| Του Χάρη Φλουδόπουλου Το ότι οι καιροί είναι δύσκολοι για τα δημόσια οικονομικά της χώρας είναι γνωστό. Όπως επίσης ξέρουμε πολύ καλά ότι τα μεγάλα λόγια περί πράσινης ενέργειας, συνήθως μεταφράζονται σε ελάχιστες πράξεις. Όταν όμως η κυβέρνηση διακηρύσσει ότι η πράσινη ενέργεια μπαίνει στο προσκήνιο και για το λόγο αυτό «αποκηρύσσει» το λιθάνθρακα, τότε θα περίμενε κανείς τουλάχιστον τα αυτονόητα, σε σχέση με τις ΑΠΕ. Ένα από τα αυτονόητα λοιπόν, δηλαδή η δυνατότητα να εγκαθιστά κάποιος πολίτης στο σπίτι του φωτοβολταϊκό, χωρίς να θεωρείται επιτηδευματίας, αποτελεί ίσως την κυριότερη αιτία που το πρόγραμμα για τα φωτοβολταϊκά στις στέγες καθυστερεί, με ορατό τον κίνδυνο, να μετατραπεί σε... φιάσκο. Ενώ λοιπόν το υπουργείο ανάπτυξης αναζητεί τη φόρμουλα που θα επιτρέψει στους Έλληνες να εξοικονομήσουν ενέργεια εγκαθιστώντας στα σπίτια τους μικρά φωτοβολταϊκά, όπως οι Γερμανοί, οι Ισπανοί και άλλοι ευρωπαίοι συμπολίτες μας, το υπουργείο οικονομίας απαιτεί ο ενδιαφερόμενος να καταβάλει ΦΠΑ για το παραγόμενο ρεύμα στην εφορία. Και κάπου εκεί το όλο σχέδιο φαίνεται να τινάζεται στον αέρα, καθώς θα πρέπει ο διαχειριστής της πολυκατοικίας να ανοίξει βιβλία στην εφορία, για να μπορεί στη συνέχεια να πουλήσει την περίσσεια του παραγόμενου ρεύματος στη ΔΕΗ ή τον ΔΕΣΜΗΕ. Φυσικά, όταν μιλάμε για φωτοβολταϊκά σε στέγες, επί της ουσίας αναφερόμαστε σε ένα το πολύ δύο πάνελ, τα οποία παράγουν ποσότητες ενέργειας που ισοδυναμούν με ετήσια έσοδα της τάξης των 800 έως 1.600 ευρώ. Αλλά ακόμη και για αυτό το ποσό, δεν πρόκειται – βάσει του σχεδίου της προωθούμενης ΚΥΑ – ο ενδιαφερόμενος να εισπράττει χρήματα, αλλά μέσω αντιλογισμού να εξοικονομεί χρήματα από το λογαριασμό της ΔΕΗ. Από την άλλη πλευρά, εάν ο ιδιώτης δεν μπορεί να πουλά το ρεύμα που παράγει στη ΔΕΗ, τότε στην πράξη ουδείς θα εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό καθώς πολύ απλά δεν είναι δυνατόν να αποσβεστεί το κόστος εγκατάστασης του συστήματος. Με βάση πάντως τα όσα έχει σχεδιάσει το υπουργείο ανάπτυξης, το κίνητρο για την εγκατάσταση φ/β θα εντοπίζεται στην υψηλή τιμή πώλησης της παραγόμενης κιλοβατώρας. Δηλαδή όσοι εγκαταστήσουν φ/β στις ταράτσες των σπιτιών τους θα μπορούν να αποπληρώνονται με τιμή υψηλότερη από εκείνη που ισχύει για τις επιχειρήσεις. Φέτος για τις επιχειρήσεις η τιμή αποπληρωμής είναι ορισμένη στα 45 λεπτά ανά κιλοβατώρα (τιμή που θα αποκλιμακωθεί τα επόμενα χρόνια) ενώ για τα νοικοκυριά θα οριστεί «ταρίφα» στα 50 λεπτά η κιλοβατώρα. Επίσης το σχέδιο της ΚΥΑ περιορίζει τη γραφειοκρατία καθώς δε θα απαιτούνται τα δικαιολογητικά και οι άδειες που χρειάζονται τα εμπορικά φ/β πάρκα. Θα απαιτείται μόνο μια άδεια μικρών εργασιών από την πολεοδομία που εκδίδεται σε διάστημα ημερών και στη συνέχεια θα μπορεί ο οποιοσδήποτε να εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό στο σπίτι του. Εάν τελικά δεν απαιτείται οικοδομική άδεια, μελέτες και άλλες γραφειοκρατικές διαδικασίες, εκτιμάται ότι μειώνεται σημαντικά το κόστος για τον ενδιαφερόμενο. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης του ρεύματος στη ΔΕΗ ή το ΔΕΣΜΗΕ, η ΚΥΑ θα ορίζει ότι η παραγόμενη ενέργεια θα συμψηφίζεται με την κατανάλωση του πελάτη και θα γίνεται αντιλογισμός ώστε να αφαιρείται από το λογαριασμό της ΔΕΗ, το κόστος του ρεύματος που παρήγαγε το πάνελ. Έτσι ένα πάνελ που κοστίζει περίπου 5 έως 6 χιλιάδες ευρώ, αναμένεται να αποσβέσει το κόστος αγοράς σε διάστημα 7 έως 8 ετών, καθώς με 50 σεντς/ Kwh τα ετήσια έσοδα που αποφέρει θα είναι κοντά στα 650 ευρώ. |
Oσοι στοιχειωδώς παρακολουθούν τα συμβαίνοντα στη χώρα γνώριζαν από πέρυσι το φθινόπωρο ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν κατά τρόπο δυσμενή, τόσο στη ζώνη των δημοσίων οικονομικών όσο και σε εκείνη της πραγματικής οικονομίας.
Από τον περασμένο Οκτώβριο ήταν φανερό ότι οι τράπεζες έχουν πρόβλημα, ότι η οικονομία θα περιπέσει τάχιστα από καθεστώς υπερχρηματοδότησης σε συνθήκες υποχρηματοδότησης και ότι άπαντες θα επηρεασθούν απ΄ αυτή την τόσο σοβαρή μεταβολή.
Από τότε ήταν φανερό ότι το 2009 θα είναι έτος ύφεσης και ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις, μικρές και μεγάλες, θα αντιμετωπίσουν συνθήκες μειωμένης ζήτησης, ότι τα κέρδη τους θα περιορισθούν ή θα χαθούν και ακόμη ότι θα αναγκασθούν σε αναστολές επενδυτικών σχεδίων και σε περικοπές δραστηριοτήτων. Φαινόταν από τότε ότι σε αυτές τις ιδιαίτερες οικονομικές συνθήκες η φοροδοτική ικανότητα των επιχειρήσεων και συνολικά της οικονομίας θα υποχωρήσει και θα επηρεάσει ευθέως τα έσοδα του κράτους. Ακόμη ουδείς αμφέβαλλε ότι η κυβέρνηση, ή καλύτερα το κράτος, θα αναγκαζόταν να ξοδέψει πολλά χρήματα, προκειμένου να αμβλύνει το πλήθος των δυσμενών επιπτώσεων.
Η πρώτη πράξη, το σχέδιο σωτηρίας των τραπεζών, δεν άφηνε περιθώρια για άλλες σκέψεις. Με άλλα λόγια, τα περισσότερα έμοιαζαν προδιαγεγραμμένα και οι τρέχουσες οικονομικές εξελίξεις ήταν απολύτως προβλέψιμες.
Η οικονομία θα έπεφτε στην ύφεση, τα ταμεία του κράτους θα άδειαζαν, τα έξοδά του θα αυξάνονταν, τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού θα διευρύνονταν, οι δανειακές ανάγκες θα μεγάλωναν και τα χρέη θα έτρεχαν με τρελούς ρυθμούς. Ηταν επίσης βέβαιο από τότε ότι οι ευρωπαίοι εταίροι δεν θα είναι επιεικείς μαζί μας.
Υπήρχαν δηλαδή όλα τα στοιχεία για μια έγκαιρη και ολοκληρωμένη αναθεώρηση της οικονομικής πολιτικής.
Ουδέν συνέβη και τα πράγματα δυστυχώς εξελίχθηκαν όπως φαίνονταν τον περασμένο Οκτώβριο.
Αντί λοιπόν της άμεσης δράσης και της επιβεβλημένης εδώ και μήνες ριζικής αναθεώρησης της οικονομικής πολιτικής, η κυβέρνηση επέλεξε συνειδητά την αδράνεια και την πολιτική διαχείριση της κρίσης.
Αφησε τα πράγματα να εξελιχθούν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, παίζοντας καθυστέρηση και οριζόμενη από το πολιτικό κόστος. Το χειρότερο είναι ότι ακόμη και τώρα παίζει το ίδιο βιολί. Καθυστερεί, θέλοντας να προσπεράσει με αμυχές τις ευρωεκλογές. Με αυτή τη μέθοδο η χώρα έχει χάσει, από το περασμένο φθινόπωρο, σχεδόν έναν χρόνο. Αλλά δυστυχώς έτσι συμβαίνει στην Ελλάδα εδώ και χρόνια. Χωρίς κανείς να νοιάζεται.
akarakousis@dolnet.gr



















