Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Η Λέστερ, σαν κοινωνικό πρότυπο

Η κατάκτηση του αγγλικού πρωταθλήματος από την Λέστερ, πέραν του αγωνιστικού θαύματος, αναδεικνύει και κάποια κοινωνικά χαρακτηριστικά που συνετέλεσαν σε αυτό το γεγονός.
Πέρσι η συγκεκριμένη ομάδα μόλις γλίτωσε τον υποβιβασμό στην δεύτερη κατηγορία. Το δε καλοκαίρι οι μεταγραφές της ήταν από τα αζήτητα άλλων ομάδων του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Ενδεικτικά αναφέρω πως ο πρώτος σκόρερ της ομάδας...

μέχρι πριν από λίγα χρόνια, δούλευε σαν οικοδόμος και παράλληλα έπαιζε και ποδόσφαιρο.

Στην αρχή της αγωνιστικής περιόδου η διοίκηση προσέλαβε τον Ρανιέρι σαν προπονητή που, ως γνωστόν, το τρισάθλιο ελληνικό ποδοσφαιρικό σύστημα τον εξεδίωξε ως αποτυχημένο. Ο Ρανιέρι αντιλήφθηκε πως με το υλικό που είχε έπρεπε να κτίσει μια ομάδα συνόλου. Και αυτό έκανε.

Με κύριο στοιχείο την αλληλοκάλυψη η Λέστερ κατόρθωσε και δημιούργησε μια συμπαγή άμυνα που κράτησε ανέπαφα τα δίχτυα της ομάδας σε πολλούς κρίσιμους αγώνες. Από την ανάπτυξη του παιχνιδιού φάνηκε πως υπήρχε σχεδιασμός για κάθε συγκεκριμένο παιχνίδι, δηλαδή ο προπονητής, σαν στρατηγός χάρασσε την τακτική, που ακολουθούσαν όσο πιό πιστά μπορούσαν οι στρατιώτες του.

Το θαύμα έγινε, μία ολόκληρη πόλη πανηγυρίζει γι΄αυτό και μαζί της και όλοι όσοι λατρεύουμε αυτό το άθλημα. Όσοι εκ πεποιθήσεως τασσόμαστε με τον θεωρητικά αδύναμο, που εμπράκτως όμως αποδεικνύεται πανίσχυρος.

Όμως για να στεφθεί η Λέστερ- και η κάθε Λέστερ- πρωταθλήτρια, θα πρέπει να συντρέχουν και κάποιες προϋποθέσεις στον κοινωνικό χώρο όπου αυτή δραστηριοποιείται και που χαρακτηρίζουν και συγκροτούν ένα γενικότερο κοινωνικό πρότυπο.
Ο ανταγωνισμός, ο ανόθευτος ανταγωνισμός, είναι το κυρίαρχο στοιχείο που οδήγησε την Λέστερ στην κατάκτηση του τίτλου. Αυτόν τον διασφαλίζει τόσο η παράδοση του βρετανικού ποδοσφαίρου, όσο και η θεσμική θωράκιση του προς τούτο. Αυτός που αντέχει στην επίπονη κούρσα των 50, των 70 ή των 80 αγώνων κερδίζει. Όλες οι ομάδες κατεβαίνουν στο γήπεδο για την νίκη, καθώς δεν υπάρχει γι΄αυτές αδιάφορη βαθμολογικά αναμέτρηση. Καμία εξωγενής δύναμη δεν παρεμβαίνει για να ανατρέψει αυτή την αδιαπραγμάτευτη αρχή.

Στο βρετανικό ποδόσφαιρο η έννοια της «αλλοίωσης αποτελέσματος» είναι παντελώς άγνωστη υπό την μορφή της εκ προθέσεως διαιτητικής πράξης. Του δόλου.
Όλοι οι συμμετέχοντες σε αυτόν τον θεσμό- επιχειρηματίες, προπονητές, παίκτες, θεσμικοί παράγοντες- αντιμετωπίζουν το διαιτητικό λάθος μέσα στα όρια της ανθρώπινης φύσης του άρχοντα του αγώνα, γιατί αντιλαμβάνονται πως η ποιότητα του παραγομένου στους αγωνιστικούς χώρους προϊόντος, εξαρτάται από την αξιοπιστία του. Και την προστατεύουν με κάθε τρόπο.

Αλλά και η γενικότερη βρετανική κουλτούρα θεωρεί την ποδοσφαιρική αναμέτρηση σαν μια γιορτή, σαν μια διαδικασία χαράς και πανηγυριού. Και όταν στην δεκαετία του 80 η βία κυριάρχησε στα γήπεδα, η ίδια η πολιτεία ανέλαβε το κόστος της κάθαρσης και έφερε σε πέρας αυτό το έργο. Προχθές η Τότεναμ, η συνδιεκδικήτρια του τίτλου, έφερε καταδικαστική ισοπαλία στο γήπεδο της από μια «αδιάφορη» ομάδα και στο τέλος οι οπαδοί της την αποθέωναν.

Συνεπώς το «φαινόμενο Λέστερ» απαιτεί και ένα πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο που θα του επιτρέψει να ευδοκιμήσει και να δημιουργήσει ένα πρότυπο προς μίμηση για τους υπανάπτυκτους ποδοσφαιρικά – και όχι μόνον- λαούς.
Του Σάκη Μουμτζή
liberal.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: