότασης του κομιστή. Όταν δε μετά την ανάληψη της εξουσίας καταστεί έκδηλη η ταυτότητά του, συνεχίζει να εκπέμπεται ακόμα πιο απροκάλυπτα και ανενδοίαστα, μας δηλώνουν μπρος στα έκπληκτα από το θράσος τους μάτια μας ότι δεν είναι ψέμα -το ψέμα!- και παράγουν νέα φορτία ψευδών, αναπροσαρμόζοντας κάθε φορά την στόχευση και εφευρίσκοντας νέους εχθρούς.
Έτσι έχουμε στη χώρα μας εδώ και δύο χρόνια την πολιτική κυριαρχία ενός απολύτως ετερόκλητου αλλά αρμονικά ταιριασμένου συμπλόκου επαγγελματιών ψευδολόγων, ενώ παράλληλα παρατηρούμε με έκπληξη την ανάδυση αντίστοιχης διαλεκτικής ποιότητας πολιτικών προσωπικοτήτων και επιλογών στις πιο ανεπτυγμένες δημοκρατίες του κόσμου. Οι συμβατικοί πολιτικοί, αυτοί που με όλες τις αδυναμίες και τα μελανά σημεία τους, ξέρουν να παίζουν το παραδοσιακό πολιτικό παίγνιο και δεν ξεχνούν ότι στο τέλος της μέρας θα βρεθούν έτσι ή αλλιώς υπόλογοι, δίνουν τη θέση τους στους αριβίστες του εντυπωσιασμού, αυτούς που λένε πολλά που θέλει να ακούσει ο πολίτης, όμως τίποτα που θα τον βοηθήσει πραγματικά.
Υπόσχονται ό,τι ονειρεύεται ο άνθρωπος για να αποδειχτούν σύντομα επιταγές χωρίς αντίκρυσμα. Καταγγέλλουν το παρόν και ευαγγελίζονται ένα μέλλον, όπου όλα θα είναι διαφορετικά, ενώ οι ίδιοι έπρατταν και πράττουν όλα αυτά που κάνουν το παρόν άξιο καταγγελίας, όντας οι ίδιοι στην πράξη ό,τι πιο συστημικό υπάρχει από το σύστημα που εξορκίζουν. Ασχέτως πολιτικής προέλευσης, ασχέτως κοινωνικής κι επαγγελματικής αφετηρίας, οι πρακτικές τους είναι ίδιες, αναγνωρίσιμες δια γυμνού οφθαλμού κι η αισθητική τους, ακόμα, συχνά ταυτόσημη.
Πού τοποθετούνται τα ΜΜΕ στο κάδρο αυτό; Ο απελθών Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπ. Ομπάμα στις 30 Απριλίου 2016 έλεγε στους ανταποκριτές των μέσων στον Λευκό Οίκο: “Ξέρω ότι υπήρξαν στιγμές που είχαμε τις διαφορές μας… Αλλά μοιραστήκαμε πάντα τον ίδιο στόχο, να εδράζουμε το δημόσιο διάλογό μας στην αλήθεια… Στην πατρίδα και στο εξωτερικό, δημοσιογράφοι όπως εσείς εμπλέκονται σε ένα λυσσώδες κυνηγητό της ενημέρωσης των πολιτών, και θέτουν τους ηγέτες ενώπιον των ευθυνών τους… Και ως πολίτης αυτής της μεγάλης δημοκρατίας είμαι ευγνώμων γι’ αυτό…”.
Για τους πολιτικούς της μετα-αλήθειας δεν υφίσταται αξιακή αναγνώριση στην ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης. Ὅστις μή μεθ’ ἡμῶν καθ’ ἡμῶν, αυτό το δόγμα επικρατεί. Η αντιστράτευση είναι ανοσιούργημα, οι ενοχλητικοί δημοσιογράφοι πετιώνται έξω από τα γραφεία, δεν τους δίδονται ερωτήσεις, στοχοποιούνται προσωπικά, διώκονται με δικαστικά μέσα, καταγγέλονται στους οπαδούς-πιστούς ως εχθροί του λαού, τρέπονται σε εκπροσώπους του κακού, συνδέονται με κάθε κατασκευασμένο εχθρό. Άλλοθι είναι η δήθεν απώλεια της αντικειμενικότητάς τους, καθώς εντέχνως η αντικειμενικότητα έχει συνδεθεί με την ανυπαρξία θέσης απέναντι στα πράγματα. Όταν, ωστόσο, σε άλλους η θέση αυτή ταυτίζεται με την πολιτική του ψεύδους, τότε αναγορεύεται σε υπεράσπιση του δικαίου του λαού, το οποίο φυσικά μπορεί να είναι μόνο ένα, αυτό που εκφράζουν οι γνήσιοι και μοναδικοί εκπρόσωποί του.
Στο αγωνιώδες για κάποιους πέρασμα από τη συμβατική πολιτική στα post-truth politics το μεγάλο θύμα είναι ο ελλιπώς ενημερωμένος και παχυλά παραπληροφορημένος πολίτης, αυτός που επενδύει στην πολιτική των εύπεπτων υποσχέσεων. Το δυστύχημα είναι ότι αυτός χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλον την πραγματική πληροφόρηση, την αληθινή ενημέρωση, την ελεύθερη πρόσβαση στην τεκμηριωμένη άποψη και τα δεδομένα. Η διαδρομή από αυτά ως τη λήψη της απόφασης είναι πάντα αβέβαιη, όμως η διασφάλισή τους είναι από μόνη της βασική και ασφαλής πρόβλεψη της όσο το δυνατόν καλύτερης λειτουργίας μιας δημοκρατίας.
Αυτός που χρειάζεται περισσότερο απ’ όλους την αλήθεια είναι αυτός που δεν μπορεί να ελέγξει και να αξιολογήσει το πλήθος της πληροφορίας που διαχέεται γύρω του, ο απλός πολίτης. Αν δεν εκπαιδευτεί από την πολιτεία, τα μέσα και τους λειτουργούς των δύο να χειρίζεται σε βασικό έστω επίπεδο την πληροφορία, θα εκπαιδευτεί αναπόφευκτα από την ίδια την πραγματικότητα. Γιατί η αλήθεια έχει ένα αναπαλλοτρίωτο χαρακτηριστικό. Εκδικείται όσους της γυρνούν την πλάτη.-

Δεν υπάρχουν σχόλια: