Καταρχήν, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου είναι πολύ πιθανόν να επηρεάσουν την ευχέρεια κινήσεων του Ντόναλντ Τραμπ, όμως δεν θα υποκαταστήσουν τις εκτελεστικές προεδρικές αρμοδιότητες.
Παράλληλα, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι αυτές θα διεξαχθούν μόλις μία εβδομάδα μετά τις ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου και ο συνδυασμός των δύο αποτελεσμάτων, παρά το γεγονός ότι (πιθανόν) να μη γνωρίζουμε ακόμη την ισραηλινή κυβερνητική σύνθεση, ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά μία σειρά θεμάτων, όπως η (μη) πώληση F-35 στην Τουρκία, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου (GSI), η αναβάθμιση της συνεργασίας με το Ισραήλ, ο ενεργειακός ρόλος της χώρας μας (LNG, κάθετος διάδρομος), η ασφάλεια της εμπορικής ναυτιλίας, κ.λπ.
Πριν εξετάσουμε τα 3 επικρατέστερα σενάρια αποτελεσμάτων, ας δούμε τους βασικούς παράγοντες, οι οποίοι σε συνδυασμό με το εκλογικό αποτέλεσμα θα καθορίσουν τις μετέπειτα εξελίξεις.
Αρχικά, είναι τα ανοικτά μέτωπα σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή. Ο.. πόλεμος Δύσης (κατά βάσιν Ευρώπης) – Ρωσίας και η ενεργειακή (αν)ασφάλεια παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Η προσπάθεια Τραμπ για επαναπροσέγγιση της Ρωσίας, κινείται σε τρεις άξονες:
Προμήθεια (μικρής) ποσότητας ντίζελ, προκειμένου να αποκλιμακώσει τις τιμές ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, αλλά – κυρίως - να δείξει στις αγορές ότι μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τη Ρωσία στον ενεργειακό σχεδιασμό, αναστολή εφαρμογής των πολύ σοβαρών νέων κυρώσεων κατά της Μόσχας, που θα επέφεραν ακόμη μεγαλύτερη πίεση, και τέλος «προβλήματα» στη λειτουργία του συστήματος δορυφορικών επικοινωνιών Starshield, που επηρεάζει άμεσα την αποτελεσματικότητα των ουκρανικών drones, σε επιθέσεις βαθιά στο ρωσικό έδαφος. Προφανώς, αυτή η αλλαγή στάσης δεν συμβάλλει στην κατάπαυση του πυρός, πόσο δε μάλλον στην επίτευξη βιώσιμης λύσης.
Παράλληλα, η εμπόλεμη κατάσταση των ΗΠΑ με το Ιράν, και οι επιθέσεις κατά δεξαμενόπλοιων στην Αραβική Χερσόνησο (Στενά Ορμούζ και Μπαμπ-αλ-Μαντέμπ) επιτείνουν την ανησυχία στις παγκόσμιες αγορές. Η αναζωπύρωση του εμφυλίου στην Υεμένη και οι προσβολές των Χούθι εντός της επικράτειας της Σαουδικής Αραβίας, η πιθανή επιχειρησιοποίηση της Συμφωνίας της Μέκκα, η στάση της Αιγύπτου αλλά και οι εξελίξεις σε Γάζα, Λίβανο και Συρία δημιουργούν ένα σύνθετο παζλ, που ασφαλώς επηρεάζει τόσο τις εξελίξεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όσο και την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Εν συνεχεία είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των ηγετών. Η σχέση Τραμπ–Ερντογάν επιτρέπει την απευθείας πρόσβαση του Τούρκου Προέδρου στον Λευκό Οίκο, σε μια προσπάθεια άρσης των κυρώσεων CAATSA και επιστροφής στο πρόγραμμα F-35, κάτι που δεν φαίνεται δυνατόν, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Κι αυτό διότι το νομικό πλαίσιο CAATSA προφανώς και δεν μπορεί να ξεπερασθεί από προσωπικές συμπάθειες.
Παράλληλα, η σχέση Τραμπ–Νετανιάχου παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή και - παρά το γεγονός ότι υπήρξαν τριβές μεταξύ τους – η αμερικανική πολιτική έναντι του Ισραήλ δεν πρόκειται να μεταβληθεί. Εάν, δε, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός διατηρήσει την εξουσία, η αντιπαράθεση Ισραήλ–Τουρκίας θα ενταθεί και, κατά συνέπεια, η στρατηγική αξία της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας θα παραμείνει ιδιαίτερα υψηλή.
Όσον αφορά τον Έλληνα πρωθυπουργό, οι σχέσεις του τόσο με την αμερικανική όσο και με την ισραηλινή ηγεσία, διατηρούνται σε πολύ καλό επίπεδο και έτσι συμβάλλουν στην προαγωγή των εταιρικών σχέσεων, με έμφαση στο σχήμα «3+1» (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ + ΗΠΑ). Άλλωστε, η στρατηγική αξία της Σούδας και της Αλεξανδρούπολης είναι πολύ σημαντικότερη από την οποιαδήποτε προσωπική πρόσβαση.
Τέλος, ένας ακόμη παράγοντας είναι η κατάσταση στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Αφενός έχουμε τη χαμηλή δημοφιλία Τραμπ, που αποτελεί το «βαρύ χαρτί» για τις επικείμενες εκλογές, τις αποκαλύψεις για τη συμπεριφορά της τέως πρέσβειρας στην Ελλάδα, Κίμπερλυ Γκίλφοϊλ, πρόσωπο του στενού κύκλου του Προέδρου, την πρωτοφανή αστοχία στην επιλογή της Κέιτι Ζακαράια ως εκπροσώπου Τύπου και άλλα.
Αφετέρου έχουμε την άτυπη κούρσα διαδοχής στην ηγεσία του Κόμματος με φόντο τις προεδρικές εκλογές του 2028. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, που φαίνεται να διατηρεί ελαφρύ προβάδισμα, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην επιλεκτική αμερικανική εμπλοκή.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο διέπεται από κουλτούρα συμμαχιών και είναι γνώστης της Ανατολικής Μεσογείου μια και υπήρξε ο συνδιαμορφωτής του EastMed Act (2019), που συνέβαλε στη θεσμοθέτηση του σχήματος ‘3+1’ και οδήγησε στην άρση του εμπάργκο πώλησης όπλων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ομιλία του στην Πνύκα, πέραν του πολιτικού συμβολισμού, προέβαλλε σημαντικά και το πολιτικό του προφίλ, στην προσπάθειά του να κερδίσει έδαφος.
Τούτων δοθέντων, και μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (18/10), το πρώτο (και πιθανότερο) σενάριο των ενδιάμεσων εκλογών είναι η διατήρηση του ελέγχου της Γερουσίας από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα και η αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων στη Βουλή των Αντιπροσώπων με (πειστική) νίκη των Δημοκρατικών. Σ’ αυτή την περίπτωση, η Βουλή θα μπορούσε να αυξήσει τον έλεγχο εξοπλιστικών συμφωνιών, κυρώσεων και χρηματοδοτήσεων. Όμως η Γερουσία θα εξακολουθούσε να διευκολύνει τους προεδρικούς διορισμούς.
Για την Αθήνα αυτό σημαίνει πιο πρόσφορο έδαφος για να προβάλλει τις ανησυχίες της σχετικά με τα τουρκικά F-35, χωρίς την εγγύηση ότι η Ουάσιγκτον θα υιοθετήσει τις ελληνικές θέσεις. Η μεταφορά των S-400 θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να ανοίξει το δρόμο στην Τουρκία, ακόμη και υπό διαιρεμένο Κογκρέσο. Επίσης, η Βουλή θα μπορούσε να πιέσει για μεγαλύτερη υποστήριξη του Κιέβου, αλλά δεν θα μπορούσε να επιβάλλει μόνη της την εξωτερική πολιτική. Για την Ελλάδα το κρίσιμο είναι να μη νομιμοποιηθεί μια εδαφική διευθέτηση διά των όπλων, που θα αποτελέσει προηγούμενο για την Κύπρο.
Το δεύτερο (λιγότερο πιθανό με τα σημερινά δεδομένα) σενάριο είναι η νίκη των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα και ο πλήρης έλεγχος του Κογκρέσου.
Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (ε.α.), Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International και Σύμβουλος Στρατηγικής της Focal Point Cyber Defence.
Πριν εξετάσουμε τα 3 επικρατέστερα σενάρια αποτελεσμάτων, ας δούμε τους βασικούς παράγοντες, οι οποίοι σε συνδυασμό με το εκλογικό αποτέλεσμα θα καθορίσουν τις μετέπειτα εξελίξεις.
Αρχικά, είναι τα ανοικτά μέτωπα σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή. Ο.. πόλεμος Δύσης (κατά βάσιν Ευρώπης) – Ρωσίας και η ενεργειακή (αν)ασφάλεια παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Η προσπάθεια Τραμπ για επαναπροσέγγιση της Ρωσίας, κινείται σε τρεις άξονες:
Προμήθεια (μικρής) ποσότητας ντίζελ, προκειμένου να αποκλιμακώσει τις τιμές ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, αλλά – κυρίως - να δείξει στις αγορές ότι μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τη Ρωσία στον ενεργειακό σχεδιασμό, αναστολή εφαρμογής των πολύ σοβαρών νέων κυρώσεων κατά της Μόσχας, που θα επέφεραν ακόμη μεγαλύτερη πίεση, και τέλος «προβλήματα» στη λειτουργία του συστήματος δορυφορικών επικοινωνιών Starshield, που επηρεάζει άμεσα την αποτελεσματικότητα των ουκρανικών drones, σε επιθέσεις βαθιά στο ρωσικό έδαφος. Προφανώς, αυτή η αλλαγή στάσης δεν συμβάλλει στην κατάπαυση του πυρός, πόσο δε μάλλον στην επίτευξη βιώσιμης λύσης.
Παράλληλα, η εμπόλεμη κατάσταση των ΗΠΑ με το Ιράν, και οι επιθέσεις κατά δεξαμενόπλοιων στην Αραβική Χερσόνησο (Στενά Ορμούζ και Μπαμπ-αλ-Μαντέμπ) επιτείνουν την ανησυχία στις παγκόσμιες αγορές. Η αναζωπύρωση του εμφυλίου στην Υεμένη και οι προσβολές των Χούθι εντός της επικράτειας της Σαουδικής Αραβίας, η πιθανή επιχειρησιοποίηση της Συμφωνίας της Μέκκα, η στάση της Αιγύπτου αλλά και οι εξελίξεις σε Γάζα, Λίβανο και Συρία δημιουργούν ένα σύνθετο παζλ, που ασφαλώς επηρεάζει τόσο τις εξελίξεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όσο και την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Εν συνεχεία είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των ηγετών. Η σχέση Τραμπ–Ερντογάν επιτρέπει την απευθείας πρόσβαση του Τούρκου Προέδρου στον Λευκό Οίκο, σε μια προσπάθεια άρσης των κυρώσεων CAATSA και επιστροφής στο πρόγραμμα F-35, κάτι που δεν φαίνεται δυνατόν, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Κι αυτό διότι το νομικό πλαίσιο CAATSA προφανώς και δεν μπορεί να ξεπερασθεί από προσωπικές συμπάθειες.
Παράλληλα, η σχέση Τραμπ–Νετανιάχου παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή και - παρά το γεγονός ότι υπήρξαν τριβές μεταξύ τους – η αμερικανική πολιτική έναντι του Ισραήλ δεν πρόκειται να μεταβληθεί. Εάν, δε, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός διατηρήσει την εξουσία, η αντιπαράθεση Ισραήλ–Τουρκίας θα ενταθεί και, κατά συνέπεια, η στρατηγική αξία της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας θα παραμείνει ιδιαίτερα υψηλή.
Όσον αφορά τον Έλληνα πρωθυπουργό, οι σχέσεις του τόσο με την αμερικανική όσο και με την ισραηλινή ηγεσία, διατηρούνται σε πολύ καλό επίπεδο και έτσι συμβάλλουν στην προαγωγή των εταιρικών σχέσεων, με έμφαση στο σχήμα «3+1» (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ + ΗΠΑ). Άλλωστε, η στρατηγική αξία της Σούδας και της Αλεξανδρούπολης είναι πολύ σημαντικότερη από την οποιαδήποτε προσωπική πρόσβαση.
Τέλος, ένας ακόμη παράγοντας είναι η κατάσταση στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Αφενός έχουμε τη χαμηλή δημοφιλία Τραμπ, που αποτελεί το «βαρύ χαρτί» για τις επικείμενες εκλογές, τις αποκαλύψεις για τη συμπεριφορά της τέως πρέσβειρας στην Ελλάδα, Κίμπερλυ Γκίλφοϊλ, πρόσωπο του στενού κύκλου του Προέδρου, την πρωτοφανή αστοχία στην επιλογή της Κέιτι Ζακαράια ως εκπροσώπου Τύπου και άλλα.
Αφετέρου έχουμε την άτυπη κούρσα διαδοχής στην ηγεσία του Κόμματος με φόντο τις προεδρικές εκλογές του 2028. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, που φαίνεται να διατηρεί ελαφρύ προβάδισμα, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην επιλεκτική αμερικανική εμπλοκή.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο διέπεται από κουλτούρα συμμαχιών και είναι γνώστης της Ανατολικής Μεσογείου μια και υπήρξε ο συνδιαμορφωτής του EastMed Act (2019), που συνέβαλε στη θεσμοθέτηση του σχήματος ‘3+1’ και οδήγησε στην άρση του εμπάργκο πώλησης όπλων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ομιλία του στην Πνύκα, πέραν του πολιτικού συμβολισμού, προέβαλλε σημαντικά και το πολιτικό του προφίλ, στην προσπάθειά του να κερδίσει έδαφος.
Τούτων δοθέντων, και μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (18/10), το πρώτο (και πιθανότερο) σενάριο των ενδιάμεσων εκλογών είναι η διατήρηση του ελέγχου της Γερουσίας από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα και η αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων στη Βουλή των Αντιπροσώπων με (πειστική) νίκη των Δημοκρατικών. Σ’ αυτή την περίπτωση, η Βουλή θα μπορούσε να αυξήσει τον έλεγχο εξοπλιστικών συμφωνιών, κυρώσεων και χρηματοδοτήσεων. Όμως η Γερουσία θα εξακολουθούσε να διευκολύνει τους προεδρικούς διορισμούς.
Για την Αθήνα αυτό σημαίνει πιο πρόσφορο έδαφος για να προβάλλει τις ανησυχίες της σχετικά με τα τουρκικά F-35, χωρίς την εγγύηση ότι η Ουάσιγκτον θα υιοθετήσει τις ελληνικές θέσεις. Η μεταφορά των S-400 θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να ανοίξει το δρόμο στην Τουρκία, ακόμη και υπό διαιρεμένο Κογκρέσο. Επίσης, η Βουλή θα μπορούσε να πιέσει για μεγαλύτερη υποστήριξη του Κιέβου, αλλά δεν θα μπορούσε να επιβάλλει μόνη της την εξωτερική πολιτική. Για την Ελλάδα το κρίσιμο είναι να μη νομιμοποιηθεί μια εδαφική διευθέτηση διά των όπλων, που θα αποτελέσει προηγούμενο για την Κύπρο.
Το δεύτερο (λιγότερο πιθανό με τα σημερινά δεδομένα) σενάριο είναι η νίκη των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα και ο πλήρης έλεγχος του Κογκρέσου.
Στην περίπτωση αυτή θα ενισχυόταν ο κοινοβουλευτικός έλεγχος της Διοίκησης και οι πωλήσεις όπλων, ενώ και οι προεδρικοί διορισμοί θα δυσκολεύονταν.
Η ένταση Τραμπ-Κογκρέσου θα δημιουργούσε εσωτερικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα, μια διαδικασία καθαίρεσης (impeachment) του Προέδρου μπορεί να αρχίσει από τη Βουλή, αλλά η απομάκρυνσή του απαιτεί καταδίκη από τα δύο τρίτα της Γερουσίας. Για τη χώρα μας το θετικό είναι ότι θα υπήρχε πρόσφορο έδαφος περαιτέρω ανάδειξης των ζητημάτων Αιγαίου, Κύπρου, και του σεβασμού του Δικαίου της Θάλασσας.
Η διμερής συμφωνία αμυντικής συνεργασίας (MDCA) δεν θα επηρεαζόταν, ούτε και τα ήδη δρομολογημένα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά νέες αμερικανικές δεσμεύσεις ή κονδύλια για την ενίσχυση της Ελλάδας θα μπορούσαν να καθυστερήσουν. Σε παγκόσμιο επίπεδο, μια έλλειψη συνεννόησης και μια παρατεταμένη παράλυση των αμερικανικών αποφάσεων θα ενίσχυαν την αβεβαιότητα.
Τέλος, το τρίτο σενάριο (σχεδόν απίθανο βάσει των δημοσκοπήσεων) είναι ο Ρεπουμπλικανικός έλεγχος και των δύο σωμάτων.
Η ένταση Τραμπ-Κογκρέσου θα δημιουργούσε εσωτερικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα, μια διαδικασία καθαίρεσης (impeachment) του Προέδρου μπορεί να αρχίσει από τη Βουλή, αλλά η απομάκρυνσή του απαιτεί καταδίκη από τα δύο τρίτα της Γερουσίας. Για τη χώρα μας το θετικό είναι ότι θα υπήρχε πρόσφορο έδαφος περαιτέρω ανάδειξης των ζητημάτων Αιγαίου, Κύπρου, και του σεβασμού του Δικαίου της Θάλασσας.
Η διμερής συμφωνία αμυντικής συνεργασίας (MDCA) δεν θα επηρεαζόταν, ούτε και τα ήδη δρομολογημένα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά νέες αμερικανικές δεσμεύσεις ή κονδύλια για την ενίσχυση της Ελλάδας θα μπορούσαν να καθυστερήσουν. Σε παγκόσμιο επίπεδο, μια έλλειψη συνεννόησης και μια παρατεταμένη παράλυση των αμερικανικών αποφάσεων θα ενίσχυαν την αβεβαιότητα.
Τέλος, το τρίτο σενάριο (σχεδόν απίθανο βάσει των δημοσκοπήσεων) είναι ο Ρεπουμπλικανικός έλεγχος και των δύο σωμάτων.
Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα αποτελούσε προσωπικό θρίαμβο του Τραμπ, ο οποίος θα διέθετε ευρύτερο περιθώριο να προωθήσει προσωπικές επιλογές, όπως οι υποσχέσεις στον Ερντογάν και στα κράτη της Μέσης Ανατολής, παρότι βέβαια, οι νομοθετικοί περιορισμοί δεν εξαφανίζονται.
Για την Ελλάδα αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και κινδύνους. Διευκολύνει την ταχύτερη αμυντική και ενεργειακή συνεργασία με την Ουάσιγκτον, αλλά αυξάνει και την πιθανότητα ενός αμερικανο-τουρκικού παζαριού. Στην Ουκρανία θα είχαμε νέες ειρηνευτικές προσπάθειες, όμως με αύξηση της πίεσης προς την Ευρώπη και το Κίεβο για συμβιβασμό. Στο δε Ιράν, ο Τραμπ θα είχε μεγαλύτερο περιθώριο για περαιτέρω στρατιωτική δράση.
Συνεπώς, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει το επόμενο διάστημα ως περίοδο σημαντικών ευκαιριών αλλά και μεγάλων γεωπολιτικών κινδύνων. Η ελληνική στρατηγική δεν θα πρέπει να συνδέεται με αποτελέσματα εκλογών ή με πολιτικές συμπάθειες και διαπροσωπικές σχέσεις.
Η προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, μέσω διατήρησης ισχυρής αποτροπής, η ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αποφυγή παράπλευρων διπλωματικών «διευθετήσεων» πρέπει να αποτελούν σταθερές προτεραιότητες, ανεξαρτήτως του ποιος ελέγχει την Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο αυτό, ο συντονισμένος ρόλος του ελληνοαμερικανικού και ισραηλινού λόμπι μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός, ιδιαίτερα σε περίπτωση αλλαγής των κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Η κοινή τους δράση θα μπορούσε να εστιάσει στη θεσμική θωράκιση και αναβάθμιση του «3+1», στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, στην υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη δημιουργία αναχώματος για περαιτέρω τουρκικούς εξοπλισμούς.
Βεβαίως, τα συμφέροντα των δύο κοινοτήτων δεν (θα) ταυτίζονται πάντοτε, και συνεπώς η επιδίωξη θα πρέπει να είναι η συγκρότηση μιας διακομματικής συμμαχίας, η οποία να προωθεί τις θέσεις μας και να είναι ανθεκτική στις εναλλαγές εξουσίας στις ΗΠΑ.
Καταλήγοντας, το κρίσιμο ζητούμενο είναι η «εξαργύρωση» της δεδομένης γεωπολιτικής αξίας της Ελλάδας σε συγκεκριμένα και μετρήσιμα μεγέθη. Αυτό προϋποθέτει, βέβαια, ισχυρή Ελλάδα μέσα σε μια ισχυρότερη Ευρώπη.
Διότι σκοπός δεν είναι να περιμένουμε τον «ευνοϊκότερο» ένοικο του Λευκού Οίκου ή τον καλύτερο συσχετισμό στην κατανομή της εξουσίας στις ΗΠΑ, αλλά να καταστήσουμε την Ελλάδα στρατηγικά απαραίτητη για την οποιαδήποτε αμερικανική κυβέρνηση, χωρίς υπαναχωρήσεις στα εθνικά μας θέματα.
Στάθης Κυριακίδης
19/10/2026
Για την Ελλάδα αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και κινδύνους. Διευκολύνει την ταχύτερη αμυντική και ενεργειακή συνεργασία με την Ουάσιγκτον, αλλά αυξάνει και την πιθανότητα ενός αμερικανο-τουρκικού παζαριού. Στην Ουκρανία θα είχαμε νέες ειρηνευτικές προσπάθειες, όμως με αύξηση της πίεσης προς την Ευρώπη και το Κίεβο για συμβιβασμό. Στο δε Ιράν, ο Τραμπ θα είχε μεγαλύτερο περιθώριο για περαιτέρω στρατιωτική δράση.
Συνεπώς, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει το επόμενο διάστημα ως περίοδο σημαντικών ευκαιριών αλλά και μεγάλων γεωπολιτικών κινδύνων. Η ελληνική στρατηγική δεν θα πρέπει να συνδέεται με αποτελέσματα εκλογών ή με πολιτικές συμπάθειες και διαπροσωπικές σχέσεις.
Η προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, μέσω διατήρησης ισχυρής αποτροπής, η ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αποφυγή παράπλευρων διπλωματικών «διευθετήσεων» πρέπει να αποτελούν σταθερές προτεραιότητες, ανεξαρτήτως του ποιος ελέγχει την Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο αυτό, ο συντονισμένος ρόλος του ελληνοαμερικανικού και ισραηλινού λόμπι μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός, ιδιαίτερα σε περίπτωση αλλαγής των κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Η κοινή τους δράση θα μπορούσε να εστιάσει στη θεσμική θωράκιση και αναβάθμιση του «3+1», στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, στην υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη δημιουργία αναχώματος για περαιτέρω τουρκικούς εξοπλισμούς.
Βεβαίως, τα συμφέροντα των δύο κοινοτήτων δεν (θα) ταυτίζονται πάντοτε, και συνεπώς η επιδίωξη θα πρέπει να είναι η συγκρότηση μιας διακομματικής συμμαχίας, η οποία να προωθεί τις θέσεις μας και να είναι ανθεκτική στις εναλλαγές εξουσίας στις ΗΠΑ.
Καταλήγοντας, το κρίσιμο ζητούμενο είναι η «εξαργύρωση» της δεδομένης γεωπολιτικής αξίας της Ελλάδας σε συγκεκριμένα και μετρήσιμα μεγέθη. Αυτό προϋποθέτει, βέβαια, ισχυρή Ελλάδα μέσα σε μια ισχυρότερη Ευρώπη.
Διότι σκοπός δεν είναι να περιμένουμε τον «ευνοϊκότερο» ένοικο του Λευκού Οίκου ή τον καλύτερο συσχετισμό στην κατανομή της εξουσίας στις ΗΠΑ, αλλά να καταστήσουμε την Ελλάδα στρατηγικά απαραίτητη για την οποιαδήποτε αμερικανική κυβέρνηση, χωρίς υπαναχωρήσεις στα εθνικά μας θέματα.
Στάθης Κυριακίδης
19/10/2026
Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (ε.α.), Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International και Σύμβουλος Στρατηγικής της Focal Point Cyber Defence.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου