Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2021

Νίκος Πορτοκάλογλου: Το σάουντρακ της ζωής του

Ο Νίκος Πορτοκάλογλου ανοίγει το δικό του Μουσικό κουτί 
αποκαλύπτει τι έχει μείνει απ’ τη φωτιά και μιλάει για το ρίσκο της συνύπαρξης φαινομενικά ετερόκλητων κόσμων στη μουσική του, για τη σοβαροφάνεια και τη φλόγα της δημιουργίας.
«Δυο αγάπες μού γελάνε κι έπαθα ζημιά, όλα ή τίποτα ζητάνε και εγώ τις δυο τους ή καμιά. Βρες μου τρόπο να τις σώσω, σ’ ένα ρυθμό να τις ενώσω, βρες τραγούδι να χωράει τούτη τη σβούρα που γυρνάει»
Όταν το 1985 ο Νίκος Πορτοκάλογλου ηχογράφησε, στο στούντιο του Νίκου Παπάζογλου στη Θεσσαλονίκη, το Ρίσκο, από όπου και οι παραπάνω στίχοι, συνειδητοποίησε ότι... αυτό το τραγούδι πήγαζε ουσιαστικά από τον πυρήνα της ύπαρξής του. 
Ο Νίκος Πορτοκάλογλου είναι μια γέφυρα, ένα κομβικό σημείο συνάντησης, αλλά και πρόσβασης και συνομιλίας μεταξύ φαινομενικά ετερόκλητων πραγμάτων. 
Δεν μοιράζει την αγάπη του ανάμεσα στις ταινίες του Φελίνι ή του Μπέργκμαν και στα αγαπημένα του sitcom, Friends, Big Bang Theory, ή ανάμεσα στα κλασικά κομμάτια του Σοπέν, του Μπετόβεν, του Μότσαρτ και στις μουσικές της Μπίλι Άιλις ή του Μπρους Σπρίνγκστιν. Τις εμπεριέχει όλες, τις συμφιλιώνει, τους επιτρέπει να συνυπάρχουν και να τον καθορίζουν. «Είναι το σήμα κατατεθέν μου», λέει. «Πάντα, συνειδητά ή ασυνείδητα, αισθανόμουν ότι οι αντιθέσεις είναι που έχουν ενδιαφέρον, και στη μουσική και στη ζωή».

Βρισκόμαστε στο καλαίσθητο καθιστικό του σπιτιού του, δίπλα στο τζάκι και στην πλούσια δισκοθήκη του, που γειτνιάζει με το πικάπ. 
Στα δεξιά μου, πλαισιωμένο από την κατάφορτη βιβλιοθήκη, βρίσκεται το πιάνο και λίγο πιο κει οι κιθάρες του. 
«Καμιά φορά λέω σε φίλους για το Big Bang Theory ή το Brooklyn Nine-Nine και με κοιτάνε με απορία: “Εσύ είσαι σοβαρός άνθρωπος, τι δουλειά έχεις με αυτά;”
Είναι πολύ σοβαρή υπόθεση η κωμωδία, από τους αδερφούς Μαρξ μέχρι τον Γούντι Άλεν και τα sitcoms, από τα παιδικά μου χρόνια που έβλεπα Χοντρό-Λιγνό και λάτρευα τον Χοντρό, η κωμωδία για μένα ήταν μια πηγή απίστευτης χαράς και απόλαυσης», καταλήγει, αφήνοντας να φανεί ένα μειδίαμα. 
«Όπως και η μουσική, η τέχνη για μένα ήταν πάντα ένα είδος πρώτης ανάγκης, σαν το φαγητό για παράδειγμα. Και όπως στο φαγητό, είναι χαζό να είσαι δογματικός, γιατί μπορεί να απολαύσεις ένα πιάτο σε ένα πανάκριβο εστιατόριο, αλλά και ένα πολύ καλό σουβλάκι· είναι διαφορετικές απολαύσεις σε διαφορετικές στιγμές. Κάπως έτσι είναι για μένα και η τέχνη. 
Μπορεί να λατρεύω τον Φελίνι ή τον Μπέργκμαν ή τον Κόπολα, αλλά σε άλλες στιγμές μπορώ να απολαύσω άνετα ένα sitcom. Και θεωρώ ότι το μόνο που μας εμποδίζει να γευτούμε αυτές τις απολαύσεις είναι η σοβαροφάνεια, η οποία για μένα είναι από τα πιο βαρετά ελαττώματα».

Συνύπαρξη Ανατολής και Δύσης

Αν αυτό είναι το σήμα κατατεθέν της ύπαρξής του, το σήμα κατατεθέν της μουσικής του, διευκρινίζει, «είναι η συνύπαρξη της Ανατολής και της Δύσης, του παλιού και του καινούργιου μέσα στα τραγούδια και στη μουσική μου». Ρίσκο και αυτό, παραδέχεται, γιατί έτσι μπορεί τελικά να μην αρέσεις σε κανέναν. «Γι’ αυτό και στην αρχή με τους Φατμέ δυσκολευτήκαμε να βρούμε κοινό, διότι αυτό που κάναμε ήταν ένα μεικτό είδος. Οι ροκάδες μάς έβρισκαν ξενέρωτους, γιατί είχαμε στοιχεία που έκαναν φανερό ότι αγαπούσαμε το λαϊκό τραγούδι, και οι λαϊκοί μάς θεωρούσαν ροκάδες. […] Τότε συνειδητοποίησα ότι μπορεί να βρεθείς στη χαραμάδα και τελικά να μην απευθύνεσαι σε κανέναν, όταν προσπαθείς να συγκεράσεις δύο κόσμους. Εμένα όμως όλα τα καλλιτεχνικά έργα, στη λογοτεχνία, στο σινεμά, στη μουσική, που με συνεπήραν ήταν έργα που ένωναν δύο κόσμους φαινομενικά αντίθετους»
Αυτός θεωρεί ότι είναι και ο λόγος που δεν είχε ποτέ πολύ φανατικό κοινό, «γιατί αυτό το κοινό θέλει να είσαι ενάντια σε κάτι, κι εμένα αυτό δεν με ενδιέφερε, δεν μου έβγαινε».

Φωτ.: Κωστής Σωχωρίτης

Ανοίγοντας τo Μουσικό κουτί


Η κατάληξη της διαδρομής του, με όλες αυτές τις προσμείξεις και όλους αυτούς τους πειραματισμούς, λέει, ήταν η εκπομπή Μουσικό κουτί, που συμπαρουσιάζει με τη Ρένα Μόρφη στην ΕΡΤ για δεύτερη σεζόν. 
«Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έκανα τηλεόραση. Η πρώτη μου σκέψη ήταν τι δουλειά έχω εγώ με την τηλεόραση, μετά βίας πηγαίνω σε εκπομπές. Έπειτα σκέφτηκα ότι δεν μπορεί να είμαστε μια ζωή στην αντιπολίτευση, να μας φταίνε οι εκπομπές που κάνουν οι άλλοι και να μην πηγαίνουμε ή να πηγαίνουμε με μισή καρδιά και, όταν μας δίνεται η ευκαιρία να κάνουμε την εκπομπή που θα θέλαμε, να λέμε όχι. 
Με αυτή τη σκέψη άρχισα να σχεδιάζω την ιδέα να φτιάξω μια εκπομπή όπου θα ήθελα να πάω ως καλεσμένος. Ότι θέλω να είναι ένα σπίτι όπου υποδεχόμαστε τους φίλους μας. Επίσης, να έχω δίπλα μου έναν εκπρόσωπο της νεότερης γενιάς και γυναίκα – οι αντιθέσεις που λέγαμε. 
Είχα από την αρχή στον νου μου τη Ρένα και τελικά αποδείχθηκε ένα πρόσωπο που είχε φυσικό ταλέντο σε αυτό και, εκτός από πολύ καλή τραγουδίστρια, είναι και μια γυναίκα έξυπνη, με χιούμορ. Μπορεί λοιπόν η ιδέα να ήταν δική μου, το αποτέλεσμα όμως ήταν ομαδική δουλειά. 
Σημαντικό ήταν ότι φτιάχτηκε μια πολύ καλή μπάντα, ο Γιάννης Δίσκος, ο Λάμπης Κουντουρόγιαννης, ο Βύρων Τσουράπης, ο Δημήτρης Καζάνης, ο Στέλιος Φραγκούς, ο Θανάσης Τσακιράκης. 
Έπειτα, με έναν μαγικό τρόπο δημιουργήθηκε μια ομάδα που το αγάπησε πολύ από την αρχή, το πίστεψε και τα έδωσε όλα. Η ομάδα παραγωγής της Foss, η Ράνια Γερογιάννη, ο Περικλής Βούρθης, η Θεοδώρα Κωνσταντοπούλου, ο Νίκος Μακράκης, ο Ορέστης Φαληρέας, οι στενοί μου συνεργάτες Θωμαΐδα Πλατυπόδη, Γιώργος Αναστασίου και Κωνσταντίνος Μπαλαγούρας». 
Το κόνσεπτ της εκπομπής επηρεάστηκε αναπάντεχα από μια παιδική του αγάπη. «Αγαπούσα από μικρός τη λογοτεχνία και ειδικά το μυθιστόρημα, γιατί με ενδιέφεραν οι ιστορίες, οι αφηγήσεις, και αυτός ήταν εξαρχής και ο στόχος μου στην εκπομπή, να επικεντρωθούμε στις ιστορίες». Επιθυμία του ήταν επίσης «να ξαναθυμηθούμε αρετές όπως η ευγένεια, η ενσυναίσθηση και η τρυφερότητα».

Τα τραγούδια είναι ψυχοθεραπεία

Ο Νίκος Πορτοκάλογλου είναι τραγουδοποιός με τα όλα του, υπογράφει στίχους και μουσική στα τραγούδια του. 
Αυτό που τον δυσκολεύει περισσότερο, παραδέχεται, είναι ο στίχος. «Όπως λέω σε ένα τραγούδι μου καινούργιο, ο στίχος είναι απόσταγμα και η μουσική χαρμάνι. Ο στίχος είναι απόσταγμα, θέλει πολύ υλικό βιωμάτων και αληθινής ζωής για να μείνει ένα ποτηράκι καλού αποστάγματος. Η μουσική είναι το χαρμάνι των διαφορετικών καπνών, το οποίο μπορεί να σου βγει και πολύ πιο αυθόρμητα»
Τραγούδια του όπως Το ρίσκο, Ταξίδι, Τι έχει μείνει απ’ τη φωτιά επανέρχονται στην κουβέντα μας, συνδεδεμένα με σταθμούς της ζωής του ή τη συνολικότερη πορεία του. Είναι σαν σταδιακά να έχει γράψει το σάουντρακ της ζωής του. 
«Για μένα τα τραγούδια ήταν εξομολόγηση, ψυχοθεραπεία. Ήμουν ένα εσωστρεφές παιδί στην εφηβεία και ζούσα μια δυσκολία στην οικογένεια, η μητέρα μου ήταν άρρωστη από πολύ νωρίς και ο πατέρας μου με άλλα προβλήματα. Δεν το συνειδητοποιούσα τότε, αλλά ήταν ένα δύσκολο περιβάλλον, υπήρχε αγωνία θανάτου στην ατμόσφαιρα. Εκ των υστέρων έχω σκεφτεί πως το ότι πιάστηκα με τέτοια λαχτάρα και σχεδόν απόγνωση από την κιθάρα και το γράψιμο είχε να κάνει με το περιβάλλον όπου μεγάλωσα. Και ήταν για μένα λύτρωση το να μπορώ να εκφράσω τα βαθύτερά μου συναισθήματα, που ίσως δεν μπορούσα να τα μοιραστώ εύκολα είτε στο σπίτι είτε με τους φίλους μου». 
Τα τραγούδια του έχουν μια τρυφερότητα, ακόμη και σε όσα μιλούν για χωρισμό δεν διακρίνεται οργή. 
Είναι αυτό δείγμα μιας διαφορετικής σχέσης με τις γυναίκες; 
«Η αλήθεια είναι ότι μερικές φορές αισθανόμουν ότι οι άνδρες της γενιάς μου είναι πολύ παλαιάς κοπής, ότι έχουν μια αντίληψη περί αρρενωπότητας που θύμιζε τον πατέρα ή τον παππού μου. Επίσης δεν μου έβγαινε ποτέ πηγαία και φυσικά το να ρίξω το φταίξιμο στους άλλους. Δεν ισχύει μόνο για τις γυναίκες, αλλά γενικότερα».

Ένας από την μπάντα

Υπήρξε frontman των Φατμέ, αλλά μετά τη διάλυσή τους ακολουθεί μέχρι και σήμερα σόλο καριέρα. 
Παρ’ όλα αυτά, ομολογεί, πάντα αισθάνεται μέλος μιας ευρύτερης ομάδας. Οι αντιθέσεις που λέγαμε, για να δανειστώ τα λόγια του. Γι’ αυτό και στο Μουσικό κουτί οι μουσικοί δεν βρίσκονται στο παρασκήνιο, στο ημίφως, ένα ντεκόρ από νότες πίσω από τους ερμηνευτές, αλλά είναι ισότιμοι οικοδεσπότες. 
«Είναι συνειδητή απόφαση, μια νοοτροπία που έχω από τότε που ξεκίνησα, γιατί ξεκίνησα με συγκρότημα, με τους φίλους μου και, παρότι εγώ έγραφα τα τραγούδια, βγαίναμε προς τα έξω ως παρέα. Αφότου διαλύθηκε το συγκρότημα, πάντα έφτιαχνα μια ομάδα, την οποία χαιρόμουν να την προβάλλω. Δεν έπαψα ποτέ να αισθάνομαι ένας από το γκρουπ. Είχα την αίσθηση ότι, ναι μεν εγώ είμαι ο καπετάνιος, εγώ οδηγώ το καράβι, εγώ γράφω τα τραγούδια, αλλά η ομάδα που είναι γύρω μου ήταν για μένα σημαντική, ποτέ δεν είχα την μπάντα μου στο ημίφως και φυσικά δεν ήθελα να το κάνω στην εκπομπή».

Οι καινούργιοι συνοδοιπόροι του ανήκουν κατά κύριο λόγο στη νέα γενιά μουσικών. 
«Όσο περνούσαν τα χρόνια κι εγώ μεγάλωνα, οι ηλικίες των μουσικών μίκραιναν, γιατί από κάποια ηλικία, περίπου από τα 35 και μετά, άρχισα να δυσκολεύομαι να βρω μουσικούς συνομηλίκους μου που να μην έχουν χάσει τον ενθουσιασμό και την όρεξη του νέου μουσικού, που να μην έχουν γίνει ψυχροί μισθοφόροι – όχι ότι όλοι οι παλιοί γίνονται έτσι, αλλά είναι ένας μεγάλος κίνδυνος αυτό και συμβαίνει συχνά. Επίσης είχα το σαράκι να ψάχνω καινούργια ταλέντα που έχουν αυτόν τον ενθουσιασμό, τον οποίο εγώ δεν είχα χάσει και ήθελα να τον βρίσκω και στους συνεργάτες μου. 
Κάπως ασυναίσθητα, λοιπόν, άρχισαν να προκύπτουν νεότερα παιδιά. 
Επίσης, επειδή η μουσική μου πατούσε πάντα με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί, δυσκολευόμουν παλιά να βρω μουσικούς που να αγαπάνε και το ροκ και το λαϊκό τραγούδι, τα στρατόπεδα ήταν πιο αυστηρά χωρισμένα. Οπότε άρχισα να δουλεύω με μια νέα γενιά μουσικών που είχαν πιο ανοιχτούς ορίζοντες, που με μεγάλη φυσικότητα μπορούσαν να παίξουν μπλουζ αλλά και ένα ρεμπέτικο, ένα παραδοσιακό και ένα ροκ εν ρολ ή τζαζ. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι αυτό οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος στα μουσικά σχολεία».

Φωτ.: Κωστής Σωχωρίτης

Τι έχει μείνει απ’ τη φωτιά


Απέκτησε την πρώτη του κιθάρα στην εφηβεία, όταν ο πατέρας του του έφερε στην Αθήνα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια, μια παλιά κιθάρα από το πατρικό του σπίτι στον Βόλο. Έμαθε να παίζει ακολουθώντας τις οδηγίες από ένα εγχειρίδιο εκμάθησης κιθάρας που του αγόρασε η μητέρα του από το κέντρο της πρωτεύουσας. 
Τι έχει μείνει άραγε από εκείνον τον έφηβο, απ’ τη φωτιά που έκαιγε; 
«Έχει μείνει η φωτιά ατόφια, το ίδιο πάθος, η ίδια λαχτάρα να μάθω κάτι παραπάνω, να καταφέρω κάτι καλύτερο. […] 
Έχω συνεχώς την αίσθηση ότι ξαναρχίζω από την αρχή ή ότι είμαι στην αρχή. 
Βέβαια, όταν κοιτάω πίσω και βλέπω τι έχω κάνει, πόσα τραγούδια έχουν γραφτεί, νιώθω μια τρομερή έκπληξη – εγώ τα έχω γράψει όλα αυτά και έχουν περάσει ήδη 40 χρόνια;». 
Υπήρξαν φυσικά φορές που ένιωσε ότι έχανε αυτή τη φλόγα. 
«Ευτυχώς δεν κράτησαν πολύ, συνέβησαν πράγματα ή έκανα κι εγώ προσπάθεια και δουλειά για να το σώσω, να μη χάσω την επαφή με τον παιδικό, με τον εφηβικό μου εαυτό. 
Αν χάσεις την επαφή με την παιδικότητά σου, δηλαδή την ικανότητα να απορείς, να αναρωτιέσαι και να εκπλήσσεσαι, γίνεσαι ένας βαρετός ενήλικας, και αυτό κινδύνεψα να το πάθω σε κάποιες φάσεις. 
Ευτυχώς τώρα έχω πολύ καλή επαφή με αυτόν τον πιτσιρικά που λέγαμε, με το βιβλιαράκι και την κιθάρα». 
Τον ρωτώ αν η εγγονή του, που γεννήθηκε το καλοκαίρι, τον βοηθά σε αυτή την αναζήτηση της παιδικότητας. Χαμογελά. 
«Είναι ένα πολύ γλυκό συναίσθημα, χαζεύω μαζί της, αλλά νομίζω ότι εμείς οι άνδρες θέλουμε πιο χειροπιαστή επαφή με το παιδί, το θυμάμαι και με τα παιδιά μου αυτό».

Νέα τραγούδια

Στη διάρκεια της πρώτης καραντίνας βρήκε την ευκαιρία να ηχογραφήσει δεκατέσσερα τραγούδια, αλλά με την έναρξη της εκπομπής δεν κατόρθωσε να τα ολοκληρώσει. 
Ένα από αυτά είναι το Ένα νέο καλό, που τραγουδούν με τη Ρένα Μόρφη, και ένα δεύτερο προγραμματίζει να κυκλοφορήσει σύντομα. 
Το σύγχρονο μουσικό τοπίο προσπαθεί να το χαρτογραφήσει σε προσωπικό επίπεδο και μέσα από την εκπομπή στην ενότητα Εξερευνήσεις, στην οποία αναζητούν δουλειές νέων καλλιτεχνών. 
«Έχω μια εικόνα, αλλά αισθάνομαι ακόμα ότι είναι ελλιπής. Σκέφτομαι, δεν μπορεί, έχουν συμβεί τόσες κοσμοϊστορικές αλλαγές αυτά τα δέκα χρόνια, που είναι αδύνατον ένας νέος άνθρωπος να μην έχει να πει ενδιαφέρουσες ιστορίες γι’ αυτό που του συμβαίνει. Για τα μουσικά είδη, τα τελευταία χρόνια βλέπω μια τάση, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, να μη γράψουμε κάτι καινούργιο, αλλά να διασκευάσουμε κάτι παλιό, να παίξουμε τα λαϊκά τραγούδια σε swing, να κάνουμε remix παλιά ελαφρά, μια τάση νοσταλγίας και αναβίωσης, μερικές φορές επιτυχημένη, άλλοτε όχι, αλλά όπως και να ’χει υπάρχει ένα έλλειμμα πρωτογενούς δημιουργίας»
Ενθουσιάζεται, ομολογεί, όταν ακούει αξιόλογους νέους καλλιτέχνες. 
«Είχα πάντα ανάγκη να βρίσκω νέους δημιουργούς που να με κινητοποιούν, να ζηλεύω, να λέω “τον μπαγάσα, πώς το έκανε αυτό” και να μπαίνω κι εγώ σε μια δημιουργική διαδικασία». Μεγάλωσε ακούγοντας περισσότερο ξένη μουσική, «ήταν και μια διαφυγή από το σκοτεινό περιβάλλον της χούντας, το ροκ ήταν η μεγάλη απόδραση», διευκρινίζει. «Μετά όμως ανακάλυψα τον θησαυρό των λαϊκών και παραδοσιακών τραγουδιών, και ακόμα ανακαλύπτω. Όσο μεγαλώνω, αισθάνομαι μεγαλύτερη ανάγκη να πάω προς τις ρίζες μου και οι δικές μου ρίζες είναι η Σμύρνη, γενέτειρα του πατέρα μου, ένας τόπος συνάντησης πολιτισμών, κατεξοχήν κοσμοπολίτικος».

Θεωρεί ότι είναι πια πιο εύκολο για έναν καλλιτέχνη να ηχογραφήσει και να κυκλοφορήσει το υλικό του, όχι όμως και να ξεχωρίσει και να διακριθεί μέσα στον ωκεανό των νέων μουσικών. 
«Υπάρχουν ακόμα δισκογραφικές που λειτουργούν με τον παλιό τρόπο. Δεν υπάρχουν λεφτά, οι περισσότεροι καλλιτέχνες πληρώνουν μόνοι τους την παραγωγή, κάποιες φορές πληρώνουν και τις εταιρείες για να βγάλουν τον δίσκο τους. Είναι όμως πιο εύκολο να κινηθεί κανείς μόνος του. Με τα νέα μέσα μπορείς στο σπίτι σου με ένα λάπτοπ να κάνεις τον δίσκο σου και είναι πολύ πιο εύκολο να κοινοποιήσεις τη δουλειά σου μέσα από το Internet»
Μουσική χωρίς μεσάζοντες λοιπόν; 
«Ναι, από τη μία πλευρά αυτό δεν είναι που ονειρευόμασταν όλοι; Λέγαμε παλιότερα για τη δικτατορία των εταιρειών και ότι, αν δεν σε προωθήσει μια εταιρεία, δεν μπορείς να προωθήσεις τη δουλειά σου. Τώρα μπορούν όλοι, απλώς το πρόβλημα είναι πως είναι δύσκολο να διακριθούν»
Ο 22χρονος γιος του, που παρακολουθεί το Κονσερβατόριο στο Άμστερνταμ, θα κληθεί κι αυτός να αντιμετωπίσει τις ίδιες προκλήσεις. 
«Πιστεύω ότι σιγά σιγά θα βρει τον δρόμο του. Η μόνη μου ανησυχία είναι, αν ακολουθήσει τον δικό μου δρόμο, να μην τον δυσκολέψει η σύγκριση των άλλων με τον πατέρα του. Εγώ δεν το είχα αυτό το βάρος. Αλλά δεν είχα και βοήθεια. Και χαίρομαι γι’ αυτό. Λειτούργησε ως κίνητρο το ότι δεν γνώριζα κανέναν στον χώρο, απλώς είχα την τύχη να πέσω πάνω στον Τάσο Φαληρέα και να ενθουσιαστεί με τα τραγούδια μου και να ασχοληθεί μαζί μου»
Εκτός από τον άνθρωπο που τον εμπιστεύθηκε και τον ανέδειξε, ποιες σχέσεις τον έχουν καθορίσει σε προσωπικό επίπεδο; 
«Η γυναίκα μου κατ’ αρχάς, που είμαστε μαζί από τότε που δεν ήμουν ακόμη αναγνωρίσιμος, μια σχέση με πολλά σκαμπανεβάσματα και δυσκολίες. 
Τα παιδιά μου είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου· πέρα από τα παιδικά χρόνια και τα παιχνίδια και τις διακοπές, το ότι βλέπεις να μεγαλώνουν δύο πλάσματα και να γίνονται ανεξάρτητες, ενδιαφέρουσες προσωπικότητες που σε γοητεύουν και σε μαθαίνουν καινούργια πράγματα είναι ένα θαύμα. 
Όπως και με τους φίλους είναι ένα θαύμα, ειδικά με φιλίες που κρατάνε πολλά χρόνια και είναι σαν να έχεις ζήσει δυο τρεις ζωές μαζί τους. 
Τέλος, μου έχει δώσει μεγάλη χαρά το ότι τα τελευταία δέκα χρόνια έχουμε κάνει καινούργιους φίλους»
Ανάμεσά τους μερικές εκατοντάδες χιλιάδες τηλεοπτικούς φίλους, με τους οποίους θα δίνει όλο τον χειμώνα εβδομαδιαίο ραντεβού στο Μουσικό κουτί.

ΙΝFO
Στις επόμενες εκπομπές το Μουσικό κουτί θα ανοίξουν οι Αφροδίτη Μάνου, Ηρώ Σαΐα, Κατερίνα Πολέμη, Active Member, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Βαγγέλης Κορακάκης, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Ορέστης Ντάντος, Γιάννης Παπαγεωργίου.

Φωτ.: Κωστής Σωχωρίτης
Mαρία Αθανασίου
04.10.2021 • 17:00


Δεν υπάρχουν σχόλια: